Λένε πως τα μέντιουμ μπορούν να διαισθανθούν ενέργειες του παρελθόντος τη στιγμή που περνούν το κατώφλι ενός νέου χώρου. Αν κάτι τέτοιο ισχύει, τότε το εστιατόριο Carbone στο Λονδίνο θα είχε σίγουρα πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες να ψιθυρίσει. Οχι μόνο επειδή το πολυθρύλητο αμερικανικό restaurant έφθασε επιτέλους στο Mayfair, αλλά κυρίως επειδή στεγάζεται σε έναν χώρο που επί σειρά ετών υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα εξωτερικής πολιτικής μιας από τις ισχυρότερες δυνάμεις του πλανήτη. Η Αμερικανική Πρεσβεία δέσποζε στο μεγαλόπρεπο κτίριο στον αριθμό 30 της Grosvenor Square για σχεδόν έξι δεκαετίες – και ανάμεσα στους τοίχους της εκτυλίχθηκαν ορισμένες από τις πιο εμβληματικές ιστορίες διπλωματικής ισορροπίας, πολιτικών εντάσεων και κοσμοπολίτικης αίγλης που θα ζήλευε ακόμη και ο Τζέιμς Μποντ.
Φυσικά, ο κόσμος αλλάζει διαρκώς, τα μέρη μεταμορφώνονται και τα κτίρια αποκτούν νέα ζωή. Ετσι, το μοντερνιστικό αριστούργημα του αρχιτέκτονα Εερο Σάαρινεν που ανεγέρθηκε το 1960 στην Grosvenor Square ανήκει πλέον σε εκείνη την κατηγορία λονδρέζικων τοποσήμων που η πόλη ξαναθυμάται με απόλυτη κομψότητα. Με τον πρόσφατο επανασχεδιασμό του από το περίφημο αρχιτεκτονικό γραφείο David Chipperfield Architects, το 30 Grosvenor Square – άλλοτε σύμβολο διεθνούς πολιτικής ισχύος – μετατράπηκε σε σύμβολο παγκόσμιας πολυτέλειας, στεγάζοντας πλέον στην ίδια ιστορική διεύθυνση το εστιατόριο Carbone London και το πεντάστερο ξενοδοχείο The Chancery Rosewood. Θα μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο βαθιά λονδρέζικο από αυτό; Η πόλη είναι γνωστή για τον τρόπο με τον οποίο αφομοιώνει τη δύναμη του παρελθόντος και την επαναλανσάρει ως lifestyle, αφού πρώτα της δώσει το κατάλληλο styling. Ετσι, η παλιά έδρα της Αμερικανικής Πρεσβείας μετατράπηκε σε πυλώνα του στυλ, του πλούτου και της κοινωνικής ζωής της βρετανικής μητρόπολης – στο σωστό μέρος για να δει κανείς και να τον δουν.
Παρά τη φρεσκάδα αυτού του νέου εγχειρήματος, η ιστορία του Carbone μετρά ήδη πάνω από μία δεκαετία. Από το πρώτο opening του εστιατορίου από τους Μάριο Καρμπόνε, Τζεφ Ζαλάζνικ και Ριτς Τορίσι το 2013 στη Νέα Υόρκη, το Carbone καθιερώθηκε ως αμερικανικός πολιτιστικός θεσμός, αποτίοντας φόρο τιμής στα ιταλικά εστιατόρια που έσφυζαν από ζωή στο «Μεγάλο Μήλο» της δεκαετίας του 1950 – μια πολυαγαπημένη παράδοση που δεν είχε ποτέ αναχθεί σε τέτοια γαστρονομικά ύψη μέχρι την εμφάνιση του συγκεκριμένου spot. Εχοντας γίνει σχεδόν αμέσως κλασικό, το εστιατόριο μετέτρεψε αυτό το ύφος σε μια περιζήτητη γαστρονομική εμπειρία υψηλού επιπέδου, συνδυάζοντας το old-school swagger με εξαιρετικές πρώτες ύλες και δεξιοτεχνία επιπέδου Michelin. Οι κριτικές των μεγάλων μέσων δεν άργησαν να έρθουν, με τον Πιτ Γουελς των «New York Times» να περιγράφει το εστιατόριο ως «ένα πολυτελές ιταλικό στο Greenwich Village, σκηνοθετημένο από τον Κουέντιν Ταραντίνο, το οποίο αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα που υπήρχε ανέκαθεν στην ιταλική κουζίνα».
