Τις περισσότερες χρονιές οι πρόεδροι δεν έχουν μεγάλη επίδραση στην οικονομία. Αυτό συμβαίνει επειδή η οικονομία είναι υπερβολικά μεγάλη και πολύπλοκη.
Η φετινή χρονιά δεν θα μοιάζει με τις περισσότερες. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε πρωτοφανή βήματα επιδιώκοντας μια σκόπιμη υπερθέρμανση της οικονομίας – και υπάρχουν εξαιρετικές πιθανότητες να το πετύχει.
Η Ουάσιγκτον διαθέτει τρεις βασικούς μοχλούς που επηρεάζουν την ανάπτυξη: τη δημοσιονομική πολιτική (φόρους και δαπάνες), τη νομισματική πολιτική (επιτόκια) και την πιστωτική πολιτική (την ευκολία δανεισμού).
Ιστορικά αυτοί οι μοχλοί δεν ήταν συντονισμένοι: η δημοσιονομική πολιτική ακολουθούσε τον εκλογικό κύκλο του Κογκρέσου, η νομισματική πολιτική καθοριζόταν από μια ανεξάρτητη Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed), ενώ η πιστωτική πολιτική αντανακλούσε συχνά αποσπασματικές αποφάσεις των ρυθμιστικών αρχών.
Φέτος και οι τρεις κινούνται προς την κατεύθυνση της τόνωσης, αντανακλώντας τη μονοδιάστατη προσήλωση του Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών του Κογκρέσου στην ταχύτερη οικονομική μεγέθυνση. Ελπίζουν ότι αυτό θα τους εξασφαλίσει νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Στην πορεία, όμως, θυσιάζονται άλλοι στόχοι: η συγκράτηση του χρέους, η ανεξαρτησία της Fed και η μακροπρόθεσμη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι συνέπειες αυτών θα φανούν αργότερα.
Δημοσιονομική στροφή
Ο πρώτος λόγος για να είναι κανείς αισιόδοξος για το 2026 είναι ότι το 2025 ήταν αξιοσημείωτα καλό (ακόμη κι αν πολλοί Αμερικανοί διαφωνούν). Το ΑΕΠ, προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό, πιθανότατα αυξήθηκε γύρω στο 2,5%, σε ευθυγράμμιση με τον ισχυρό ρυθμό των δύο προηγούμενων ετών.
Οι βασικοί μοχλοί ήταν οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και στα data centers, καθώς και η καταναλωτική δαπάνη, ενισχυμένη από ένα ισχυρό χρηματιστήριο. Και αυτό δεν έγινε με εξάντληση της αχρησιμοποίητης δυναμικότητας· αντίθετα, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε ελαφρώς.
Αρα, η «βάση» για την ανάπτυξη το 2026 θα πρέπει να είναι σαφώς πάνω από το 2%. Αξίζει να θυμηθούμε ότι η περσινή επίδοση καταγράφηκε παρά τη σχετικά περιοριστική δημοσιονομική πολιτική. Οι δασμοί του Τραμπ απέφεραν περίπου 200 δισ. δολάρια, τα περισσότερα εκ των οποίων πλήρωσαν αμερικανικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Φέτος οι μέσοι δασμοί δεν αυξάνονται – και ενδέχεται να μειωθούν, εάν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφανθεί ότι κάποιοι επιβλήθηκαν παράνομα.
«Διπλό» ερέθισμα
Παράλληλα, το φορολογικό και δημοσιονομικό νομοσχέδιο που υπέγραψε ο Τραμπ τον Ιούλιο προβλέπει νέες ή διευρυμένες φοροαπαλλαγές, ιδίως για πολιτειακούς και τοπικούς φόρους, υπερωρίες, φιλοδωρήματα και συνταξιούχους.
