από metereologos.gr
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018
 
 

Χέρτα Μύλερ: «Οι αξιοπρεπείς μένουν σιωπηλοί»

Η γερμανόφωνη συγγραφέας, βραβευμένη με το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2009, έρχεται στην Αθήνα για πρώτη φορά. Η γραφή της, η σχέση της με την εξουσία, τα παιδικά χρόνια της στη Ρουμανία
Χέρτα Μύλερ: «Οι αξιοπρεπείς μένουν σιωπηλοί»
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος
 
Χέρτα Μύλερ - Ο άγγελος της πείνας
Χέρτα Μύλερ - Το αγρίμι της Καρδιάς
Χέρτα Μύλερ - Η αλεπού ήταν και τότε ο κυνηγός
 
3  φωτογραφίες

 

Οταν στις 7 Δεκεμβρίου 2009 η γερμανόφωνη συγγραφέας από το Βανάτο της Ρουμανίας Χέρτα Μύλερ προσήλθε στη Σουηδική Ακαδημία στη Στοκχόλμη προκειμένου να αποδεχθεί το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, το βασικό νήμα που διέτρεχε την ομιλία της ήταν τα μαντίλια: συνδεδεμένα με μητρικές αναμνήσεις, στιγμές της καθημερινότητας, τη ζωή, τον θάνατο και την αξιοπρέπεια αυτά τα μικρά κομμάτια υφάσματος βρέθηκαν ξαφνικά να εκφράζουν την ανθρώπινη επικοινωνία, την εμπειρία της καταπίεσης υπό δικτατορικό καθεστώς, την αναζήτηση της οντότητας των λέξεων στο βάθος της γραφής. Ειδοποιά στοιχεία όλα της θεματικής και του τρόπου με τον οποίο χειρίζεται τον λόγο η Μύλερ, αναδύονται επίμονα μέσα από το πυκνό, ποιητικό της κείμενο είτε αυτό αφορά την εκτόπιση της γερμανικής μειονότητας στα γκουλάγκ της Σοβιετικής Ενωσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο («Ο άγγελος της πείνας») είτε την καθημερινότητα του φόβου, της φιλίας, του έρωτα στη σκιά του Τσαουσέσκου («Το αγρίμι της καρδιάς») είτε τις τελευταίες μέρες του καθεστώτος («Η αλεπού ήταν και τότε ο κυνηγός», όλα εκδ. Καστανιώτη). Η ιδιαίτερη πορεία της Χέρτα Μύλερ, όπως ενίοτε την περιγράφει η ίδια στις σπάνιες συνεντεύξεις της, από τη βοσκή αγελάδων στη ρουμανική ύπαιθρο των παιδικών της χρόνων ως τη μετανάστευσή της στη Γερμανία και την παγκόσμια λογοτεχνική καταξίωση, αποτελεί υπενθύμιση ενός σκληρού αιώνα υπό το βλέμμα της ευρωπαϊκής ιστορίας.


Ο βίος και οι λέξεις


Τα γεγονότα της ζωής της Μύλερ είναι πια λίγο-πολύ γνωστά. Γεννημένη το 1953 στο Νίτσκιντορφ, ένα μικρό γερμανόφωνο χωριό κληροδοτημένο στη Ρουμανία μετά τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας στα τέλη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σπούδασε ρουμανική και γερμανική φιλολογία, εργάστηκε ως μεταφράστρια σε εργοστάσιο, διώχθηκε επειδή αρνήθηκε να γίνει καταδότρια της Σεκουριτάτε, πήρε άδεια να εγκαταλείψει τη χώρα το 1987, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου και διαμένει έκτοτε. Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια σε διάφορα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελβετίας και της Γερμανίας. Μετράει 13 βιβλία (μυθιστορήματα, πεζογραφήματα, δοκίμια, κολάζ, ποιήματα), δεκάδες λογοτεχνικά βραβεία και μεταφράσεις σε πλήθος γλωσσών.
Αρκούν τα παραπάνω για να δώσουν ένα σκαρίφημα της ζωής και του έργου της; Θα πρέπει κανείς να ακούσει την ίδια να μιλάει για να αντιληφθεί την ανάγκη να συμπληρωθούν τέτοιες μεγάλες ευθείες με μικρότερες παρακαμπτήριες γραμμές. Ο πατέρας που τραγουδά τραγούδια «βαριά και μεθυσμένα για τον Φύρερ» στο «Αγρίμι της καρδιάς» θα μπορούσε να είναι ο δικός της πατέρας, με τον οποίο συγκρούστηκε εξαιτίας του νεανικού ναζιστικού του παρελθόντος. Ο φίλος της αφηγήτριας στο ίδιο μυθιστόρημα που βρίσκεται νεκρός έχοντας διαφύγει στη Γερμανία, αφού πρώτα ξυλοκοπηθεί και εισπράξει ως απάντηση όταν επιχειρήσει να υποβάλει μήνυση την αποστροφή «κανέναν δεν τον δέρνουν δίχως λόγο», θα μπορούσε να είναι ένας από τους δικούς της νεκρούς φίλους στη μνήμη των οποίων έχει δηλώσει ρητά ότι δεν συγχωρεί το καθεστώς. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός θα μπορούσε να είναι ένα φυτό: «πάντα πίστευα ότι το καλαμπόκι είναι μια σοσιαλιστική καλλιέργεια» έλεγε το 2014 σε μια συνομιλία με τον δανό δημοσιογράφο και συγγραφέα Νιλς Μπάρφοντ στο Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Λουιζιάνα. «Εχει μια σημαία στην κορυφή. Εχει και κάτι μοχθηρά φύλλα και κίτρινα δόντια. Για μένα, ήταν η προσωποποίηση του σοσιαλισμού. Αν η φύση είχε ως πρότυπό της τον σοσιαλισμό, αυτός θα ενσαρκωνόταν ως καλαμποκοχώραφο».