Ιταλικό bravado με λονδρέζικο twist
Πώς έφθασε λοιπόν ένα στολίδι της νεοϋορκέζικης σκηνής στην αριστοκρατική συνοικία της βρετανικής πρωτεύουσας; Σύμφωνα με τον συνιδρυτή Τζεφ Ζαλάζνικ, η άφιξη στο Λονδίνο δεν αποτελούσε ποτέ ερωτηματικό, αλλά θέμα χρόνου. Οπως δήλωσε, «από την αρχή της ιστορικής διαδρομής του Carbone, πιστεύαμε ότι κάποτε το Λονδίνο θα γινόταν το σπίτι του. Η αίσθηση εκλέπτυνσης αυτής της πόλης, ο σεβασμός της προς την ιστορία και η εκτίμησή της για την κορυφαία γαστρονομία υπήρξαν καθοριστική πηγή έμπνευσης για όλο το έργο μας. Εχουμε την τιμή να μοιραστούμε αυτό το ξεχωριστό ύφος ιταλικής κουζίνας με τη μεγαλύτερη γαστρονομική πρωτεύουσα του κόσμου. Η στιγμή γίνεται ακόμη πιο σημαντική καθώς το όνειρο πραγματοποιείται στην πρώην Αμερικανική Πρεσβεία στο Mayfair». Είναι μια δήλωση που θα μπορούσε να ακουστεί υπερβολική, αν δεν ήταν τόσο πραγματική. Το Λονδίνο όντως υπήρξε ανέκαθεν η πόλη που λατρεύει καθετί που είναι ταυτόχρονα γεμάτο ιστορία αλλά και ποτισμένο με τη σωστή δόση σύγχρονου glamour.
Για αυτό το εμβληματικό άνοιγμα, η MFG – η εταιρεία πίσω από το Carbone – συγκέντρωσε μια ομάδα ειδικών που θα μπορούσαν να μεταμορφώσουν πλήρως τον ιστορικό σκελετό του κτιρίου. Ετσι, στράφηκε σε μια σειρά από σταθερούς και μακροχρόνιους συνεργάτες της – ανάμεσά τους ο πολυβραβευμένος Κεν Φαλκ. Ο διάσημος interior designer ανέλαβε το project ως την πρώτη του ανάθεση στον τομέα του hospitality στο Λονδίνο και άντλησε έμπνευση από τη θρυλική κουλτούρα των αμερικανικών mid-century supper clubs προκειμένου να δημιουργήσει χώρους που η βρετανική πρωτεύουσα δεν είχε ξαναδεί. Φυσικά, το Λονδίνο λατρεύει την τέχνη, έτσι το όραμα του Φαλκ ενισχύθηκε από μια αξιοσημείωτη συλλογή έργων, επιμελημένη από τον γνωστό γκαλερίστα Βίτο Σνάμπελ, η οποία περιλαμβάνει δημιουργούς όπως οι Αϊ Γουεϊγουέι, Τζούλιαν Σνάμπελ, Ντέιβιντ Σάλι και Ρενέ Ρικάρ, ανάμεσα σε πολλά ακόμη ονόματα της καλλιτεχνικής σκηνής που φιλοξενούνται στο Carbone.
Σύμφωνα με το δημιουργικό του όραμα, ο Φαλκ επιχείρησε να δώσει στον χώρο «μια επισημότητα αναμεμειγμένη με bravado (σ.σ.: μαγκιά, ύφος)», η οποία «ορίζεται καλύτερα από το στυλ του Φρανκ Σινάτρα και του Rat Pack, το El Morocco και την Copacabana (σ.σ.: θρυλικά nightclubs της Νέας Υόρκης)». Αυτό γίνεται έκδηλο ήδη από την είσοδο, όπου οι επισκέπτες έρχονται αντιμέτωποι με χαρακτηριστικά στοιχεία του αυθεντικού Carbone της Νέας Υόρκης, όπως τα μπλε γυαλιστερά πάνελ, οι μεταλλικές οροφές, τα μαρμάρινα μωσαϊκά δάπεδα και οι κεντητές κουρτίνες που μοιάζουν βγαλμένες από cafés μιας άλλης εποχής. Η αίθουσα στο επίπεδο του δρόμου έχει ως σημείο αναφοράς ένα μεγαλόπρεπο μπαρ, το οποίο εξυπηρετεί και τα τραπέζια τoυ εξωτερικού χώρου, όπου οι συνδαιτυμόνες γευματίζουν al fresco τις ηλιόλουστες ημέρες πλαισιωμένοι από πράσινο.
