Ο προσωπικός γιατρός χάθηκε στη συνταγογράφηση

Η χαμένη ευκαιρία ενός θεσμού που ξεκίνησε ως μεταρρύθμιση και θεμέλιο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας - Γιατί το σύστημα δεν κατάφερε να ριζώσει κοινωνικά και πώς έχασε τον στόχο του

Ο προσωπικός γιατρός χάθηκε στη συνταγογράφηση

Παρουσιάστηκε ως το θεμέλιο μιας σύγχρονης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Ο θεσμός του προσωπικού γιατρού ξεκίνησε ως μεταρρύθμιση. Στην πράξη, όμως, δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει ταυτότητα, ρόλο και – κυρίως – την εμπιστοσύνη του πολίτη.

Κι αυτό διότι επιβλήθηκε ως υποχρέωση, μέσα σε ένα πλαίσιο δεσμεύσεων και πιέσεων, χωρίς σαφές πλαίσιο, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και χωρίς στήριξη των επαγγελματιών υγείας που καλούνταν να τον υπηρετήσουν. Αποτέλεσμα; Αντί να λειτουργήσει ως «πυξίδα» μέσα στο ΕΣΥ, περιορίστηκε σε έναν τυπικό ρόλο, μακριά από την ουσία της ιατρικής φροντίδας.

Ετσι, σχεδόν μία τετραετία από την έναρξη της εφαρμογής του, ένας στους τρεις πολίτες δεν έχει ακόμη εγγραφεί στο σύστημα, ενώ δύο στους τρεις που έχουν επιλέξει προσωπικό γιατρό δεν τον αξιοποιούν.  Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Υγείας, 5,2 εκατομμύρια πολίτες έχουν εγγραφεί και έχουν προσωπικό γιατρό, ήτοι το 62% των πολιτών που δικαιούται να κάνει χρήση της υπηρεσίας.

Γιατροί υπάρχουν

Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των διαθέσιμων γιατρών είναι τέτοιος που θα μπορούσε να καλύψει και όσους παραμένουν εκτός, καθώς εκατομμύρια θέσεις παραμένουν κενές. Υπάρχουν 3,56 εκατομμύρια ελεύθερες θέσεις στους συνολικά 5.534 διαθέσιμους γιατρούς. Οι εγγραφές κινούνται πλέον υποτονικά (μόλις 50.000 εγγράφηκαν το τελευταίο εξάμηνο), με τις νεότερες ηλικίες κάτω των 50 ετών να απέχουν μαζικά, σε αντίθεση με τους ηλικιωμένους πολίτες (8 στους 10 άνω των 70 ετών έχουν εγγραφεί).

Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά έναν θεσμό που δεν κατάφερε ποτέ να ριζώσει κοινωνικά. Οι πολίτες συνεχίζουν να αναζητούν τον γιατρό που γνωρίζουν και εμπιστεύονται, παρακάμπτοντας κάθε ενδιάμεσο φίλτρο. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι οι γιατροί, στη μεγάλη τους πλειονότητα, αρνήθηκαν να ενταχθούν σε ένα σύστημα που θεωρούν ασαφές, υποστελεχωμένο και υποχρηματοδοτούμενο, με κανόνες που αλλάζουν και υποχρεώσεις που διευρύνονται χωρίς αντίστοιχη στήριξη.

Συμβάσεις και ένταση

Σύμφωνα με τον γενικό, οικογενειακό ιατρό, Α’ αντιπρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Γενικής – Οικογενειακής Ιατρικής, κ. Δημήτριο Κουναλάκη, το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, αλλά δομικό. Οπως σημειώνει, «ο θεσμός έχει ουσιαστικά απαξιωθεί» και έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που αρχικά εξαγγέλθηκε. «Δεν μιλάμε πια για προσωπικό γιατρό. Ο ρόλος του έχει περιοριστεί στη συνταγογράφηση, κάποιες φορές χωρίς καν την παρουσία του ασθενούς!» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η ένταση ανάμεσα στους γιατρούς και το υπουργείο Υγείας ήρθε πρόσφατα ξανά στην επιφάνεια με αφορμή την ανανέωση των συμβάσεων με τον ΕΟΠΥΥ. Στο νέο πλαίσιο προστέθηκε η δυνατότητα κατ’ οίκον επίσκεψης κατόπιν αιτήματος του ασθενούς, χωρίς όμως να προβλέπεται αμοιβή ή κάλυψη εξόδων για τον γιατρό. Μια ρύθμιση που αφορά κυρίως ιδιώτες συμβεβλημένους γιατρούς, οι οποίοι καλούνται να μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις, χωρίς ωράριο και χωρίς σαφές πλαίσιο εργασίας. «Μιλάμε για ασθενείς που μπορεί να βρίσκονται δεκάδες χιλιόμετρα μακριά. Δεν προβλέφθηκε ωράριο, δεν προβλέφθηκε κάλυψη εξόδων» τονίζει.

