Στην εκπληκτική αυτοβιογραφία του με τον τίτλο Η τελευταία πνοή (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οδυσσέας) ο Λουίς Μπουνιουέλ έχει μερικές σελίδες που αφορούν τη σχέση των Μεξικανών με τον φόνο. Μάλιστα η κεντρική ιδέα μιας από τις ταινίες της μεξικανικής περιόδου του, γυρισμένης τη δεκαετία του ’50, της El Rio y la Muerte – όπου υπάρχει μια σειρά από αδικαιολόγητους φόνους -, είναι το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να σκοτώσει τον διπλανό του. Επειδή τα περιστατικά που διηγείται η ταινία είναι αυθεντικά, επιτρέπουν μια ματιά πάνω στα μεξικανικά ήθη και γενικότερα στην άγνωστη εν πολλοίς μεξικανική κοινωνία. Οπως υπογραμμίζει ο μεγάλος ισπανός σκηνοθέτης, στο Μεξικό μπορεί να σκοτώσει κανείς για ένα λοξοκοίταγμα, λόγω αυξημένης ευαισθησίας, ή εξαιτίας της επιθυμίας του να διαπράξει φόνο.


Την ίδια εποχή, συγκεκριμένα το 1956, εκδίδεται στην Πόλη του Μεξικού το βιβλίο του Μαξ Αουμπ Παραδειγματικοί φόνοι, λογοτεχνικά κείμενα που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με απολογίες κάποιων φονιάδων χωρίς αιτία, οι οποίοι επιχειρούν να εξηγήσουν τους λόγους που τους οδήγησαν στο έγκλημα. Στον πρόλογό του ο συγγραφέας ισχυρίζεται πως το υλικό του είναι από πρώτο χέρι, πως οι απολογίες (ωμές, συγκεχυμένες ή απερίφραστες) δίνονται με απόλυτη ειλικρίνεια. Στο υστερόγραφο του ίδιου προλόγου υπάρχει η φράση «αντίθετα με ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, μόνο δύο απολογίες ανήκουν σε παλαβούς», υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς πως οι δράστες των φόνων έχαιραν άκρας ψυχικής και διανοητικής υγείας.


Ο Μαξ Αουμπ γεννήθηκε στο Παρίσι, το 1903, από πατέρα Γερμανό και μητέρα Γαλλίδα. Το 1914, στην έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πατέρας του, υπήκοος του Κάιζερ, αρνήθηκε να πάρει όπλο κατά της Γαλλίας και αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στην Ισπανία, στη Βαλένθια. Με «την καρδιά βαθιά αριστερά, αλλά με ιδιοσυγκρασία βαθιά αναρχική», ο Μαξ Αουμπ θα βιώσει τον ισπανικό εμφύλιο και θα συνδεθεί με σημαντικούς καλλιτέχνες και διανοουμένους (τον Λουίς Μπουνιουέλ, τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον Σαλβαντόρ Νταλί, τον Πάμπλο Πικάσο, τον οποίο παρακινεί να ζωγραφίσει την Γκερνίκα, και τον Αντρέ Μαλρό με τον οποίο συνεργάστηκε στο σενάριο της Ελπίδας). Το 1937 τοποθετείται μορφωτικός ακόλουθος της ισπανικής πρεσβείας στο Παρίσι, το 1939 συλλαμβάνεται, κατηγορείται ως κομμουνιστής και γνωρίζει υπό το καθεστώς του Βισύ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Νότια Γαλλία. Το 1942 δραπετεύει και καταφεύγει στο Μεξικό, φιλόξενη χώρα που δέχεται όλους τους κυνηγημένους του κόσμου, από τους δημοκρατικούς της Ισπανίας και τους αντιναζιστές ως τον Τρότσκι. Ως τον θάνατό του το 1972 ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία (στο ενεργητικό του έχει πολλά μυθιστορήματα και διηγήματα), το θέατρο και τον κινηματογράφο.


