Η συνύπαρξη δύο εικαστικών δεν συνιστά κατ’ ανάγκη μια κοινή αισθητική. Είναι, κυρίως, η συνάντηση δύο αυτόνομων τρόπων θέασης του κόσμου. Πρόκειται για μια σχέση διαρκούς διαπραγμάτευσης, όπου η εγγύτητα δεν αναιρεί τη διαφορά και η οικειότητα δεν οδηγεί στην ομοιομορφία. Οπως δηλαδή στην περίπτωση του Διαμαντή Σωτηρόπουλου και της Ζωής Γαϊτανίδου, η σχέση των οποίων τους έχει οδηγήσει σε δύο διακριτά ιδιώματα που εξελίσσονται παράλληλα, ενώ διατηρούν την αυτονομία τους.
Από τη μία πλευρά, ο κατά βάση διχρωματικός – ασπρόμαυρος – ζωγραφικός κόσμος του Σωτηρόπουλου, φορτισμένος με ένταση, απεικονίζει τη βία κάθε μορφής εξουσίας. Αντλώντας από την παράδοση του τερατομορφισμού και από αναφορές στη βυζαντινή, γοτθική και πρώιμη αναγεννησιακή εικονογραφία, αλλά και από τη σύγχρονη οπτική κουλτούρα (κόµικς, videogames, animation, heavy metal), αρθρώνει αιχμηρή κριτική μιας γελοίας, μικροαστικής εξουσίας μέσα από διαχρονικά σύμβολα και μορφές. Από την άλλη, ο έμπλεος χρωμάτων κόσμος της Γαϊτανίδου, η οποία χρησιμοποιεί το κέντημα για να δημιουργήσει ταπισερί που συνδυάζουν αφηρημένα και αναπαραστατικά μοτίβα, συγκροτεί ένα ιδίωμα που η κριτικός Ρομπέρτα Σμιθ είχε περιγράψει ως «έναν ναΐφ απόγονο του νεο-εξπρεσιονισμού, μια σύγχρονη ματιά στο τροπικό όραμα του Ανρί Ρουσό», με αφορμή την έκθεσή της με τίτλο «Risk Aversion» στην γκαλερί Scaramouche στη Νέα Υόρκη το 2013.
Δύο κόσμοι ετερόκλητοι, που αυτή την περίοδο εφάπτονται μέσα από την ομαδική έκθεση «Between Two and Three Meters» στην γκαλερί Dio Horia, που φέρνει σε διάλογο έργα καλλιτεχνών οι οποίοι εργάζονται με διαφορετικά μέσα αλλά τολμούν μια κλίμακα μεγαλύτερη από τη συνήθη – μια κλίμακα που υπερβαίνει την «ασφάλεια» της επιτοίχιας πρακτικής. Κάθε καλλιτέχνης, όπως και η Γαϊτανίδου με τον Σωτηρόπουλο, παρουσιάζει ένα έργο σε κλίμακα μεγαλύτερη από το αναμενόμενο, καθώς και ένα έργο μικρής κλίμακας (κάτω των 50 εκ.). Συμπυκνωμένες χειρονομίες που αναδεικνύουν «ζητήματα κλίμακας, υλικότητας και σωματικής εμπλοκής, επεκτείνοντας τον διάλογο μεταξύ έργου, θεατή και αρχιτεκτονικού χώρου».
Για τον Σωτηρόπουλο και τη Γαϊτανίδου αυτά είναι ζητήματα καθημερινά, τα οποία γνωρίζουν σε βάθος ο ένας για την άλλη. «Βλέποντας τα έργα της Ζωής από μέσα, στη διαδικασία της δημιουργίας τους, μέχρι να τελαρωθούν, δεν μπορεί κανείς να συλλάβει την τελική τους εικόνα. Τη στιγμή όμως που αυτό συμβαίνει, γεννιέται η αίσθηση ότι έχεις απέναντί σου ένα ψηφιακό έργο. Είναι σαν να κινούνται οι κλωστές, νιώθεις την ενέργεια κάθε βελονιάς να φορτίζει την επιφάνεια» θα πει ο Σωτηρόπουλος με έναν θαυμασμό βαθιά εσωτερικευμένο, που ακούγεται ως ένα απλό, αυτονόητο γεγονός.