Ο φόβος και η σιωπή


Αυτή η γοτθική περιγραφή του καλαμποκιού υποδεικνύει το στοιχείο που αποτελεί το μόνιμο σκηνικό της πεζογραφίας της: τον φόβο. «Υπάρχει ένας μακρός φόβος και ένας βραχύς φόβος» λέει στο «Αλφάβητο του φόβου», το ντοκιμαντέρ που ο ολλανδός σκηνοθέτης Γιον Αλμπερτ Γιάνσεν γύρισε για τη ζωή της το 2015. «Ο βραχύς φόβος είναι ο φυσικός στον καθένα φόβος σε κάθε είδος κατάστασης. Το άλλο είδος φόβου είναι αυτό που προξενεί μια κυβέρνηση διά της καταστολής». Ο φόβος που διαποτίζει τα πάντα, ορατός στα κείμενά της μέσα από διαρκείς ανακρίσεις και τη μόνιμη παρουσία ανδρών των υπηρεσιών πληροφοριών, διαμορφώνει μια καθημερινότητα σχιζοφρένειας. «Οι δικτατορίες είναι εγγενώς σχιζοφρενικές», έλεγε το 2014, «μια και σε αυτές κανείς στην πραγματικότητα δεν λέει δημόσια αυτά που σκέφτεται. Δημοσίως παραμένει κανείς σιωπηλός ή λέει τα αντίθετα. Οι οπορτουνιστές επαινούν, ψεύδονται, προσποιούνται. Οι αξιοπρεπείς απλώς μένουν σιωπηλοί. Οι λίγοι που λένε όσα σκέφτονται είναι στη φυλακή». Η εμπειρία της σχιζοφρενικής καθημερινότητας επιτείνεται από το αίσθημα της συμπίεσης. Ο χώρος συρρικνώνεται, τα πράγματα μικραίνουν: σε καθεστώς δικτατορίας υπάρχουν μόνο χωριά, «στη δικτατορία δεν γίνεται να υπάρχουν πόλεις», έγραφε στο «Αγρίμι της καρδιάς», «επειδή τα πάντα είναι μικρά όταν φρουρούνται». Σχιζοφρένεια του ανθρώπου, συρρίκνωση του τόπου, εξοικείωση με τη σιωπή. Αν και η Μύλερ έχει κατά καιρούς κατονομάσει τη διαδικασία της συγγραφής ως «ανάγκη», «ευχαρίστηση», «εθισμό», «ακραίο στρες», είναι η περιγραφή της ως άλλης διάστασης της σιωπής που «Οταν άρχισα να γράφω, η γραφή για μένα είχε να κάνει περισσότερο με τη σιωπή παρά με τον λόγο», έλεγε στον Νιλς Μπάρφοντ. «Κι αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η γραφή είναι ένα είδος σιωπής. [...] Οι προτάσεις, όλα όσα γράφω - είμαι μόνη μαζί τους. Οι λέξεις δεν αρθρώνονται. Είναι στο χαρτί. Δεν αποτελούν συνομιλία με κάποιον άλλο».

Με την πρώτη επίσκεψή της στην Ελλάδα, στις 21 και 22 Μαρτίου στο Ινστιτούτο Goethe στην Αθήνα, οι λέξεις της Χέρτα Μύλερ τη φορά αυτή θα ακουστούν. Την πρώτη ημέρα στην προβολή του ντοκιμαντέρ «Το αλφάβητο του φόβου», τη δεύτερη σε ποιητικά κολάζ και αποσπάσματα από το αδημοσίευτο στα ελληνικά βιβλίο της «Η πατρίδα μου ήταν ένα κουκούτσι μήλου» που θα διαβάσει η ίδια. Από τα πλέον αυτοβιογραφικά της κείμενα, καλύπτει διεξοδικά τα πρώτα της χρόνια, την ενηλικίωση, τη σύγκρουσή της με το καθεστώς. Ισως ανάμεσα στα χωρία της παιδικής ηλικίας, των ατέρμονων ανακρίσεων, της «πείνας για τις λέξεις» να αναφερθεί ξανά και σε μαντίλια, «χιονόλευκα από άριστη βατίστα», που βρέθηκαν ως και στα στρατόπεδα εργασίας του «Αγγέλου της πείνας».

Η Χέρτα Μύλερ θα βρίσκεται στην Αθήνα στις 21 και 22/3, προσκεκλημένη του Ινστιτούτου Goethe, των εκδόσεων Καστανιώτη και του Δήμου Αθηναίων σε μια πρόδρομη δράση της «Αθήνας Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου 2018» που διοργανώνει ο δήμος από τις 23/4. Οι εκδηλώσεις θα λάβουν χώρα στο Ινστιτούτο Goethe (Ομήρου 14-16).  



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.