Οταν οι γονείς μας γίνονται τα παιδιά μας

Το να φροντίζεις ασθενείς γονείς απαιτεί χρήμα, χρόνο και ψυχικές αντοχές - Δύο ιστορίες ευθύνης, προσήλωσης και αγάπης - Ο Δημήτρης και ο Λευτέρης αφηγούνται πώς, λίγο πριν το τέλος, στήριξαν τους ανθρώπους που τους έφεραν στη ζωή.

Οταν οι γονείς μας γίνονται τα παιδιά μας

Το λαμπάκι της κουζίνας, σαν μικρός ήλιος καρφιτσωμένος στο βαθύ σκοτάδι, στέκει ακίνητο απέναντι από τη Βασιλική.

Από τη βεντάλια ήχων που ανοίγεται στον χώρο, τον επαναλαμβανόμενο χτύπο του ρολογιού και το μούγκρισμα του ψυγείου, ξεχωρίζει τον υπόκωφο βόμβο της αναπνοής δίπλα της, που γρήγορα μετατρέπεται σε ροχαλητό. Δεν είναι μόνη. «Βοήθεια!» φωνάζει. «Η κουζίνα, θα πάρουμε φωτιά».

Τα φώτα ανοίγουν, ένας άντρας την πλησιάζει και της εξηγεί πως η κουζίνα είναι κλειστή, δεν χρειάζεται να ανησυχεί για το λαμπάκι. «Μη φοβάσαι» λέει, «κοιμήσου». Ο Δημήτρης επιστρέφει στο κρεβάτι του και σβήνει το φως. Δεν ξέρει τι ώρα είναι. Από τότε που η αϋπνία άρχισε να διαβρώνει σοβαρά το νυχτερινό του πρόγραμμα έπαψε να κοιτάει το κινητό του.

Το πρωί, γύρω στις 6.30 και μετά από άστατο, διακεκομμένο ύπνο, θα φτιάξει τον καφέ του και θα δει τηλεόραση. Λίγο πριν ανέβει στο ποδήλατο και φύγει για το μανάβικο, καθαρίζει τη μητέρα του. Αυτή είναι μια μικρή ανάμνηση από τη μεταμεσονύχτια και πρωινή του ρουτίνα, όπως τη θυμάται σήμερα.

Η Βασιλική, που μέχρι να σπάσει το ισχίο της «έτρωγε τον τόπο», τα τελευταία χρόνια ήταν κατάκοιτη. Το πρώτο χειρουργείο πήγε στραβά, το δεύτερο προσπάθησε να διορθώσει το πρώτο. Δεν περπάτησε ποτέ ξανά.

Πέρασε τρία χρόνια σε ένα μεταχειρισμένο νοσοκομειακό κρεβάτι που αποκτήθηκε έπειτα από το γνωστό «ξέρω έναν φίλο που ξέρει έναν φίλο, που έχει ένα στο υπόγειο». Φυσικοθεραπείες, ασκήσεις, προτροπές να πατήσει ξανά στα πόδια της, όλα έπεσαν στο κενό. Τρομοκρατημένη από τα δύο χειρουργεία και τη συνολική ταλαιπωρία, αρνιόταν να σηκωθεί. «Στην πορεία άρχισε να χάνει το μυαλό της. Τότε εμφανίστηκε και αυτή η φοβία με το λαμπάκι της κουζίνας».

«Και οι φροντιστές χρειάζονται φροντίδα»

Ο Δημήτρης, βάζοντας κάτω τα οικονομικά, αποφάσισε να μείνει με τη μητέρα του και να γίνει ο φροντιστής της, χωρίζοντας σε βάρδιες την επίβλεψή της με τα αδέρφια του και τα παιδιά του για όσο διάστημα βρίσκεται στο μαγαζί. Η κατ’ οίκον φροντίδα από επαγγελματίες και μη, για πολλές οικογένειες στην Ελλάδα, είναι απαγορευτική.

Το να προσέχεις τους γονείς σου κοστίζει ακριβά. Σπίτι, φαγητό, φάρμακα, πάνες, επισκέψεις από τους γιατρούς, προβλήματα που εμφανίζονται από το πουθενά και, φυσικά, η κρυφή ψυχολογική επιβάρυνση που συχνά υποβαθμίζεται μπροστά στο κύριο πρόβλημα. Την ίδια στιγμή, ο φροντιστής πρέπει να δουλέψει και να προσφέρει πολλές φορές και στη δική του οικογένεια.

Στα 62 του χρόνια τότε, ο Δημήτρης έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να αντεπεξέλθει στον ρόλο που είχε αναλάβει. Η σωματική, συναισθηματική και ψυχική εξάντληση που εξελίσσεται σταδιακά, όμως, συχνά επηρεάζει τους οικογενειακούς φροντιστές.

Σύμφωνα με την ψυχολόγο κυρία Νάσια Φάντη, «το συναισθηματικό βάρος τού να βλέπουν την υγεία ενός αγαπημένου προσώπου να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα μπορεί να δημιουργήσει στρες, μούδιασμα και μόνωση συναισθήματος, οδηγώντας σε συναισθηματική αποσύνδεση από τα αγαπημένα τους πρόσωπα».

