Ο Ζακ Ρουπνίκ, διακεκριμένος ιστορικός και καθηγητής στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού (Sciences Po), διευθυντής του Kέντρου Διεθνών Σπουδών της ίδιας Σχολής (CERI) και συγγραφέας, έχει ιδίαν πείρα από ανελεύθερα καθεστώτα. Γεννημένος στην Πράγα το 1950, μετοίκησε με την οικογένειά του στο Παρίσι το 1965. Με σπουδές Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στη Σορβόννη και στο Χάρβαρντ, είναι ειδικός στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Πρώην σύμβουλος (1990-1992) του Βάτσλαβ Χάβελ, του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της Τσεχίας μετά την πτώση του κομμουνισμού, πρώην σύμβουλος της Κομισιόν (2007-2013), ο Ρουπνίκ μίλησε στο «Βήμα» για την ανελεύθερη δημοκρατία στην Ευρώπη.
Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Ορμπαν στην Ουγγαρία σηματοδοτεί υποχώρηση των ανελεύθερων δυνάμεων στην Ευρώπη;
«Πρόκειται σίγουρα για πλήγμα προς την ανελεύθερη Ουγγαρία του Ορμπαν και προς τους “τραμπιστές” που επιδίωκαν να δημιουργήσουν ένα δίκτυο στην Ευρώπη με άξονα τον Ορμπαν και στόχο την αποδυνάμωση της ΕΕ. Ωστόσο, η γενικότερη τάση στην Ευρώπη δείχνει μάλλον μια μετατόπιση του πολιτικού κέντρου βάρους προς τα δεξιά και, σε πολλές περιπτώσεις, προς μια πιο σκληρή Δεξιά. Εθνολαϊκιστικά κόμματα βρίσκονται στην εξουσία στη Σλοβακία και στην Τσεχία. Στην Πολωνία, ο πρόεδρος είναι σκληρός εθνικιστής και δεν αποκλείεται ανάλογες δυνάμεις να επιστρέψουν και στην κυβέρνηση.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη, βλέπουμε την άνοδο της ακροδεξιάς AfD στη Γερμανία ενώ στη Γαλλία, εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2027, ο υποψήφιος της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης (RN) εμφανίζεται πρώτος στις δημοσκοπήσεις. Αντλούμε βεβαίως κάποια αισιοδοξία: αφενός, διότι η ήττα του Ορμπαν έδειξε ότι τα ανελεύθερα κινήματα μπορούν να ηττηθούν στις κάλπες, όπως συνέβη και με τις εκλογές του 2023 στην Πολωνία.
Το βασικό ζήτημα όμως είναι πώς μπορεί να αποδομηθεί ένα ανελεύθερο καθεστώς: στην Πολωνία έχουμε “συγκατοίκηση” κεντροδεξιάς κυβέρνησης με έναν πρόεδρο της σκληρής Δεξιάς που μπλοκάρει δεκάδες νόμους. Στην Ουγγαρία, η νέα κυβέρνηση εξασφάλισε πλειοψηφία δύο τρίτων ώστε να μπορεί να τροποποιεί νόμους. Το ερώτημα ωστόσο είναι αν θα μπορέσει να διαλύσει και το οικονομικό δίκτυο που συνδέεται με την ολιγαρχία γύρω από τον Ορμπαν».
Στη Βουλγαρία νίκησε προσφάτως ο φιλορώσος Ρούμεν Ράντεφ. Πώς ερμηνεύετε αυτή την εξέλιξη;
«Ως αποτυχία όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων. Σε μια πενταετία, η Βουλγαρία έζησε τόσες διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις που δίνει την εντύπωση ενός κράτους αδύνατου να κυβερνηθεί. Ο Ράντεφ επικράτησε λόγω της αποτυχίας των προκατόχων του.
Η Βουλγαρία είναι ιστορικά η πιο φιλορωσική χώρα της Ευρώπης: η ορθόδοξη Ρωσία θεωρούνταν η προστάτιδα των ορθοδόξων απέναντι στους Οθωμανούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βουλγαρία επιθυμεί να τεθεί υπό την επιρροή του Πούτιν. Ως προς τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο Ράντεφ δεν εμφανίζεται ανοιχτά φιλορώσος, αλλά αντιτίθεται στην παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία – στάση όμοια με του Ορμπαν, της κυβέρνησης Φίτσο στη Σλοβακία και της κυβέρνησης Μπάμπιτς στην Τσεχία».
Το Μεταναστευτικό αποτελούσε το κοινό στοιχείο των λαϊκιστικών ακροδεξιών κομμάτων. Ορισμένα εξ αυτών φαίνεται ότι αναγνωρίζουν πως η Ευρώπη έχει ανάγκη από μετανάστες. Μήπως αντικατέστησαν το Μεταναστευτικό με άλλο ζήτημα για να προσελκύσουν ψήφους;
«Κατ’ αρχάς, δεν έχουν εγκαταλείψει καθόλου το Μεταναστευτικό. Το βλέπω στη Γαλλία, στη Γερμανία αλλά και στη Βρετανία. Αυτό που παρατηρείται περισσότερο σήμερα είναι ότι ορισμένα κόμματα της Δεξιάς αντιλαμβάνονται πως δεν μπορούν να αγνοήσουν το Μεταναστευτικό. Ετσι, υιοθετούν εν μέρει τα επιχειρήματα της σκληρής εθνικιστικής Δεξιάς. Δείτε τι έκανε στην Ιταλία η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι: μείωσε στο ήμισυ τον αριθμό των νέων αφίξεων στην Ιταλία.