Zoi Gaitanidou – Inside out Thread 65x60cm (2026)
Στον απόηχο μιας ολυμπιάδας
Αυτή η μακρά διαδικασία συμπόρευσης και αμοιβαίας στήριξης, στην οποία νιώθεις τις γερά θεμελιωμένες βάσεις, ξεκίνησε ουσιαστικά «from day one». Από τη στιγμή που οι δυο τους γνωρίστηκαν στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα και από τη Θεσσαλονίκη, πορεύθηκαν παράλληλα – σε διαφορετικές χρονιές, σε διαφορετικά εργαστήρια (η Ζωή στης Ρένας Παπασπύρου, ο Διαμαντής στου Γιάννη Ψυχοπαίδη) –, για να αποφοιτήσουν μαζί το 2005. «Την ημέρα που έδειχνα την πτυχιακή μου, στις 15 Σεπτεμβρίου του 2004, είναι η επέτειός μας» θα διευκρινίσει ο Σωτηρόπουλος. Η πτυχιακή του περιλάμβανε σχέδια αλλά και βίντεο stop-motion με σχέδια που εξελίσσονταν πάνω στο ίδιο χαρτί – «ήταν η εποχή που βλέπαμε πολύ Ουίλιαμ Κέντριτζ» θα πει.
Η αίσθηση που είχε προκαλέσει ήταν μεγάλη. Η Λωραίνη Αλιμαντίρη της Gazon Rouge έσπευσε να τον εκπροσωπήσει, και η πορεία που ξεκίνησε ήταν εκρηκτικά εντυπωσιακή. Υπήρξε εκείνη την εποχή ένα ιδιαίτερο momentum με τα συμπαρομαρτούντα των Ολυμπιακών Αγώνων και την άνθηση της αγοράς της τέχνης, προτού αρχίσει να διαφαίνεται η κρίση που θα διάβρωνε το τοπίο από το 2008 και μετά. Η κομβική 1η Μπιενάλε της Αθήνας «Destroy Athens» (χορηγός Deutsche Bank) οδήγησε στη συμμετοχή του στην έκθεση «Affinities. New Acquisitions – Deutsche Bank Collection» στο Deutsche Guggenheim το 2007, μαζί με έργα καλλιτεχνών όπως η Λουίζ Μπουρζουά και ο Βασίλι Καντίνσκι. «Ηταν ένα σοκ για εμένα, δεν ήταν εύκολη η διαχείριση αυτής της προβολής, ήμουν μόλις 27 χρόνων». Σε αυτή την ηλικία βρέθηκε να εκπροσωπείται από γκαλερί και στο Βερολίνο και είδε τη δουλειά του να γίνεται περιζήτητη. «Βρεθήκαμε στην αγορά της τέχνης προτού καταλάβουμε καλά-καλά τι μας συμβαίνει και πώς κινείται αυτός ο χώρος. Είχα λίστα αναμονής με συλλέκτες που περίμεναν τα έργα μου. Ηταν πολύ έντονο και απαιτητικό».

Diamantis Sotiropoulos – About Punishment Series Elephant Pencil on paper 29x21x4.5 cm (2013)
Γιατί και η Γαϊτανίδου είχε μια παρόμοια πορεία έκθεσης και καλλιτεχνικής αναγνωρισιμότητας. «Επηρεάστηκα πολύ από την καλλιτεχνική του φύση. Οτι δηλαδή η τέχνη μπορεί να είναι η ζωή σου. Δεν το είχα πιστέψει όταν ήμουν στη σχολή, όμως εκείνος ήταν συντονισμένος προς αυτή την κατεύθυνση και τον ακολούθησα. Ο Διαμαντής ανοίγει τον δρόμο κι εγώ ακολουθώ» θα πει σε πραγματιστικό τόνο. «Ναι, αλλά όταν εκείνη πηγαίνει στο Μαϊάμι, εγώ δεν το κάνω» θα αντιτείνει εκείνος, αναφερόμενος στην έκθεσή της με τίτλο «Void» στην David Castillo Gallery το 2010. Το έργο της εκπροσωπήθηκε επίσης στην ίδια αθηναϊκή γκαλερί και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έγινε ορατό σε ανθρώπους της τέχνης χάρη στη δική του δημοφιλία
– μια και ανέκαθεν δούλευαν στον ίδιο χώρο. Οπως στη Νάντια Αργυροπούλου, η οποία συμπεριέλαβε αμφότερους στην έκθεση «Η σύγχρονη ελληνική σκηνή» που επιμελήθηκε στην Art Athina του 2007, με έργα καλλιτεχνών που αποτέλεσαν και ακόμα αποτελούν το who is who της εγχώριας τέχνης.
