Η ήττα του ακροδεξιού Βίκτορ Ορμπαν στις εκλογές της Ουγγαρίας, στις 12 Απριλίου, μετά από 16 χρόνια στην εξουσία, ήταν μια ανάσα ανακούφισης για τη χώρα του και για την Ευρώπη. Ο Ορμπαν υπονόμευε την Ευρωπαϊκή Ενωση με κάθε τρόπο, συντασσόμενος με τις εχθρικές προς την Ευρώπη δυνάμεις, τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν αλλά και με τον αυταρχικό πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Ορμπαν ωστόσο ήταν εκλεγμένος και δεν ετέθη ποτέ ζήτημα νοθείας των ουγγρικών εκλογών. Το καθεστώς όμως που εγκαθίδρυσε, και με το οποίο ταυτίστηκε, ήταν μια «ανελεύθερη δημοκρατία» (illiberal democracy) – ένας όρος τον οποίο έκανε ευρύτερα γνωστό ο αμερικανός δημοσιογράφος Φαρίντ Ζακάρια, σε ένα πολυσυζητημένο άρθρο του στο περιοδικό «Foreign Affairs» το 1997.
Τα ανοιχτά μέτωπα
Η Ουγγαρία απηλλάγη, όμως η ανελεύθερη δημοκρατία εξακολουθεί να απειλεί την Ευρώπη. Η Σλοβακία με την κυβέρνηση του Ρόμπερτ Φίτσο, του «καλύτερου μαθητή του Ορμπαν» όπως τον χαρακτηρίζουν, και η Τσεχία με την κυβέρνηση του Αντρέι Μπάμπιτς είναι ανελεύθερες δημοκρατίες. Οι μικρές αυτές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης δεν έχουν ειδικό βάρος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, όμως την ίδια στιγμή στη Γερμανία, έναν μόλις χρόνο μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές και την επικράτηση των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική Για τη Γερμανία (AfD) έχει φτάσει σε ποσοστά-ρεκόρ στις δημοσκοπήσεις: 28%.
Και στη Γαλλία, έναν χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027, ο υποψήφιος του ακροδεξιού κόμματος Εθνική Συσπείρωση (RN) της Μαρίν Λεπέν είναι πρώτος στις δημοσκοπήσεις, με ποσοστό 34%-38%. Την περασμένη εβδομάδα στην Ολλανδία, επτά «αποστάτες» βουλευτές του ακροδεξιού κόμματος PVV, του Χερτ Βίλντερς, συγκρότησαν νέο κόμμα με την ονομασία Ενωση για την Ολλανδία (DNA) επειδή διαφώνησαν με τις αυταρχικές μεθόδους του Βίλντερς, όμως το πολιτικό τους πρόγραμμα δεν διαφέρει από εκείνο του PVV, το οποίο χαρακτηρίζεται από σκληρή αντιμεταναστευτική ρητορική.
Η ίδια ρητορική βρίσκεται στο επίκεντρο και της προεκλογικής εκστρατείας του Νάιτζελ Φάρατζ στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου στις επικείμενες τοπικές εκλογές της 7ης Μαΐου το ακροδεξιό κόμμα του, το Reform UK, αναμένεται να έρθει πρώτο με 30%. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, αν γίνονταν βουλευτικές εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο σήμερα, το Reform UK θα ερχόταν πρώτο με ποσοστό 24%, έναντι 21% των Συντηρητικών και 17% των κυβερνώντων Εργατικών.
