• Αναζήτηση
  • Ρόμπερτ Ρέντφορντ: Τα καλύτερά του χρόνια

    «Σε όλη μου τη ζωή ένιωθα ενοχές. Και αυτό εξαιτίας της διαφοράς ανάμεσα σε αυτό που έδειχνα ότι είμαι και σε αυτό που ένιωθα μέσα μου».

    Ζουμπουλάκης Γιάννης
    «Σε όλη μου τη ζωή ένιωθα ενοχές. Και αυτό εξαιτίας της διαφοράς ανάμεσα σε αυτό που έδειχνα ότι είμαι και σε αυτό που ένιωθα μέσα μου». Οταν ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ έκανε αυτή τη δήλωση, πριν από  40 χρόνια, ο τίτλος που είχε «κερδίσει» ήταν το «Χρυσό αγόρι». Τον μισούσε. Ηταν ο λόγος που θεωρούνταν «δύσκολος», που δεν υπέγραφε αυτόγραφα, που αρνούνταν να φωτογραφηθεί με τους θαυμαστές του. Ο λόγος που απέφευγε το Χόλιγουντ, προτιμώντας τη γαλήνη του κτήματός του στη Γιούτα.
    «Το πρόβλημα με τον Μπομπ είναι ότι ενώ έχει το παρουσιαστικό τού καρδιοκατακτητή, αυτό που στην πραγματικότητα τον κάνει να ξεχωρίζει είναι οι έξοχες ερμηνείες των ηρώων που επιλέγει» είχε παρατηρήσει τότε ο Σίντνεϊ Πόλακ, ο σκηνοθέτης που με τον Ρέντφορντ θα μοιραζόταν μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας και των δύο: «Οι τρεις μέρες του Κόνδορα», «Τα καλύτερά μας χρόνια», «Πέρα από την Αφρική», «Αβάνα» και ο «Ιερεμίας Τζόνσον ο αλύγιστος», ένα γουέστερν πάνω σε έναν άνθρωπο που αποφασίζει να εγκαταλείψει τον πολιτισμό και να ενσωματωθεί στη φύση· μία από τις πολύ αγαπημένες ταινίες του ίδιου του Ρέντφορντ.
    Και τώρα έφτασε η ώρα της απόσυρσης. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό «Entertainment Weekly», ο Ρέντφορντ δήλωσε ότι μετά από 60 χρόνια καριέρας στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο έφτασε πια ο καιρός, λίγο πριν από τα 82 του, να πει «αντίο» στην υποκριτική. Η ταινία «The Old Man & the Gun», που βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ενός 70χρονου δραπέτη των φυλακών του Σαν Κουέντιν, ο οποίος έγινε θρύλος ληστεύοντας τράπεζες, θα είναι η τελευταία του. Αν και ο Ρέντφορντ παραδέχεται ότι στη ζωή δεν πρέπει ποτέ να λες ποτέ, συμπληρώνει ότι η υποκριτική έχει τελειώσει μέσα του.
    Κρίμα. Γιατί από κάποια στιγμή και μετά, κανείς δεν τον αποκαλούσε πια «Χρυσό αγόρι» που εν τω μεταξύ είχε εξελιχθεί και σε «Χρυσό σκηνοθέτη» θρυλικών ταινιών, όπως οι «Συνηθισμένοι άνθρωποι», το «Μιλάγκρο», το «Quiz show», το «Λέοντες αντί αμνών». Ολοι πλέον τον έβλεπαν απλώς ως έναν εξαιρετικό ηθοποιό, έναν πολυσχιδή καλλιτέχνη. Εναν ηθοποιό απαστράπτουσας λάμψης που ήταν συγχρόνως πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης αλλά και επιτυχημένος ιδρυτής κινηματογραφικής «κατοικίας», του Ινστιτούτου Sundance αλλά και του φεστιβάλ ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου Sundance που το ακολούθησε.