Φυσικά, η πραγματική έννοια της πολυτέλειας είναι εμφανής στο εσωτερικό του χώρου. Κατεβαίνοντας μια μεγαλοπρεπή σκάλα, οι επισκέπτες αντικρίζουν μια τοιχογραφία φιλοτεχνημένη ειδικά για τον χώρο, η οποία αφηγείται την ιστορία μιας θρυλικής βραδιάς στο Carbone. Παντρεύοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία, το έργο σφύζει από αναφορές στη χρυσή εποχή της Νέας Υόρκης. Φθάνοντας στο νευραλγικό σημείο – ή μάλλον στην κορύφωση της εμπειρίας –
του Carbone, το μπαρ και το lounge είναι εξ ολοκλήρου ντυμένα με ένα βαθύ μπορντό ύφασμα από τα ιστορικά αρχεία του βρετανικού οίκου Watts 1874. Στην οροφή, ο «τρούλος» σε κερασί χρώμα διαθέτει ένθετα πάνελ καθρέφτη σε κόκκινη απόχρωση, ενώ το ίδιο το μπαρ είναι κατασκευασμένο από περίτεχνο κεχριμπαρένιο πτυχωτό γυαλί και μπρούντζο. Η μεγαλύτερη αποκάλυψη όμως είναι η κεντρική σάλα: επενδεδυμένη με πλούσιο εβονισμένο μαόνι, με οροφή ντυμένη με μπορντό τσόχα και oversized ιταλικά φωτιστικά «Ciambella» που φωτίζουν τα δάπεδα από βαθύ κόκκινο και λευκό μάρμαρο. Ακόμη και οι μικρότερες λεπτομέρειες έχουν τύχει της ίδιας προσοχής. Τα καθίσματα και οι καρέκλες, για παράδειγμα, είναι επενδεδυμένα με βελούδο σε απόχρωση Campari red και παλαιωμένο δέρμα. Κρυμμένη στο εσωτερικό, βρίσκεται και μια ιδιωτική αίθουσα φαγητού σε στυλ χρυσού θησαυροφυλακίου, διακοσμημένη με χειροποίητες επίχρυσες λεπτομέρειες και έναν φαντασμαγορικό πολυέλαιο από γυαλί Murano.
Γαστρονομική ιεροτελεστία
Και αν η διακόσμηση δεν ήταν αρκετή για να ταΐσει ακόμη και τα πιο πεινασμένα για ομορφιά μάτια, τότε το μενού του εστιατορίου αναλαμβάνει να προσφέρει όλα όσα θα μπορούσε να επιθυμήσει κανείς. Πρώτα έρχονται τα εμβληματικά πιάτα του Carbone της Νέας Υόρκης, τα οποία δίνουν το «παρών» και στο λονδρέζικο μενού: από τα διάσημα Καυτερά Ριγκατόνι με Βότκα και την αριστοτεχνικά εκτελεσμένη Μοσχαρίσια μπριζόλα με παρμεζάνα που σερβίρεται με το τραγανό, ζουμερό κόκαλό της – μέχρι μια πληθώρα άλλων αριστουργημάτων, όπως το Pizzaiolo χταποδιού, τα Linguine Vongole και εκλεκτά κρεατικά και ψάρια ψημένα στα κάρβουνα. Η θεατρική προσέγγιση του εστιατορίου γίνεται ακόμη πιο έκδηλη σε ορισμένα πιάτα όπως η Caesar Salad alla ZZ και η Banana Flambé, τα οποία σερβίρονται με μια σχεδόν ιεροτελεστική παρουσίαση σε διπλανό τραπεζάκι, που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του επισκέπτη. Ομως η ομάδα των chefs δεν παρέλειψε να προσθέσει και μια σειρά από νέες, αποκλειστικά λονδρέζικες προσθήκες στο ρεπερτόριο του Carbone, ανάμεσά τους το ορτύκι γεμιστό με λουκάνικο, το Scampi alla Scampi, παρασκευασμένο με ζωντανές καραβίδες που φθάνουν καθημερινά αεροπορικώς από τη Σκωτία, τα χτένια με δεντρολίβανο, καθώς και το πρώτο ριζότο στην ιστορία του Carbone, το Lobster Risotto alla Arrabiata.