Και μετά ήρθε η παύση: γιγαντώθηκε η κρίση, έκλεισαν οι δύο γκαλερί που εκπροσωπούσαν τον Σωτηρόπουλο (Gazon Rouge και Upstairs Berlin) και έμεινε μόνο αυτή που τον εκπροσωπούσε στην Κολωνία (Biesenbach), άλλαξαν οι τάσεις της αγοράς. «Ημασταν στην αγορά και βγήκαμε, αρχίσαμε να κινούμαστε αυτόνομα, οι τάσεις αλλάζουν αλλά έχουμε το κοινό μας. Μία από τις κατευθύνσεις που έχει πάρει η σύγχρονη τέχνη είναι η διακοσμητικότητα, αλλά εγώ χαίρομαι που δεν είναι έτσι τα έργα μου, που δεν είναι ανώδυνα. Ποτέ πάντως δεν έχω προσπαθήσει να ακολουθήσω τις τάσεις της εποχής. Τώρα, αν δεν πουληθούν, δεν πειράζει» θα πει ο Σωτηρόπουλος. «Εχουμε κάνει commissions, αλλά δεν έχω κάνει ποτέ έργο μόνο και μόνο για να το πουλήσω, δίχως δηλαδή να νιώθω την ανάγκη να το δηµιουργήσω. Η πορεία ενός καλλιτέχνη συνήθως δεν είναι γραμμική, κάνει κύκλους» θα αντιτείνει η Γαϊτανίδου, για να προσθέσει: «Χαιρόμαστε που συνεργαζόμαστε με τη Μαρίνα Βρανοπούλου (σ.σ.: της Dio Horia Gallery), γιατί έχει μια ιδιαίτερη ορμή. Θέλει να κάνει κάτι δημιουργικό και φαίνεται ο ενθουσιασμός της. Βρίσκεται σε μια πολύ παραγωγική φάση».

Gaitanidou -Eyewitness Thread acrylic and pastel on canvas 180×140 cm (2020)
Η υπογραφή που δεν σβήνει
Πάντως αυτό που έχει µείνει αταλάντευτα σταθερό είναι η ιδιαίτερη, πρωτότυπη γλώσσα τους, μια διακριτή υπογραφή που δεν την μπερδεύεις με κανενός άλλου. Και πρέπει να το πούμε και να το τονίσουμε, ότι η χειροτεχνική προσέγγιση της Γαϊτανίδου δεν ήταν καθόλου «της μόδας» όταν έκανε τα πρώτα της βήματα στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η δουλειά της αντλεί τη ζωτικότητά της από μια ήρεμη αλλά ακλόνητη συναισθηματική δύναμη, την οποία γνωρίζουμε καλά όσες και όσοι την έχουμε συναναστραφεί: «Μου άρεσε ότι μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι που δεν έχει τέλος, αυτή η εμμονή, η διαλογιστική διαδικασία μέσα στην οποία βυθίζομαι και χάνομαι.