Αν και οι φοροελαφρύνσεις ισχύουν αναδρομικά από την αρχή του 2025, οι πίνακες παρακράτησης φόρου προσαρμόστηκαν μόλις στις αρχές του τρέχοντος έτους. Αυτό θα δημιουργήσει ένα «διπλό» δημοσιονομικό ερέθισμα: πολλοί εργαζόμενοι θα δουν υψηλότερες καθαρές αποδοχές ήδη από αυτόν τον μήνα και, ταυτόχρονα, επιστροφή φόρου για το προηγούμενο έτος όταν υποβάλουν τη δήλωσή τους.
Ο Donald Schneider, αναλυτής πολιτικής στην Piper Sandler, εκτιμά ότι τα μέτρα αυτά θα διοχετεύσουν σχεδόν 200 δισ. δολάρια στην οικονομία – αρκετά για να ενισχύσει τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του πρώτου εξαμήνου έως και κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.
Βλέπει επίσης ισχυρότερες επενδύσεις χάρη στις διατάξεις που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να εκπέσουν πλήρως τις κεφαλαιουχικές δαπάνες.
Οι επενδύσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την όρεξη για ρίσκο – η οποία είναι τόσο ψυχολογική όσο και ορθολογική. Ωστόσο, το κράτος μπορεί να τη συγκρατήσει ή να την ενθαρρύνει. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η χαλαρή εποπτεία επέτρεψε στα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου (subprime) να τροφοδοτήσουν τη φούσκα στην αγορά κατοικίας.
Μετά την κρίση, νέοι κανόνες υποχρέωσαν τις τράπεζες να διακρατούν περισσότερο κεφάλαιο έναντι πιστωτικών ζημιών και περισσότερη ρευστότητα για να αντιμετωπίζουν εκροές, περιορίζοντας τον δανεισμό τους.
Από τότε που ανέλαβε ο Τραμπ, οι ρυθμιστικές αρχές κινούνται προς την κατεύθυνση της άρσης αυτών των περιορισμών. Ενα σύνολο κανόνων χαλάρωσε πέρυσι, επιτρέποντας στις μεγάλες τράπεζες να διακρατούν περισσότερα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις οδεύουν προς χαλάρωση.
Τα εμπόδια στις τραπεζικές συγχωνεύσεις μειώνονται και η εφαρμογή των νόμων για την προστασία των καταναλωτών στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχει υποχωρήσει. Ολα αυτά αναμένεται να «ανάψουν» τον δανεισμό.
Τα στεγαστικά
Πριν από δύο δεκαετίες, η Fannie Mae και η Freddie Mac – που εγγυώνται τρισεκατομμύρια δολάρια σε στεγαστικά δάνεια – είχαν φορτωθεί με επικίνδυνα τιτλοποιημένα στεγαστικά προϊόντα, τα οποία προκάλεσαν τεράστιες ζημιές όταν έσκασε η φούσκα της κατοικίας. Εφτασαν κοντά στην κατάρρευση, αναγκάζοντας το υπουργείο Οικονομικών να αναλάβει ουσιαστικά τον έλεγχο αυτών των ημιδημόσιων οργανισμών το 2008. Ο Τραμπ διέταξε πρόσφατα τη Fannie και τη Freddie να αγοράσουν στεγαστικά ομόλογα ύψους 200 δισ. δολαρίων, κάτι που – σύμφωνα με τη UBS – θα μπορούσε να μειώσει τα επιτόκια στεγαστικών κατά 0,1 έως 0,25 ποσοστιαίες μονάδες, ενισχύοντας τη ζήτηση για κατοικία.
«Γεμίζει το μπολ»
Η δουλειά της Fed, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο πρώην πρόεδρός της William McChesney Martin, είναι να «παίρνει το μπολ με το ποτό» μόλις αρχίσει το πάρτι. Οταν η ανάπτυξη «τρέχει» και η χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία φουντώνει, η Fed αυξάνει τα επιτόκια για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό.
Ο Τραμπ το απεχθάνεται αυτό. Πιστεύει ότι ο πρόεδρος της Fed πρέπει να ενισχύει τις υπόλοιπες οικονομικές του πολιτικές, όχι να πηγαίνει κόντρα σε αυτές. «Θέλω κάποιον που, όταν η αγορά πάει εξαιρετικά, τα επιτόκια να μπορούν να πέφτουν, γιατί η χώρα μας γίνεται ισχυρότερη» είπε την Τρίτη στο Ντιτρόιτ.
Γι’ αυτό έχει καταβάλει πρωτοφανείς προσπάθειες να ελέγξει τη Fed: επιδίωξε την αποπομπή ενός διοικητή για φερόμενες ψευδείς δηλώσεις σε στεγαστικό δάνειο και τώρα επιτρέπει στο υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνήσει ποινικά τον πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ, για το κόστος ανακαίνισης της έδρας της κεντρικής τράπεζας. Ο Πάουελ φαίνεται αποφασισμένος να παραμείνει έως τη λήξη της θητείας του, τον Μάιο.
Τα επιτόκια
Οι αξιωματούχοι της Fed βλέπουν πλέον τα επιτόκια να υποχωρούν από το τρέχον εύρος τού 3,5%-3,75% κατά ένα τέταρτο της μονάδας φέτος, κάτι που θα τα άφηνε περίπου στο «ουδέτερο» επίπεδο – ούτε περιοριστικό ούτε επεκτατικό.
Ο Τραμπ, όμως, δεν θέλει ουδέτερο περιβάλλον· θέλει τόνωση και είναι κατηγορηματικός ότι ο επόμενος πρόεδρος της Fed πρέπει να προχωρήσει σε σημαντικές μειώσεις. Οι δύο επικρατέστεροι υποψήφιοι, ο σύμβουλος Κέβιν Χάσετ και ο πρώην διοικητής της Fed Κέβιν Γουόρς, συμφωνούν. Ισως να μην κατεβάσουν τα επιτόκια στο 1%, όπως επιθυμεί ο Τραμπ.
Αλλά αναμένεται σαφής στάση «περιστεράς» και από τους δύο.
Πιθανότατα θα έχουν και ευνοϊκά νέα για τον πληθωρισμό ως δικαιολογία. Οι επιπτώσεις των δασμών εξασθενούν, οι τιμές του πετρελαίου κινούνται πτωτικά και η υπερπροσφορά ενοικιαζόμενων κατοικιών πιέζει προς τα κάτω τον πληθωρισμό στέγασης. Με τη δημιουργία θέσεων εργασίας ασθενική, οι μισθοί δεν αυξάνονται γρήγορα. Το εργατικό κόστος, προσαρμοσμένο για την παραγωγικότητα, αυξήθηκε μόλις κατά 1,2% στο δωδεκάμηνο έως το τρίτο τρίμηνο.
Οι συνέπειες
Ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος από το άνοιγμα των δημοσιονομικών, νομισματικών και πιστωτικών «βαλβίδων» είναι εύκολο να προβλεφθεί: ταχεία ανάπτυξη. Αν όμως το «φούσκωμα» της οικονομίας είναι τόσο αποδοτικό, γιατί δεν το κάνουν περισσότεροι πρόεδροι και Κογκρέσα; Εξαιτίας των μακροπρόθεσμων συνεπειών. Ο Τραμπ δεν έθεσε το δημόσιο χρέος στην πορεία προς το να ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ, αλλά σίγουρα δεν την ανακόπτει. Το συνεχώς αυξανόμενο χρέος φτωχαίνει τις μελλοντικές γενιές και αυξάνει τον κίνδυνο κρίσης χρέους.
Η χαλάρωση της πίστωσης και η υποχώρηση της ρύθμισης, σε μια περίοδο που οι αποτιμήσεις είναι ήδη «τεντωμένες», θα μπορούσαν να καταλήξουν σε κατάρρευση των αγορών. Ομως, με τη Fed να χαλαρώνει, μην περιμένετε οι «τιμωροί» της αγοράς ομολόγων να τιμωρήσουν τα ελλείμματα ή τις αγορές να καταρρεύσουν.
Και όσο για την κεντρική τράπεζα που υποτάσσεται στους υπόλοιπους στόχους του προέδρου: κι αυτό συνήθως καταλήγει άσχημα. Απλώς μην ποντάρετε ότι το τέλος θα έρθει φέτος.