Χωρίς κλινική επαφή

Παρά τις αντιδράσεις, το υπουργείο Υγείας υποστηρίζει ότι ο θεσμός είναι πλέον ολοκληρωμένος, σημειώνοντας ωστόσο ότι εκκρεμεί ακόμη η ένταξη στο σύστημα των ιδιωτών γιατρών που δεν είναι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΥΥ. Την ίδια στιγμή, σοβαρά ερωτήματα τίθενται για τον τρόπο πιστοποίησης των προσωπικών γιατρών. Οπως καταγγέλλει ο κ. Κουναλάκης, υφίστανται «παράθυρα» που επιτρέπουν σε γιατρούς άλλων ειδικοτήτων (ορθοπαιδικοί, καρδιολόγοι κ.ά.) που συνταξιοδοτούνται να αποκτούν πιστοποιητικά γενικής ιατρικής χωρίς να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τον θεσμό.

Στην πράξη, πολλοί προσωπικοί γιατροί λειτουργούν αποκλειστικά ως διαχειριστές συνταγογράφησης, με γεμάτες λίστες ασθενών αλλά χωρίς ουσιαστική κλινική επαφή. Το αποτέλεσμα είναι ότι μόνο το ένα τρίτο των εγγεγραμμένων πολιτών έχει πραγματική επαφή με τον προσωπικό του γιατρό, ενώ ένας πλήρης Εθνικός Ηλεκτρονικός Φάκελος Υγείας, τον οποίο πρέπει να συμπληρώνει ο προσωπικός γιατρός στο πρώτο ραντεβού του με τον πολίτη, έχει δημιουργηθεί μόνο για το 20% των πολιτών, σύμφωνα με τον κ. Κουναλάκη.

Χαμηλή αποδοχή

Καθοριστικό έλλειμμα αποτελεί και η απουσία ομάδας υγείας. Σε αντίθεση με χώρες του εξωτερικού, όπου ο προσωπικός γιατρός πλαισιώνεται από νοσηλευτές και άλλους επαγγελματίες υγείας, στην Ελλάδα ο θεσμός σχεδιάστηκε χωρίς την απαραίτητη χρηματοδότηση και χωρίς συλλογική υποστήριξη, με κάθε γιατρό να καλείται να διαχειριστεί υπερβολικό αριθμό πολιτών. «Στη Σουηδία μιλάμε για 1.000 πολίτες ανά γιατρό, αλλά με ομάδα υγείας» εξηγεί ο Κουναλάκης. Και προσθέτει: «Εδώ ο κάθε γιατρός υποχρεώνεται στην εγγραφή 2.000 πολιτών χωρίς αντίστοιχη ομάδα».

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η αναφορά του πρόεδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Επιστημονικού Υγειονομικού Προσωπικού της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, κ. Παναγιώτη Ψυχάρη, ο οποίος συνδέει τη χαμηλή αποδοχή του θεσμού με τη συνολική αρχιτεκτονική του ελληνικού συστήματος Υγείας. Οπως επισημαίνει, «στην Ελλάδα έχουμε πάρα πολλούς γιατρούς ειδικοτήτων και οι πολίτες έχουν μάθει να απευθύνονται απευθείας στον ειδικό γιατρό που τους παρακολουθεί χρόνια, καθιστώντας την αλλαγή κουλτούρας εξαιρετικά δύσκολη».

Αυτοπαραπομπές

Ετσι, η δυσπιστία παραμένει. Η αντίληψη του προσωπικού γιατρού ως «εισόδου» στο ΕΣΥ δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το ίδιο το υπουργείο Υγείας διευκολύνει πλέον την αυτοπαραπομπή των πολιτών σε γιατρούς ειδικότητας, προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα με τις μεγάλες αναμονές. Ο ασθενής μπορεί να κλείνει μόνος του ραντεβού, ακόμη και σε κρίσιμες ειδικότητες, χωρίς προηγούμενη ιατρική καθοδήγηση. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει ο κ. Ψυχάρης, προσφάτως μια γυναίκα έκλεισε ραντεβού με ογκολόγο σε απογευματινό ιατρείο νοσοκομείου χωρίς παραπεμπτικό από άλλο γιατρό, επειδή ανησύχησε από μια εργαστηριακή εξέταση αίματος.

Σύμφωνα με τους δύο επιστήμονες, ο θεσμός του προσωπικού γιατρού, όπως εφαρμόζεται, δεν λειτουργεί ούτε ως φίλτρο ούτε ως πυξίδα μέσα στο σύστημα Υγείας. «Ο προσωπικός γιατρός δεν είναι για να κλείνει την πόρτα. Είναι για να σου λέει πού να πας» λέει ο κ. Κουναλάκης. Ομως, χωρίς σαφές πλαίσιο, χωρίς ομάδα υγείας και χωρίς εμπιστοσύνη, ο ρόλος αυτός παραμένει κενός περιεχομένου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version