Ο Πίτερ Γκρις στο «Β»: «Ο Τραμπ και ο Σι είναι πολύ καχύποπτοι ο ένας απέναντι στον άλλον»

Ο βρετανός ειδικός εκτιμά ότι η Κίνα έχει λόγους να θέλει να μεσολαβήσει για να λήξει ο πόλεμος στον Κόλπο και εξηγεί τι να περιμένουμε από την επίσκεψη του αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο

Ο Πίτερ Γκρις στο «Β»: «Ο Τραμπ και ο Σι είναι πολύ καχύποπτοι ο ένας απέναντι στον άλλον»

Οι σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας είναι πάντα στο επίκεντρο. Από τις φρούδες ελπίδες για εκδημοκρατισμό στα τέλη του 20ού αιώνα, η Κίνα έγινε «ιδεολογικός εχθρός» και πλέον «οικονομικός και τεχνολογικός ανταγωνιστής» σύμφωνα με την τελευταία Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ.

Η πολιτική των άκρων και των υπέρογκων δασμών του Ντόναλντ Τραμπ σε συνδυασμό με τον ολοένα αυξανόμενο αυταρχισμό του πρόεδρου Σι Τζινπίνγκ, με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν, προσδίδουν μεγάλο ενδιαφέρον στην επίσκεψη του αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο την ερχόμενη Πέμπτη και Παρασκευή. «Το Βήμα» ζήτησε από τον Πίτερ Γκρις, oμότιμο καθηγητή Κινεζικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ και ειδικό στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας, να σκιαγραφήσει τη σημασία και τα βασικά θέματα αυτής της συνάντησης κορυφής.

Τι να προσμένουμε από τη συνάντηση Τραμπ – Σι;

«Προσωπικά δεν έχω μεγάλες προσδοκίες. Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι μια σχετική σταθεροποίηση των σχέσεων. Παρότι και οι δύο πλευρές θέλουν να διεκδικήσουν μια μεγάλη νίκη, η ουσία θα είναι στην πραγματικότητα περιορισμένη. Ο λόγος είναι ότι και ο Τραμπ και ο Σι είναι πολύ καχύποπτοι ο ένας απέναντι στον άλλον, εξ ου και οι διμερείς σχέσεις έχουν επιδεινωθεί τόσο πολύ. Ωστόσο, και οι δύο θα θελήσουν να δείξουν στο κοινό τους ότι έχουν επιτύχει κάτι σημαντικό.

Ο Τραμπ πιθανώς θα ισχυριστεί ότι εξασφάλισε κάποιο είδος εμπορικής συμφωνίας, επειδή του αρέσει να βλέπει τον εαυτό του ως μεγάλο διαπραγματευτή, και πιθανώς θα ζητήσει βοήθεια για την κατάσταση στο Ιράν. Ο Σι Τζινπίνγκ θα θέλει να επιδείξει ότι έχει σημειώσει πρόοδο στην εξασφάλιση των διεκδικήσεων της Κίνας στην Ταϊβάν».

Πώς έχει αλλάξει η σχέση των δύο χωρών υπό την προεδρία Τραμπ;

«Δυστυχώς η κατάσταση έχει επιδεινωθεί. Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Σι θεωρούν τους εαυτούς τους σκληρούς ηγέτες και έχουν την τάση να καταφεύγουν σε εκφοβιστικές τακτικές για να πετύχουν τον σκοπό τους. Αυτό δυστυχώς ισχύει και στην εξωτερική τους πολιτική.

Ο Σι κλείνει την Κίνα απέναντι στον κόσμο εδώ και πάνω από μία δεκαετία, και αυτό επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο με την COVID-19. Σήμερα οι Δυτικοί στην Κίνα είναι πολύ λιγότεροι λόγω της παράνοιας του Σι απέναντι στη δυτική επιρροή και της στρατηγικής του να είναι η Κίνα αυτάρκης. Η έλευση του Τραμπ με το σύνθημα “η Αμερική πρώτα” δικαίωσε τον Σι. Κατά συνέπεια, έχει γίνει σχεδόν ένα είδος κυκλικής παρακμής, όπου κάθε πλευρά βλέπει το χειρότερο στην άλλη και ενεργεί αναλόγως».

Η συνάντηση αυτή ήταν να γίνει πριν από μερικές εβδομάδες, αλλά οι ΗΠΑ ζήτησαν την αναβολή της λόγω του πολέμου με το Ιράν. Πόσο επηρεάζει ο πόλεμος αυτός τις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας;

«Ο Τραμπ ελπίζει ότι ο Σι, ο οποίος διατηρεί σχέσεις με την Τεχεράνη, θα μπορούσε να βοηθήσει να βγουν οι ΗΠΑ από αυτό το απίστευτο λάθος που έκανε ο ίδιος. Η Κίνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου για να χρηματοδοτήσει την εκβιομηχάνισή της και τις εξαγωγές που κρατούν την οικονομία της σε λειτουργία. Συνεπώς, η παγκόσμια αύξηση των τιμών του πετρελαίου είναι πολύ επικίνδυνη για το Πεκίνο, οπότε έχει ισχυρά κίνητρα να προσπαθήσει μεσολαβήσει για να λήξει η σύγκρουση στο Ιράν».