Οπως επισημαίνει στο «Βήμα» η Πέτρα Γκουάστι, επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα, μια εκλογική ήττα όπως αυτή του Ορμπαν δεν σηματοδοτεί το τέλος μιας πολιτικής εποχής. Οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί ως προς τον βαθμό στον οποίο θεωρούμε ότι υποχωρεί η ανελεύθερη δημοκρατία στην Ευρώπη. «Χρειάστηκαν δεκαέξι χρόνια και συνεχής μαζική κινητοποίηση στην Ουγγαρία για να απομακρυνθεί ο Ορμπαν από την εξουσία. Η ανελεύθερη δημοκρατία δεν είναι μια στιγμιαία φάση, αλλά μια δομή. Μετασχηματίζει τους θεσμούς, τις προσδοκίες και τον πολιτικό ανταγωνισμό με την πάροδο του χρόνου. Αποτελεί πλέον μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού τοπίου και θα παραμείνει βασική πρόκληση για τη φιλελεύθερη δημοκρατία στο άμεσο μέλλον» τονίζει.
Το μεγάλο ερωτηματικό ωστόσο για το άμεσο μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ευρώπη παραμένει η Γαλλία. Οι προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 θα αποτελέσουν κρίσιμη δοκιμασία για τη φιλελεύθερη δημοκρατία όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και στην Ευρώπη. Η Γαλλία και η Γερμανία, παρ’ όλα τα προβλήματα στη συνεργασία τους, εξακολουθούν να αποτελούν τον κύριο μοχλό της Ευρώπης και για αυτόν ακριβώς τον λόγο «ο γαλλογερμανικός άξονας δεν θα πρέπει να αποδυναμωθεί», όπως επισημαίνει στο «Βήμα» o Ζακ Ρουπνίκ, ιστορικός και καθηγητής στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού (Sciences Po).
Ο Ρουπνίκ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου εν όψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών. Υποστηρίζει ότι αν οι κεντρώοι του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και οι Σοσιαλιστές δεν καταφέρουν να κατεβάσουν έναν κοινό αποδεκτό υποψήφιο, απέναντι στον ακροδεξιό υποψήφιο της Εθνικής Συσπείρωσης, τότε η Γαλλία κινδυνεύει να βρεθεί στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών να πρέπει να επιλέξει μεταξύ του ακροδεξιού υποψηφίου και του ακροαριστερού υποψηφίου της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI) του Ζαν-Λικ Μελανσόν. Και είναι πολλοί οι Γάλλοι που φοβούνται τον Μελανσόν και την εμπρηστική ρητορική του, εχθρική προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Επιπλέον, διότι πρόσφατα, όπως προσθέτει ο Ρουπνίκ, ο Μελανσόν έχει αναπτύξει τη θεωρία της «créolisation» της Γαλλίας, σύμφωνα με την οποία οι Γάλλοι που θα έχουν γονείς από χώρες που είναι πρώην γαλλικές αποικίες θα είναι περισσότεροι από τους λευκούς Γάλλους που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία. Σύμφωνα με τον Μελανσόν, η «créolisation», ένα είδος «μιγαδοποίησης» της Γαλλίας, είναι θετική εξέλιξη. Για πολλούς ψηφοφόρους όμως είναι η αντεστραμμένη εκδοχή της ακροδεξιάς θεωρίας της Μεγάλης Αντικατάστασης, σύμφωνα με την οποία η λευκή Γαλλία θα αντικατασταθεί από ορδές μεταναστών που θα φτάσουν στις ακτές της χώρας από τη Βόρεια Αφρική.
«Εκδημοκρατίζοντας τη δημοκρατία»
Δεδομένης και της διεθνούς συγκυρίας – ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος στο Ιράν, η συνέχιση του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία – και του απρόβλεπτου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου η εξωτερική πολιτική λειτουργεί διαλυτικά, η Ευρώπη βρίσκεται σε μια ρευστή και αβέβαιη φάση. Η Πέτρα Γκουάστι θεωρεί ωστόσο ότι «υπάρχει πλέον μια πραγματική ευκαιρία για δημοκρατική ανανέωση». Για να αντέξει, προσθέτει, η φιλελεύθερη δημοκρατία στην Ευρώπη, πρέπει να ανανεωθεί υπερασπιζόμενη τις αρχές της, μεταρρυθμίζοντας τις πρακτικές της και «εκδημοκρατίζοντας την ίδια τη δημοκρατία».