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλοί φροντιστές να νιώθουν ενοχές ή ανεπαρκείς, ειδικά αν πιστεύουν ότι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες ή δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τις συναισθηματικές προκλήσεις που συνεπάγεται η φθίνουσα πορεία της υγείας ενός αγαπημένου προσώπου. «Οι φροντιστές χρειάζονται και οι ίδιοι φροντίδα, προκειμένου να μπορούν να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στις πολλαπλές απαιτήσεις του ρόλου αυτού. Ο τεράστιος όγκος των ευθυνών μπορεί να αφήνει ελάχιστο χώρο για ξεκούραση ή προσωπική φροντίδα» συμπληρώνει η κυρία Φάντη.

«Σαν να παραιτήθηκε ξαφνικά»

Η ιστορία του Λευτέρη ξεκινά διαφορετικά, αλλά οδηγεί στο ίδιο σημείο. Ολα άρχισαν μετά τον θάνατο του πατέρα του. Οταν έφυγε από τη ζωή, η κατάσταση της μητέρας του επιδεινώθηκε, σε μια αλυσιδωτή αντίδραση που επηρέασε την καθημερινότητά του. Μια γυναίκα ιδιαίτερα ενεργητική, εξαιρετικά καθαρή, που μαγείρευε για όλους και έραβε, «σαν να παραιτήθηκε ξαφνικά». Βρισκόταν ήδη στα πρώτα στάδια της άνοιας.

Στην αρχή αποφάσισαν με τον αδερφό του να πληρώσουν μια κυρία για να την προσέχει, να της κάνει παρέα και να της δίνει τα φάρμακα. Η μητέρα τους, όμως, χωρίς να μιλήσει, άφησε να εννοηθεί ότι την αντιπαθεί. Και υπήρχε λόγος. Οπως αποδείχθηκε, η συγκεκριμένη γυναίκα καλούσε τις φίλες της στο σπίτι και έπιναν, «αφήνοντας τη μητέρα μου σε έναν καναπέ στη γωνία».

Τα αδέρφια αποφάσισαν τελικά να αναλάβουν εκείνοι τη φροντίδα της. Αυτό προϋποθέτει συνεννόηση και βάρδιες. «Το πρωί εγώ, το μεσημέρι ο αδερφός μου, το απόγευμα εγώ και συνήθως, επειδή μένω με την οικογένειά μου εκτός και ο αδερφός μου δίπλα, το βράδυ κοιμόταν εκείνος στο σπίτι».

Ενα μεγάλο εμπόδιο, αυτό βρήκαν μπροστά τους ο Λευτέρης και ο αδερφός του από το κράτος. Η μητέρα τους δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί άνθρωπος με άνοια «γιατί όπως μας είπαν, το στάδιο που βρισκόταν δεν το δικαιολογούσε». Απειρα χαρτιά, δικαιολογητικά, εξετάσεις. Το σύστημα ακύρωνε το ίδιο το σύστημα. Τους ζητούσαν μια εξέταση, αλλά ραντεβού έβρισκαν μετά από μήνες.

«Ολο αυτό κράτησε τέσσερα χρόνια. Ευτυχώς έπαιρνε μια ικανοποιητική σύνταξη και κάλυπτε τα έξοδά της, δεν μας επιβάρυνε καθόλου οικονομικά. Δεν είναι για όλους έτσι, κάποιοι πραγματικά δυσκολεύονται όταν καλούνται να βοηθήσουν τους γονείς τους».

Ο Λευτέρης δεν κατάφερε να βρεθεί δίπλα στη μητέρα του για ένα ολόκληρο καλοκαίρι, αμελητέο διάστημα αν σκεφτούμε τον συνολικό χρόνο και την ενέργεια που αφιέρωσε. Εκείνη την περίοδο περνούσε τη δική του, περίπλοκη και σοβαρή περιπέτεια υγείας. Ακόμα και τότε, όμως, η πρώτη του σκέψη είχε να κάνει με τη μητέρα του. Ηθελε να βοηθήσει, αλλά πρακτικά ήταν αδύνατο.

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο»

Περίπου δύο χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας του, δεν θυμάται τον εαυτό του να κουράζεται από όσα έδωσε. «Υπάρχει κάτι που συνειδητοποιείς αργότερα όμως. Χωρίς να το καταλαβαίνεις έχεις αποκλείσει πολλά πράγματα από τη ζωή σου. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο, είσαι αφοσιωμένος εκεί. Ακόμα και να κανονίσεις κάτι, ένα μικρό ταξίδι για παράδειγμα, πρέπει να οργανώσεις ολόκληρο πλάνο».

Το πηχτό υλικό της θλίψης, αυτό που ποτίζει τα δάχτυλα των ανθρώπων όπως ο Λευτέρης που φρόντισαν τους δικούς τους γονείς λίγο πριν το τέλος, εμφανίζεται μόλις αντιλαμβάνεσαι ότι ο άνθρωπος που σε μεγάλωσε δεν είναι εκεί. «Είναι τραγικό αυτό το συναίσθημα που βιώνεις. Φτάσαμε στο σημείο να μη μας αναγνωρίζει. Πονάει αυτό. Κοιτάζεις αυτά τα μάτια απέναντί σου και δεν ξέρεις τι είναι. Σαν να έχεις μπροστά σου το κενό, έναν κούφιο άνθρωπο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version