Αναφέρατε την Ταϊβάν ως το πιο βασικό θέμα για τον Σι. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή σχετίζονται με το θέμα της Ταϊβάν και σε τι προσβλέπει ο Σι από τον Τραμπ;

«Είναι γεγονός ότι, από γεωπολιτική σκοπιά, το Πεκίνο εκλαμβάνει ως θετικό ότι οι ΗΠΑ επικεντρώνονται στο Ιράν και όχι στην Ανατολική Ασία. Ωστόσο, η επιτυχία της μικρής ιρανικής αντίστασης απέναντι σε μια μεγάλη δύναμη έχει κάνει πολλούς στο Πεκίνο να επανεξετάσουν την πιθανότητα να επιδιώξουν τη βίαιη επανένωση της Ταϊβάν με την ηπειρωτική Κίνα. Εκτιμώ ότι ο Σι θα ήθελε να δει τον Τραμπ να αντιτίθεται με πιο ξεκάθαρο τρόπο σε οποιαδήποτε κίνηση της Ταϊβάν προς μεγαλύτερη de facto ή ακόμα και de jure ανεξαρτησία. Αυτό είναι δύσκολο να το πετύχει, εκτός αν ο Τραμπ κάνει κάτι εντελώς απροσδόκητο.

Σχετικά με τη στήριξη των ΗΠΑ στην Ταϊβάν, ο πόλεμος στο Ιράν έχει υπονομεύσει την ικανότητά τους να διανέμουν όπλα αλλού. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η Ταϊβάν είναι μια μικροσκοπική χώρα και η ηπειρωτική Κίνα τεράστια, οπότε υπάρχει ευρύτερη ανισορροπία στρατιωτικής ισχύος. Το σημαντικό είναι ότι ο Τραμπ, πέρυσι, συμφώνησε να προχωρήσει σε μαζικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊπέι, σηματοδοτώντας την εδραίωση της συμμαχίας μεταξύ των δύο χωρών. Ουσιαστικά πρόκειται για διαβεβαίωση ότι οι ΗΠΑ θα είναι εκεί για να βοηθήσουν και να υπερασπιστούν την Ταϊβάν σε περίπτωση που η Κίνα επιδιώξει επιθετικά να αλλάξει το status quo».

Πώς αντιλαμβάνεται η Ευρώπη τις δύο δυνάμεις;

«Η Ευρώπη βρίσκεται σε δύσκολη θέση από πολλές απόψεις. Ωστόσο, και η Κίνα και οι ΗΠΑ παίζουν πολύ άσχημα το χαρτί της Ευρώπης. Ο Σι Τζινπίνγκ έκανε ένα τεράστιο λάθος με το να στηρίξει τόσο ανοιχτά τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία, επειδή το ευρωπαϊκό κοινό αντιτίθεται συντριπτικά στην εισβολή. Κάτι που βλέπουμε και στην Ελλάδα, παρά τους παραδοσιακούς δεσμούς με τη Ρωσία. Η Κίνα με αυτή την κίνηση έχασε την ευκαιρία να κερδίσει έδαφος στην Ευρώπη και να γίνει μια μορφή σωτήρα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, ειδικά αφού ο Τραμπ άρχισε να την εκφοβίζει. Σήμερα οι Ευρωπαίοι είναι επιφυλακτικοί απέναντι και στις δύο πλευρές».

Ποια είναι η εκτίμησή σας για την Ελλάδα; Είναι εφικτό να διατηρήσει καλές σχέσεις και με τις δύο χώρες;

«Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα έχει καλύτερες σχέσεις και με τις δύο χώρες σε σύγκριση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά τις μεγάλες δυνάμεις, όπως η Γερμανία. Ο ελληνικός ναυτιλιακός κλάδος συνεχίζει να αποκομίζει τεράστια κέρδη από τις σχέσεις του με την Κίνα. Ωστόσο, έχουν υπάρξει κάποια θέματα με την Κίνα, όπως το πρόσφατο σκάνδαλο κατασκοπείας, που κάνουν τους Ελληνες πιο διστακτικούς απέναντι σε οικονομικές ευκαιρίες που μπορεί να προσφέρει το Πεκίνο.

Η Ελλάδα επωφελείται από μια σημαντική ελληνοαμερικανική κοινότητα και γνωρίζει πολύ καλά την αμερικανική πολιτική. Χρειάζεται όμως περισσότερη κατανόηση και εμπειρογνωμοσύνη της κινεζικής πολιτικής ώστε να κατανοήσει τα οφέλη και το κόστος των διαφορετικών αλληλεπιδράσεών της με την Κίνα.

Ως προς τα δύο λιμάνια, του Πειραιά με την COSCO και τις αμερικανικές επενδύσεις στην Ελευσίνα, θεωρώ ότι μπορεί να διαχειριστεί και τα δύο, αλλά σίγουρα οι ΗΠΑ ανησυχούν για την έκταση της κινεζικής επιρροής μέσω της COSCO».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version