Ταυτόχρονα προχώρησε στη νομιμοποίηση 400.000 παράτυπων μεταναστών, υπό δύο προϋποθέσεις: να μην έχουν διαπράξει εγκλήματα και να έχουν εργασία. Και το έκανε για να καλυφθούν ανάγκες της ιταλικής οικονομίας. Διαμορφώνεται συνεπώς μια πιο πραγματιστική στάση, προς την οποία φαίνεται να κατευθύνεται συνολικά η ευρωπαϊκή Δεξιά: αυστηρότερος έλεγχος των συνόρων, αλλά και πιο ρεαλιστική προσέγγιση στη νομιμοποίηση όσων μεταναστών βρίσκονται ήδη στην Ευρώπη».
Υποστηρίζετε ότι η Ευρώπη διανύει μια πολύ δύσκολη περίοδο, όντας αντιμέτωπη με τρεις «αυτοκρατορίες-αρπακτικά»: την Κίνα, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Και ότι η Ευρώπη αποτελεί το τελευταίο προπύργιο του φιλελευθερισμού και πρέπει να αντέξει.
«Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται καθημερινά : στα ανατολικά έχουμε τον πόλεμο του Πούτιν κατά της Ουκρανίας, στη Δύση έχουμε τον αμερικανό πρόεδρο Τραμπ που περιφρονεί εντελώς τους Ευρωπαίους και τους απειλεί, όπως συνέβη με τη Γροιλανδία. Επιπλέον, ο Τραμπ εξαπέλυσε έναν ακόμη πόλεμο, κατά του Ιράν, ενώ η Μέση Ανατολή βρισκόταν ήδη σε αποσταθεροποίηση εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα. Υπό αυτές τις συνθήκες, αν οι Ευρωπαίοι δεν αντιληφθούν ότι πρέπει να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, κανείς δεν θα το κάνει για αυτούς. Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης εξαρτάται από τους ίδιους τους Ευρωπαίους: αυτό είναι το αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης, η οποία προχωρεί αλλά με αργούς ρυθμούς, όπως συνήθως συμβαίνει στην ΕΕ».
Αν ζούσε ο Βάτσλαβ Χάβελ, ποια θα ήταν η ματιά του ως προς τη σημερινή κατάσταση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ευρώπη;
«Είναι δύσκολο να μιλούμε εξ ονόματος των νεκρών αλλά θυμάμαι ένα περιστατικό: το 1999, στη δέκατη επέτειο της πτώσης των κομμουνιστικών καθεστώτων, έγινε μια μεγάλη διάσκεψη στη Βιέννη όπου συμμετείχαν τρεις πρώην αντιφρονούντες της Κεντρικής Ευρώπης: ο Χάβελ, ο Ορμπαν και ο Πολωνός Ανταμ Μίχνικ. Ο Χάβελ μίλησε για το ότι περάσαμε από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς στη δημοκρατία και ότι πλέον προχωρούσαμε στη σύνδεση με την ΕΕ. Ο Ορμπαν ισχυρίστηκε ότι το 1989 δεν ήταν μια πραγματική επανάσταση, αλλά ένας συμβιβασμός μεταξύ των μετριοπαθών ελίτ του κομμουνιστικού καθεστώτος και των μετριοπαθών ελίτ της αντιπολίτευσης που κατέληξαν σε συμφωνία για μια ειρηνική μετάβαση, η οποία τους επέτρεψε να ελέγξουν την οικονομία. Αυτό, ωστόσο, γέννησε μια νέα ολιγαρχία.
Η πραγματική ρήξη, έλεγε, συνέβαινε τότε και την ενσάρκωνε ο ίδιος. Σε ηλικία 35 ετών, ο Ορμπαν ήταν τότε ο νεότερος πρωθυπουργός στην Ευρώπη. Ηταν συνεπώς εμφανής η αντίθεση ανάμεσα στους “κληρονόμους” του 1989, όπως ο Χάβελ και ο Μίχνικ, που υπερασπίζονταν τη φιλελεύθερη επανάσταση και στον Ορμπαν. Οταν ρώτησα τον Χάβελ για τον Ορμπαν, μου απάντησε: “Οσο πιο αργά φτάνουν, τόσο πιο ριζοσπαστικοί γίνονται”. Εννοώντας ότι ο Ορμπαν και οι συνεργάτες του ίδρυσαν το κόμμα Fidesz, μόλις έναν χρόνο πριν από την πτώση του κομμουνισμού, το 1988, και ότι λίγο πριν από την κατάρρευση ενός καθεστώτος, είναι εύκολο να εμφανιστείς ως ριζοσπάστης. Αντιθέτως, ο Χάβελ και ο Μίχνικ είχαν ζήσει τη σκληρή καταστολή των κομμουνιστικών καθεστώτων, τα οποία τούς είχαν φυλακίσει, έκαστον, για πέντε χρόνια».