Εχοντας δει τόσο τη διακόσμηση όσο και το μενού, κανείς δεν θα περίμενε κάτι λιγότερο από τη λίστα των ποτών. Πράγματι, ο όμιλος MFG όρισε ως υπεύθυνο κρασιών τον Τζον Σλόβερ, του οποίου οι λίστες οίνων έχουν αποσπάσει αμέτρητα βραβεία ανά τον κόσμο. Η wine list που διαμόρφωσε για το Carbone London προσφέρει πάνω από 2.000 επιλογές, με ιδιαίτερη έμφαση στους φημισμένους παραγωγούς της Τοσκάνης και του Πιεμόντε. Παράλληλα, οι επιλογές της ομάδας σε σαμπάνιες, Bordeaux και Cabernet Sauvignon είναι εξίσου υποδειγματικές. Για τους λάτρεις των cocktails το Carbone βάζει υψηλούς στόχους και σε αυτό το πεδίο, δίνοντας έμφαση στην άψογη εκτέλεση των κλασικών – Martinis, Negronis και Gibsons –, με στόχο να εδραιώσει το bar ως έναν από τους πιο διακεκριμένους cocktail προορισμούς της πόλης.
Φυσικά, όσο υπέροχο κι αν είναι ένα εστιατόριο και το μενού του, η εμπειρία του καλεσμένου παραμένει πάντοτε συνδεδεμένη με τον τρόπο του service. Εχοντας εμφυσήσει στη λειτουργία του μια σχεδόν τελετουργική αντίληψη της απόλαυσης, το Carbone στοχεύει να παντρέψει τη γαστρονομική δεξιοτεχνία με την αξέχαστη φιλοξενία. Ετσι, επέλεξε τον διάσημο σχεδιαστή Ζακ Πόζεν για να δημιουργήσει μπορντό σμόκιν για τους captains of service, επεκτείνοντας την κομψή αισθητική του εστιατορίου ακόμη και στους ανθρώπους του. Εδώ οι συνδαιτυμόνες έχουν πάντα δίκιο, αφού όπως εξήγησε η ομάδα: «Το Carbone γεννήθηκε ως αντίδραση στα εστιατόρια όπου ο σεφ μοιάζει καμιά φορά πιο σημαντικός από τον καλεσμένο. Θέλουμε να προσφέρουμε ακριβώς αυτό που οι καλεσμένοι μας επιθυμούν». Παρατήρησα πως αυτό το μότο είναι τυπωμένο επάνω στο ίδιο το μενού: «A Piacere» ή, αλλιώς, «Οπως σας αρέσει». Εδώ, οι αλλαγές δεν θεωρούνται ενόχληση, αλλά μέρος της εμπειρίας.
Κλείνοντας τη βραδιά με ένα εξαίσιο επιδόρπιο, σκέφτηκα πως το Λονδίνο είναι γεμάτο από εστιατόρια και ξενοδοχεία πολυτελείας – πολλά από τα οποία μοιάζουν μεταξύ τους: παραπλήσια ατμόσφαιρα, παρόμοια μενού, ίδιοι θαμώνες. Είναι πράγματι δύσκολο να δημιουργήσει κανείς κάτι καινούργιο σε μια μητρόπολη που μοιάζει να έχει πια εξοικειωθεί με τον κορεσμό. Υπήρχε όμως κάτι μαγικό σε αυτή τη βραδιά. Μπορεί να ήταν το ιδιαίτερο μενού ή η θεατρικότητα του service, ίσως και οι πανέμορφοι χώροι. Εγώ όμως θέλω να πιστεύω πως ήταν κάτι διαφορετικό: το αίσθημα της αμερικανικής πολυτέλειας, πλήρως εναρμονισμένης με ένα κτίριο που έχει την ιστορία για να τη «σηκώσει». Προσπάθησα να κλείσω τα μάτια, μήπως και ακούσω έναν ψίθυρο του παρελθόντος – ίσως ένα κατασκοπικό μυστικό κάποιας παλιάς αποστολής. «Θα μπορούσα να σας το προσφέρω όπως ακριβώς το θέλετε» ακούστηκε τότε ο σερβιτόρος της βραδιάς, φορώντας το Zac Posen κοστούμι του. Οχι, δεν ήταν ψίθυρος από το υπερπέραν. Ηταν όμως το αμέσως επόμενο καλύτερο πράγμα: μια εμπειρία πολυτελείας που σε κάνει να αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου.