Ο28χρονος Γιάννης Μαυροματίδης ζει με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1. Συγκαταλέγεται στο 11,4% του ενήλικου πληθυσμού της χώρας που πάσχει από αντίστοιχες διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης.
Τα τελευταία δύο χρόνια ο κ. Μαυροματίδης έχει διαπιστώσει μια αλλαγή, όχι στην πάθησή του αλλά στην τσέπη του. «Η καθημερινότητά μου είναι γεμάτη προκλήσεις και αόρατα έξοδα. Δεν άλλαξε η πάθησή μου αλλά το οικονομικό μου πλάνο» αναφέρει στο «Β».
Τι έχει συμβεί;
Σύμφωνα με τον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας (ΕΚΠΥ) που ίσχυε έως τον Απρίλιο του περασμένου έτους, οι διαβητικοί τύπου 1 απαλλάσσονταν από την καταβολή του ενός και τριών ευρώ στις διαγνωστικές και απεικονιστικές εξετάσεις τους, αντίστοιχα. Από τον Μάιο του 2025 το πλαίσιο άλλαξε.
Στο νέο τροποποιημένο ΕΚΠΥ και με εντολή του υπουργού Υγείας αφαιρέθηκε το Αρθρο 62, το οποίο απαγόρευε τη μετακύλιση του κόστους στον ασθενή, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τους παρόχους του ΕΟΠΥΥ, είτε πρόκειται για διαγνωστικά εργαστήρια είτε φαρμακεία, να μπορούν να υπερχρεώνουν για εξετάσεις και υπηρεσίες. «Στην πράξη, ενώ το κράτος εξακολουθεί να καλύπτει το 85% του ασφαλιστικού τιμολογίου, εμείς πληρώνουμε το 15% αλλά επιπλέον χρεωνόμαστε τη διαφορά μεταξύ της κρατικής αποζημίωσης και του εμπορικού τιμολογίου των διαγνωστικών και απεικονιστικών εξετάσεων» σημειώνει ο κ. Μαυροματίδης. «Οταν απευθυνόμαστε σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα εκτός κρατικών νοσοκομείων, τα ποσά αυτά μάς χρεώνονται κανονικά».
Μικρές χρεώσεις, μεγάλη επιβάρυνση
Η περίπτωση του κ. Μαυροματίδη είναι ενδεικτική ενός ευρύτερου μηχανισμού που φαίνεται να συμβάλλει στη σταδιακή μετακύλιση μέρους της δαπάνης υγείας από το δημόσιο σύστημα στα νοικοκυριά μέσα από μικρές, αθροιστικές χρεώσεις, «διαφορές» τιμολογίων και συμμετοχές που επανέρχονται εκεί όπου υπήρχαν εξαιρέσεις, όπως στην περίπτωση ασθενών με διαβήτη τύπου 1. Με βάση στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το «Β», η ιδιωτική επιβάρυνση για φάρμακα και διαγνωστικές εξετάσεις εκτιμάται ότι άγγιξε το 2024 τα 2,5 δισ. ευρώ, με πάνω από 2,1 δισ. για φάρμακα και πάνω από 300 εκατ. για εξετάσεις. Αντιστοιχώντας σε περίπου 1% του ΑΕΠ, πρόκειται για ένα κόστος που, κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, αυξάνει με ετήσιο ρυθμό 3% έως 4%, «ροκανίζοντας» τις εισοδηματικές αυξήσεις ιδίως στους συνταξιούχους, όπου η χρήση υπηρεσιών υγείας είναι πιο εκτεταμένη και πιο εντατική.
Η Ελλάδα, άλλωστε, βρίσκεται σταθερά στο άνω άκρο της ευρωπαϊκής κλίμακας ως προς τα χρήματα που πληρώνει ένα νοικοκυριό απευθείας τη στιγμή που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία ή αγοράζει ένα προϊόν υγείας, χωρίς να καλύπτονται (ή χωρίς να καλύπτονται πλήρως) από δημόσια ή ιδιωτική ασφάλιση. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ (Health at a Glance 2025), το ποσοστό των άμεσων ιδιωτικών πληρωμών υγείας (out-of-pocket health expenditure) επί της συνολικής δαπάνης υγείας στη χώρα είναι υπερδιπλάσιο (34,3%) του ευρωπαϊκού μέσου όρου (14,8%). Ενδεικτικά, στη Γαλλία, μια χώρα με κουλτούρα συνταγογράφησης παρόμοια με αυτή της Ελλάδας, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 9,3%. Αξίζει να σημειωθεί ότι το υψηλό ποσοστό της Ελλάδος μεταφράζεται σε μέσο ετήσιο κόστος των 1.180 ευρώ ανά κάτοικο, έναντι 542 ευρώ που αντιστοιχεί στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Εκθεση της Deloitte για λογαριασμό του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) εκτιμά ότι οι θεσμοθετημένες συμμετοχές των ασθενών (copayments) θα κινηθούν το 2025 γύρω στα 900 εκατ. ευρώ. Στο ποσό αυτό, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2024, προστίθεται η ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη που δεν περνά από αποζημίωση. Αυτή αφορά περίπου 600 εκατ. ευρώ για ΜΗΣΥΦΑ, περίπου 140 εκατ. ευρώ για φάρμακα της αρνητικής λίστας και περίπου 430 εκατ. ευρώ για αποζημιούμενα συνταγογραφούμενα φάρμακα που οι ασθενείς επέλεξαν να πληρώσουν 100% από την τσέπη τους.
Παράλληλα, οι ανατιμολογήσεις και ιδίως η μεταφορά σκευασμάτων σε καθεστώς ελεύθερης τιμολόγησης εντείνουν την επιβάρυνση των νοικοκυριών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι αυξήσεις σε ευρείας χρήσης αναλγητικά, αντιθρομβωτικά, σκευάσματα θυρεοειδούς, ακόμη και αντιβιοτικά που βγήκαν από τη λίστα αποζημίωσης. Η αιτιολόγηση της αγοράς είναι συχνά η «μη βιωσιμότητα» των πολύ χαμηλών τιμών. Το πρακτικό αποτέλεσμα όμως είναι η μετακύλιση της αύξησης του κόστους στον πολίτη χωρίς κοινωνικό «φρένο».
Πιέσεις για αυξήσεις στις διαγνωστικές
Ακόμη πιο εκρηκτικό αποδεικνύεται το πεδίο των διαγνωστικών εξετάσεων ιδίως στους ιδιώτες παρόχους. Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΟΠΥΥ, οι σχετικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 60,5% μέσα σε πέντε χρόνια, ενώ ο αριθμός των εξετάσεων αυξήθηκε κατά 38%. Το 2024 πραγματοποιήθηκαν 167 εκατ. διαγνωστικές εξετάσεις, με συνολική δαπάνη 1,18 δισ. ευρώ. Για το 2025 τα τελικά στοιχεία δεν έχουν οριστικοποιηθεί. Ωστόσο η τάση, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του «Β», παρέμεινε ανοδική, με εκτιμώμενη αύξηση κόστους γύρω στο 10% λόγω ανατιμολογήσεων. Οι συμμετοχές των ασφαλισμένων εκτιμάται ότι ξεπέρασαν τα 260 εκατ. ευρώ το 2025 έναντι 244 εκατ. το 2024.
Σύμφωνα επίσης με πληροφορίες του «Β», το υπουργείο Υγείας δέχεται πιέσεις από τον κλάδο για περαιτέρω αύξηση των τιμών στις απεικονιστικές εξετάσεις (ακτινογραφίες, μαγνητικές, αξονικές, υπέρηχοι κ.λπ.) έως και 30%, μια εξέλιξη που εφόσον περάσει στις συμμετοχές, θα μεταφραστεί σε αντίστοιχη πρόσθετη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο οι τιμές αλλά και η κουλτούρα των πολιτών απέναντι στις διαγνωστικές εξετάσεις σε ένα σύστημα όπου η προσφορά τεχνολογίας είναι πολύ υψηλή. Η Ελλάδα διαθέτει τουλάχιστον 92 μονάδες CT/MRI/PET ανά εκατομμύριο πληθυσμού, σχεδόν διπλάσιες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Σε παλαιότερη ανάλυση του ΟΟΣΑ για την Ευρώπη σημειώνεται μάλιστα ότι στην Ελλάδα πολλά απεικονιστικά ιατρικά μηχανήματα είναι παλαιά και η αποζημίωση δεν διαφοροποιείται με βάση την ηλικία τους, ενώ στη Γαλλία η αποζημίωση για MRI/CT μειώνεται μετά από κάποια χρόνια, όταν ο εξοπλισμός θεωρείται αποσβεσμένος.
Η σύγκριση με τη Γαλλία έχει σημασία διότι ο ΟΟΣΑ κατατάσσει τη Γαλλία στις χώρες με πολύ υψηλή χρήση απεικονιστικών εξετάσεων ανά κάτοικο, μια υπενθύμιση ότι η «υπερδιάγνωση» δεν είναι ελληνική αποκλειστικότητα.
Τρία (αναπόφευκτα) ερωτήματα
Με τη «διαφορά τιμολογίου» να επηρεάζει όλο και πιο πολύ τον οικονομικό προϋπολογισμό των νοικοκυριών, ο ΕΟΠΥΥ και το υπουργείο Υγείας έρχονται αναπόφευκτα αντιμέτωπα με πρόσθετα ερωτήματα. Για παράδειγμα, θα υπάρξει «κόφτης» στις επιβαρύνσεις, ιδίως για χρόνιους ασθενείς, ηλικιωμένους και νοικοκυριά στο κάτω άκρο της εισοδηματικής κλίμακας, όπως προτείνει ο ΠΟΥ; Πώς θα ελεγχθεί η παρατηρούμενη αύξηση του αριθμού διαγνωστικών εξετάσεων την ώρα που η χρηματοδότηση συμπιέζεται προς τα κάτω; Και, τέλος, υπάρχει στρατηγικό σχέδιο ώστε η χώρα να αποκλιμακώσει το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό άμεσων ιδιωτικών πληρωμών υγείας, συγκλίνοντας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο;