Οι Παραδειγματικοί φόνοι είναι το πιο γνωστό βιβλίο του στον κόσμο. Περιέχει περίπου 100 απολογίες φονιάδων, οι οποίοι σκότωσαν με ποικίλους τρόπους (με πιστόλι, ξυράφι, βαρίδι, μπουκάλι, σουγιά, χαρτοκόπτη, διαβήτη, ρόπαλο του μπέιζμπολ, πιόνι σκακιού, σίδερο σιδερώματος, δηλητήριο, κλωτσιές, σπρώξιμο), συχνά από εκνευρισμό, αγανάκτηση, λόγους ηθικής τάξης, αρετής ή δικαιοσύνης. «Τον σκότωσα γιατί κρατούσα πιστόλι! Τι ωραία αίσθηση!» λέει ένας. «Τον σκότωσα γιατί δεν σκεφτόταν σαν εμένα» ισχυρίζεται ένας άλλος. «Ηταν αλλήθωρος, κι εγώ νόμιζα ότι με στραβοκοίταζε» δηλώνει ο τρίτος. «Την έσκισα από πάνω ως κάτω, σαν σφαχτάρι, γιατί χάζευε το ταβάνι την ώρα που της έκανα έρωτα» διατείνεται ο τέταρτος.


Ο αναγνώστης όμως που θα απολαύσει τα εξαίσια κείμενα-απολογίες πρέπει να λάβει υπόψη του ότι είναι απολύτως πλαστά. Στο επίμετρό του ο Eduardo Haro Tegglen αναφέρεται στα έργα της δεδηλωμένης πλαστότητας του Αουμπ, όπως για παράδειγμα τον Λόγο του επί τη εκλογή του ως μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, στην οποία βεβαίως δεν είχε εκλεγεί ποτέ. Τονίζει μάλιστα πως ο συγγραφέας, προσποιούμενος ότι πρόκειται για ομολογίες άλλων, παρουσιάζει μια πραγματικότητα που είναι υπεράνω της μυθοπλασίας ή της δημιουργίας και ότι ο απολογούμενος θύτης είναι αυτός ο ίδιος, αφού ο κακός χαρακτήρας του δράστη αποτελείται από στοιχεία της δικής του προσωπικότητας. Τα ίδια περίπου σημειώνει και ο γάλλος εκδότης του βιβλίου, ο οποίος εκφράζει την άποψη ότι ο Αουμπ αναλαμβάνει την ευθύνη των φόνων που ονειρεύτηκε ότι έχει διαπράξει στη διάρκεια της καθ’ όλα ομαλής ζωής του.


Στο τρίτο επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου Αχιλλέας Κυριακίδης μας εισάγει στο λογοτεχνικό είδος που ονομάζεται docrimantary – γαλλικά docrimentaire -, το οποίο επινοήθηκε από τον αμερικανό στοχαστή Christian Grainville προκειμένου να χαρακτηρίσει ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος αστυνομικής (ή παρα-αστυνομικής) λογοτεχνίας. Ο Grainville χρημάτισε πρόεδρος του περίφημου Ινστιτούτου Συγκριτικής Φανταστικής Εγκληματολογίας του Τέξας, όπου διδασκόταν δημιουργική γραφή και γίνονταν σεμινάρια για τη συγκριτική φανταστική εγκληματολογία, η οποία «επιτρέπει να αναδυθούν βαθιά απωθημένα, να διαλευκανθούν μαύρες παρορμήσεις και να διαφωτιστούν σκοτεινά κίνητρα».


Ανεξάρτητα από τη θέση τους στην παγκόσμια λογοτεχνία, οι Παραδειγματικοί φόνοι (στη Γαλλία έχει τιμηθεί με το Μέγα Βραβείο Μαύρου Χιούμορ) περιέχουν γλαφυρά κείμενα που απολαμβάνει κατά κόρον ο αναγνώστης. Επιπλέον, η ανάλυση της ψυχολογίας των δολοφόνων – μέσω της γραφίδας του ευφυούς συγγραφέα – δείχνει το μέγεθος της απόλαυσής τους, την ικανοποίηση που τους πλημμυρίζει σκοτώνοντας, γεγονός που παραπέμπει σε ένα παρόμοιο αριστουργηματικό βιβλίο, το Η δολοφονία ως μια εκ των καλών τεχνών του Τόμας ντε Κουίνσι, έστω και αν εδώ δεν παρουσιάζονται καταχθόνιες εγκληματικές φύσεις.


Ο κ. Φίλιππος Φιλίππου είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Αγρα κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ομόνοια 2000».