Για εμένα, θα μπορούσε να είναι ένα ενιαίο έργο όλη μου η δουλειά – απλώς κάποια στιγμή κάθε έργο έπρεπε και πρέπει να ολοκληρωθεί. Και, καθώς περνάει ο χρόνος και ο κόσμος “εξελίσσεται”, νιώθω σαν να μένουμε εδώ, σταθερά, στον χειρωνακτικό ρυθμό του χρόνου μου. Οταν κάθομαι και πιάνω τη βελόνα και την κλωστή, αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στο σωστό μέρος, όσο επίπονο και απαιτητικό κι αν είναι. Γιατί πρόκειται για μια έντονη διαδικασία, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά». Είναι ο τρόπος της να αντιστέκεται, παρ’ ότι, όπως λέει και η ίδια, δεν κάνει «πολιτική τέχνη», αλλά πηγαίνει διακριτικά «κόντρα»: «Παλιά ήταν κόντρα στην κυρίαρχη καλλιτεχνική παραγωγή, σήμερα είναι κόντρα στους έξαλλους ρυθμούς της εποχής μας».
Η «κόντρα» του Σωτηρόπουλου είναι πιο έντονη και γίνεται ορατή στην ενέργεια της δουλειάς του: «Από την πρώτη μέρα κάνω το ίδιο πράγμα, δημιουργώ το ίδιο είδος έργου. Περιγράφω καταστάσεις που βιώνω στην πραγματικότητα: τα έχω με τις ανισότητες, με την αδικία, με την ανθρώπινη συνθήκη και τον φόβο του θανάτου που κάνει τους ανθρώπους επιθετικούς και ηλίθιους. Το κακό είναι πολυδιάστατο, οπότε έχω πολλά πράγματα για να πιαστώ. Υπάρχει και χιούμορ, αλλά αυτό που βλέπουμε είναι η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό και προέκυψε ο τερατομορφισμός στη ζωγραφική μου, που μου έδωσε τη λύση σε αυτό το αναπαραστατικό “πρόβλημα”.
Στα πρώτα χρόνια υπήρχε πολλή ορμή στα έργα μου, τα πράγματα ήταν πιο ωμά, πιο “rough”. Προχωρώντας και εισερχόμενος δυναμικά στον χώρο της τέχνης, ομόρφυνα τις εικόνες από την άποψη ότι άρχισα να δίνω προσοχή και στη λεπτομέρεια. Πλέον νιώθω ότι επιστρέφει και πάλι η ωμότητα στο έργο μου. Είμαι ανοιχτός στο να δοκιμάσω κάτι καινούργιο, αλλά τελικά πάντα γυρίζω στην ασφάλεια του δικού μου κόσμου. Θα πω όμως και αυτό: Οταν έκανε τα έργα του ο Στέλιος Φαϊτάκης, πολλοί έλεγαν “πάλι τα ίδια;”. Βλέπεις όμως στο τέλος μιας διαδρομής τι καλλιτέχνη έβγαλε η Ελλάδα. Αυτό έγινε σαφές μέσα από τη συνέπεια της δουλειάς του».
Αναρωτιέμαι πώς η κοινή γλώσσα που μιλούν, αυτή της δημιουργίας, μπορεί να επηρεάσει την καθημερινότητα στην οποία εδώ και οκτώμισι χρόνια περιλαμβάνεται και ένα παιδί. «Δεν υπάρχει πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ μας» θα πει η Γαϊτανίδου. «Μπορώ να καταλάβω απόλυτα αν μου πει ότι για τρεις μέρες δεν θέλει να μιλήσει σε κανέναν και ότι κοιμάται στις έξι το πρωί. Θα το στηρίξω, δεν θα γκρινιάξω. Ξέρω ότι όταν κάποιος δημιουργεί, είναι καλά. Ετσι νιώθω κι εγώ συναισθηματικά ασφαλής με τον Διαμαντή, όταν δουλεύει, όταν βρίσκεται στο στοιχείο του». Ο δε Σωτηρόπουλος θα προσθέσει: «Το πιο σημαντικό είναι ότι ανάμεσά μας δεν υπήρξε ποτέ ανταγωνισμός, κάτι καθόλου αυτονόητο. Χαιρόμασταν πάντα ειλικρινά ο ένας με τις επιτυχίες του άλλου. Κάποιες φορές ξεχώριζα εγώ, άλλες εκείνη. Τα χρόνια πέρασαν και είμαστε ακόμα εδώ, μαζί».
ΙΝFO
«Between Τwo and Τhree Μeters»; Dio Horia Gallery (Λεµπέση 5-7 & Πορίνου 16, Αθήνα), έως τις 15 Μαρτίου.
