Η οροσειρά Γκαλιτσίτσα καθρεφτίζει τις χιονισμένες ακόμα κορυφές της στα ακίνητα, διάφανα νερά μιας από τις αρχαιότερες λίμνες της Ευρώπης. Φύση και ιστορία συνυπάρχουν σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερης ομορφιάς, στα υγρά σύνορα της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας. Η πόλη της Οχρίδας, χτισμένη στις όχθες της ομώνυμης λίμνης, από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας, είναι ένας τόπος όπου το θείο συναντά το ανθρώπινο μέτρο μέσα από τη βυζαντινή τέχνη και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική.
Αποκαλούμενη και ως «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων», η Οχρίδα φιλοξενούσε κάποτε περί τις 365 εκκλησίες – μία για κάθε ημέρα του χρόνου, ισχυρίζονται οι ντόπιοι. Μπορεί να είναι μύθος, αλλά είναι από εκείνους τους μύθους που δε θες να διαψεύσεις. Αντίθετα, θέλεις να τον περπατήσεις, σε μια διαδρομή όπου, με λίγη φαντασία, ο χρόνος δεν κυλά αλλά κάθεται όπως η πάχνη του ξημερώματος επάνω στις πέτρες και στα ξύλινα σαχνισιά.
Από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στο Κάνεο, την παλιά συνοικία των ψαράδων, μέχρι τα στενά καλντερίμια της παλαιάς πόλης που οδηγούν σε αυλές με γιασεμιά και παμπάλαιους ναούς με ξεθωριασμένες τοιχογραφίες, η Οχρίδα αφηγείται ιστορίες πίστης, εμπορίου και πολιτισμικών διασταυρώσεων. Και η λίμνη που την αγκαλιάζει, η βαθύτερη των Βαλκανίων (288-294 μ.), Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO (μαζί με την πόλη) για τη μοναδική φυσική και πολιτιστική της αξία, καθρεφτίζει τη γοητεία της χαρίζοντας στον επισκέπτη πλούσιες εικόνες.
Εξαιρετικά τοπόσημα
Η περιήγηση ξεκινά από το λιμάνι. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική προσθέτει αμέσως ενδιαφέρον στη βόλτα: τα σπίτια είναι λευκά με σκούρα ξύλινα δοκάρια και συχνά «ψηλόλιγνα» για να εξασφαλίσουν θέα στη λίμνη. Δεν έχουν λείψει και εδώ, όπως και στους ελληνικούς παραδοσιακούς οικισμούς, οι άστοχες παρεμβάσεις, όμως υπάρχουν ακόμη γωνιές που έχουν διατηρήσει την παλιά αρχοντιά τους.

Η οικία Ρόμπεφ (φωτογραφία Κοσμά Βίδου)
Η Οικία των Ρόμπεφ θεωρείται το ωραιότερο δείγμα της παραδοσιακής αστικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα σε ολόκληρη την περιοχή. Χτισμένη το 1863-1864, ανήκε σε μία από τις πλουσιότερες και πιο επιδραστικές οικογένειες εμπόρων της περιοχής. Σήμερα λειτουργεί ως Αρχαιολογικό και Εθνογραφικό Μουσείο. Ανηφορίζοντας, βρίσκουμε το αρχαίο θέατρο, το μοναδικό ελληνιστικού τύπου θέατρο στη χώρα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και από τους Ρωμαίους για μονομαχίες. Η θέα προς τη λίμνη είναι υπέροχη, το ίδιο και η θέα από το Φρούριο του Σαμουήλ που στεφανώνει την παλαιά Οχρίδα – η πόλη αποτέλεσε πρωτεύουσα της Α’ Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, κατά την περίοδο βασιλείας του τσάρου Σαμουήλ, στα τέλη του 10ου αιώνα. Τα ανεκτίμητα όμως στολίδια του οικισμού είναι οι βυζαντινές εκκλησίες του. Ανάμεσά τους, η Αγία Σοφία θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσαιωνικής τέχνης στην Ευρώπη. Ο ναός, που χτίστηκε στα τέλη του 10ου αιώνα πάνω στα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής, υπήρξε για αιώνες έδρα της Αρχιεπισκοπής της Οχρίδας. Η εξωτερική όψη του, με τα πλίνθινα περίκλειστα τόξα και τον εξωνάρθηκα, εντυπωσιάζει. Στο εσωτερικό, οι τοιχογραφίες του 11ου, του 12ου και του 13ου αιώνα είναι συγκλονιστικές. Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, όταν ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί, είχαν καλυφθεί με σοβά. Αυτό το γεγονός, παραδόξως, λειτούργησε ως «κάψουλα χρόνου», διατηρώντας τα χρώματα και τις λεπτομέρειές τους σε εξαιρετική κατάσταση, μέχρι την αποκάλυψή τους τον 20ό αιώνα.
Ο Αγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στο Κάνεο, στην άκρη ενός δάσους με πεύκα πάνω από τη λίμνη, είναι το πλέον φωτογραφημένο σημείο της Οχρίδας. Στο γειτονικό Πλάοσνικ (ένα αρχαιολογικό συγκρότημα κάτω από το φρούριο), δεσπόζει ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα. Εδώ βρισκόταν το σημαντικότερο πρώιμο σλαβικό εκπαιδευτικό κέντρο, ιδρυμένο από τον Αγιο Κλήμη της Οχρίδας. Ο νεότερος ναός έχει χτιστεί πάνω στα θεμέλια του παλαιού και οι γύρω ανασκαφές έχουν φέρει στο φως εκπληκτικά ψηφιδωτά δάπεδα από παλαιοχριστιανικές βασιλικές.
Καμία επίσκεψη στην Οχρίδα δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς μια εκδρομή στο νοτιότερο άκρο της λίμνης, σχεδόν πάνω στα σύνορα με την Αλβανία. Η διαδρομή με αυτοκίνητο προς τη Μονή του Αγίου Ναούμ (περίπου 30 χλμ. από την πόλη) είναι μια απόλαυση, ειδικά την άνοιξη. Ο δρόμος ακολουθεί την ακτογραμμή, περνώντας από μικρά ψαροχώρια και παραλίες με βότσαλα και άμμο. Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Κόλπου των Οστών είναι ένας ανακατασκευασμένος νεολιθικός οικισμός με σπίτια σε πασσάλους και με αντικείμενα από την Εποχή του Χαλκού και του Σιδήρου που βρέθηκαν στην Οχρίδα.
Οι πυκνές συστάδες με τα καλάμια που κατά εκατοντάδες φύονται στις ακτές αποτελούν ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα στοιχεία του τοπίου. Η Μονή του Αγίου Ναούμ, ο τελικός προορισμός της εκδρομής, είναι χτισμένη σε έναν τόπο μοναδικής φυσικής ομορφιάς, εκεί όπου αναβλύζουν οι πηγές του ποταμού Μαύρου Δρίνου, τροφοδοτώντας τη λίμνη με κρυστάλλινο νερό.

Αγιογραφία τη Μονή του Αγίου Ναούμ (φωτογραφία Κοσμά Βίδου
Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 905 από τον ίδιο τον Αγιο Ναούμ, συνεργάτη των Κυρίλλου και Μεθοδίου τον 9ο αιώνα στους αγώνες τους για τη διάδοση της χριστιανικής πίστης στα Βαλκάνια. Οι τοιχογραφίες του είναι μεταγενέστερες αλλά εξαιρετικής τέχνης. Κάποιες εξ αυτών αφηγούνται τη ζωή και τα θαύματα του αγίου, ο οποίος είναι θαμμένος στον χώρο της μονής. Εξω από τον ναό, στον καταπράσινο κήπο, κυκλοφορούν ελεύθερα παγώνια που ανοίγοντας τα εντυπωσιακά φτερά τους ποζάρουν στους τουρίστες, οι οποίοι σπεύδουν να τα φωτογραφίσουν. Η βόλτα με τις ξύλινες βάρκες στις πηγές του ποταμού είναι επίσης εξαιρετικά δημοφιλής στους επισκέπτες.
Στις ταβέρνες που λειτουργούν στα διάφορα χωριά και που μυρίζουν καμένο ξύλο προσφέρονται τοπικές σπεσιαλιτέ, ανάμεσά τους «tavce gravče» (φασόλια σε πήλινο σκεύος, μαγειρεμένα στον φούρνο). Τα πιάτα με τους μεζέδες συνοδεύονται με τοπικό κρασί από τους αμπελώνες της περιοχής. Τα φρέσκα ψάρια, τα κεμπάπ, οι πιπεριές και τα τυριά έχουν επίσης την τιμητική τους στο τραπέζι της Βόρειας Μακεδονίας.
Η περιοχή της Οχρίδας, από την πόλη έως το μοναστήρι του Αγίου Ναούμ, αξίζει με το παραπάνω μία ή δύο διανυκτερεύσεις – διαθέτει εξάλλου αρκετά καλά ξενοδοχεία – για εκείνον που θα θελήσει να γνωρίσει τα κυριότερα αξιοθέατα. Για τον επισκέπτη που φεύγοντας από εκεί θα πάρει μαζί του όχι μόνο αναμνήσεις, αλλά και ένα κομμάτι από τη γαλήνη της λίμνης. Αυτό θα είναι πιθανώς και το μεγαλύτερο δώρο του ταξιδιού του.