    Αναζητώντας τον κόσμο

    Η ομορφιά του προσώπου και η αγαλματένια σωματοδομή του έπαιξαν φυσικά ρόλο στην εξέλιξη του Ρέντφορντ μπροστά από την κάμερα. Από νέος είχε την εικόνα του τυπικού Καλιφορνέζου· γεννήθηκε εξάλλου στη Σάντα Μόνικα αυτής της Πολιτείας στις 18 Αυγούστου 1936. Μετρίου αναστήματος, αλλά τρομερά αθλητικός, κατάξανθος, γαλανομάτης, το ιδανικό μοντέλο διαφήμισης. Ωστόσο, ενώ ο Ρέντφορντ μεγάλωσε πολύ κοντά στον κόσμο του Χόλιγουντ (η απόσταση δεν ήταν μεγαλύτερη από 20 χιλιόμετρα), δεν είχε ποτέ την επιθυμία της ένταξής του εκεί. Επίσης, δεν υπήρξε ιδιαίτερα καλός μαθητής: πήγε στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο έχοντας κερδίσει αθλητική υποτροφία γιατί έπαιζε καλό μπέιζμπολ (άθλημα στο οποίο θα επέστρεφε ως ηθοποιός με τον «Καλύτερο») και το εγκατέλειψε από το πρώτο κιόλας έτος γιατί έχανε μαθήματα. Και γιατί το μυαλό του ταξίδευε αλλού. Η Ευρώπη ήταν ο στόχος του και για όπλο του ήθελε το πινέλο του ζωγράφου. «Είχα ταξιδέψει πολύ στη ζωή μου προτού ακόμη γίνω ηθοποιός» μου είχε πει πριν από μερικά χρόνια όταν είχα την τύχη να τον συναντήσω στη Νέα Υόρκη με αφορμή την ταινία του «Ο κανόνας της σιωπής». «Ενιωσα ότι τα ταξίδια θα ήταν η πραγματική εκπαίδευσή μου. Βαριόμουν το σχολείο, η ματιά μου, οι σκέψεις μου, η φαντασία μου βρίσκονταν διαρκώς έξω από το παράθυρο. Με κούραζε να βλέπω κάποιον να μιλά όρθιος. Ηθελα απλώς να… φύγω.» Και αυτό έκανε λίγο μετά τα 18 του όταν έχασε την πολυαγαπημένη μητέρα του, ένας θάνατος που του στοίχισε πολύ. Δούλεψε εργάτης σε πετρελαιοπηγές για να αποκτήσει τα απαραίτητα χρήματα για το ταξίδι στην Ευρώπη. Πρώτος προορισμός η Γαλλία, στην οποία πήγε με το πλοίο. Εμεινε εκεί αρκετούς μήνες. Ακολούθησαν η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα. Κρήτη. Πρώτα το Ηράκλειο και μετά η ενδοχώρα. «Λατρεύω την Ελλάδα και τους Ελληνες» μου είχε πει στη Νέα Υόρκη. «Λατρεύω τον πολιτισμό σας».
    Ετσι απέκτησε την εκπαίδευσή του. «Με το να πηγαίνω σε διαφορετικά μέρη και να γεύομαι διαφορετικούς πολιτισμούς κατάφερα να δω τη δική μου πατρίδα μέσω των δικών τους ματιών». Η επιστροφή του στην πατρίδα συνεχίστηκε με περιπλανήσεις από πολιτεία σε πολιτεία ως ότου γνώρισε την πρώτη γυναίκα του (και μητέρα των τεσσάρων παιδιών τους), τη Λόρα Τζιν Βαν Γουάγκενεν με την οποία μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και άρχισε να σπουδάζει σκηνογραφία (στη Γαλλία και στην Ιταλία είχε παρακολουθήσει μαθήματα σε σχολές Τέχνης). Ετσι μπήκε στον χώρο του θεάτρου και ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός φίλου του να ασχοληθεί με την υποκριτική. Στο θέατρο τα πήγε πολύ καλά, ένας από τους ρόλους για τους οποίους διακρίθηκε ήταν του Κρέοντα στην «Αντιγόνη». Στροφή στην τηλεόραση που τότε ανθούσε, ρόλοι σε διάσημες σειρές, από το «Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει» μέχρι τη «Ζώνη του λυκόφωτος». Και το 1962 έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη παίζοντας στην ξεχασμένη σήμερα πολεμική ταινία του Τζον Στέρτζες «War hunt».

    Η ώρα του αστέρα

    Οι κινηματογραφικοί ρόλοι του δεν ήταν σημαντικοί. Η «Καταδίωξη» δίπλα στον Μάρλον Μπράντο και η πρώτη από τις τέσσερις ταινίες του με την Τζέιν Φόντα είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Τα πράγματα άλλαξαν με την κινηματογραφική μεταφορά τού «Ξυπόλυτοι στο πάρκο» που είχε γίνει μεγάλη επιτυχία με τον Ρέντφορντ στο Μπρόντγουεϊ (το έργο είναι το τελευταίο του στο θέατρο, το 1964). Η δεύτερη ταινία του με τη Φόντα με την οποία ξανάπαιξε στον οικολογικών διαθέσεων «Ηλεκτρικό καβαλάρη» και πέρυσι στο «Our souls at night» που όμως δεν προβλήθηκε εδώ.
    Σταρ του σινεμά με την κυριολεκτική έννοια ο Ρέντφορντ έγινε το 1969 χάρη στο γουέστερν «Οι δυο ληστές», δίπλα στον (ήδη σταρ) Πολ Νιούμαν. Υποδύθηκαν τους πραγματικούς παρανόμους Μπουτς Κάσιντι και Σάντανς Κιντ και η χημεία τους ήταν τόσο επιτυχημένη που ξανάπαιξαν μαζί στο «Κεντρί», το οποίο κέρδισε το Οσκαρ καλύτερης ταινίας χαρίζοντας στον Ρέντφορντ τη μοναδική υποψηφιότητά του για Οσκαρ στην κατηγορία α’ ανδρικού ρόλου.  
    Η πιο γόνιμη δεκαετία του ως ηθοποιού του κινηματογράφου ήταν του 1970. Ταινίες όπως τα «Καλύτερά μας χρόνια» με την Μπάρμπρα Στράιζαντ, «Οι τρεις μέρες του Κόνδορα» και «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» (στο οποίο υπήρξε και παραγωγός), έχουν ριζώσει βαθιά στην κινηματογραφική κουλτούρα της Αμερικής. Με την είσοδο της δεκαετίας του 1980, ο Ρέντφορντ κέρδισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας για το οικογενειακό δράμα «Συνηθισμένοι άνθρωποι» και για μερικά χρόνια απομακρύνθηκε από τις κάμερες αφοσιωμένος στο Ινστιτούτο Sundance που τότε ίδρυσε. Επανήλθε με τον «Καλύτερο» και από τότε έχει υπάρξει προσεκτικός στις εμφανίσεις και εκλεκτικός στα θέματα που επιλέγει να σκηνοθετήσει.
    Σήμερα, εν ενεργεία ή όχι, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ αποτελεί μοντέλο προς μίμηση για τους νέους καλλιτέχνες. Ως ηθοποιός δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τη φυσική ομορφιά του, ως σκηνοθέτης δεν επέδειξε ποτέ την ευφυΐα του και ως μάνατζερ έπλασε μια μικρή ουτοπία για τους φερέλπιδες καλλιτέχνες που θέλουν να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους. Ο μεθοδικός τρόπος σκέψης του υποδειγματικός, ο ίδιος, απλώς ένας αξιοζήλευτος άνθρωπος.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός