Ένας καβγάς με τον πατέρα του τον έδιωξε από το σπίτι. Αναγκάστηκε να συγκατοικήσει με «φίλους». Χρειαζόταν χρήματα, καθώς δεν ήταν οικονομικά ανεξάρτητος. Ένας γνωστός του τού πρότεινε έναν τρόπο: θα ταξίδευε από τη Λιθουανία, όπου ζούσε, μέχρι την Τουρκία. Εκεί θα του έδιναν μία τσάντα, την οποία θα αναλάμβανε να «περάσει» στην Ιταλία, μέσω της Ελλάδας. Στον τελευταίο σταθμό, θα «κέρδιζε» 2.500-3.000 ευρώ. Ο «Ρόκας» δέχθηκε.
Δε γνώριζε τι ακριβώς επρόκειτο να μεταφέρει. Δε ρώτησε. Είπε απλώς «ναι». Το πιο ακριβό «ναι» της ζωής του. Η συνέχεια ήταν λίγο έως πολύ αναμενόμενη. Έφυγε από την Τουρκία με τη «βαλίτσα», πέρασε με καραβάκι στη Χίο και εκεί τον συνέλαβαν. Τον κράτησαν επί μία εβδομάδα στο νησί, επειδή ήταν μικρότερος από 21 ετών και κατόπιν τον έστειλαν στις φυλακές του Αυλώνα. Εκεί κρατήθηκε, μέχρι να γίνει η δίκη του, για περίπου έναν χρόνο. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν «βαριά»: 15 χρόνια. Με καλή διαγωγή, θα μειωνόταν στα εννέα χρόνια. Ο «Ρόκας» είδε τη ζωή του να παίρνει δραματική τροπή. Την περίοδο εκείνη, ήταν δεν ήταν 20 ετών.
Σήμερα θυμάται τους λόγους που τον έκαναν να μην παραιτηθεί. Αποφάσισε να παρακολουθήσει τα μαθήματα στο σχολείο των φυλακών Αυλώνα, να σπουδάσει και σήμερα έχει μια ζωή που στηρίζεται σε γερά θεμέλια. Φοίτησε σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της χώρας και απολαμβάνει τα οφέλη μιας σταθερής και επιτυχημένης επαγγελματικής πορείας.

Έργα από παλαιότερη έκθεση ζωγραφικής μαθητών του Γυμνασίου και Λυκείου του Ειδικού Καταστήματος Κράτησης Νέων Αυλώνα
Η περίπτωση του «Ρόκας» δεν είναι μοναδική. Από το 2000 μέχρι και το 2024, φοίτησαν στο σχολείο των φυλακών Αυλώνα 3.100 μαθητές, εκ των οποίων 45 κατάφεραν να περάσουν σε πανεπιστημιακή σχολή. Το σχολείο στις φυλακές του Αυλώνα δεν είναι υποχρεωτικό για τους κρατουμένους, εν τούτοις το 90% των παιδιών παρακολουθεί τα μαθήματα. Και το εντυπωσιακό είναι, όπως λένε οι υπεύθυνοι για τη λειτουργία του, ότι σε αυτό φοιτούν παιδιά που, εκτός φυλακής, είχαν μισήσει το σχολείο και το είχαν εγκαταλείψει…
«Εγώ και οι πανελλαδικές εξετάσεις»
Ο «Ρόκας», πολλά χρόνια σήμερα μετά την περιπέτεια που θα μπορούσε να του καταστρέψει τη ζωή, εξηγεί στο «Β» τις σκέψεις και τις αποφάσεις εκείνης της περιόδου. Άσκησε έφεση αμέσως μετά την καταδικαστική απόφαση σε βάρος του και μέχρι την εκδίκασή της, αποφάσισε κατ’ αρχάς να μάθει καλά την ελληνική γλώσσα. Και δε σταμάτησε εκεί.
«Επειδή δε γνώριζα ελληνικά, με έβαλαν στην Α’ Γυμνασίου του σχολείου. Όταν τελείωσα τη δεύτερη τάξη του Γυμνασίου και δεδομένου ότι στη χώρα μου είχα ολοκληρώσει το σχολείο, με έβαλαν απευθείας στη Β’ Λυκείου», θυμάται.
Είχαν ήδη περάσει τρία χρόνια και επρόκειτο να εκδικαστεί η έφεση. Η δίκη του συνέπεσε με την απεργία των δικηγόρων και πήγε έναν χρόνο πίσω. «Σκέφτηκα ότι δεν πειράζει, έχω περισσότερο χρόνο να προετοιμαστώ καλά για τις πανελλαδικές εξετάσεις», αναφέρει.
Ο «Ρόκας» δίνει εξετάσεις και εισάγεται στη Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Στο μεταξύ, εκδικάζεται και η υπόθεσή του στο Εφετείο. Η ποινή του μειώνεται στα έξι χρόνια. Επειδή παρακολουθούσε πιστά το πρόγραμμα του σχολείου και είχε περάσει και στο πανεπιστήμιο, η ποινή του μειώθηκε στα τέσσερα χρόνια. Την είχε ήδη ολοκληρώσει. Ο «Ρόκας» είναι πια ελεύθερος να ξεκινήσει την καινούργια του ζωή, ως φοιτητής πια σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Αρωγός σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια επανένταξής του στάθηκε η «Επάνοδος», ο βασικός φορέας που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ εγκλεισμού και ελευθερίας, παρέχοντας ψυχοκοινωνική και νομική στήριξη, επαγγελματική συμβουλευτική και διευκολύνσεις (φιλοξενία, σίτιση) για τον περιορισμό του κοινωνικού αποκλεισμού.
«Κανείς δεν ήθελε να λύσει το πρόβλημα»
Ανατρέχοντας πίσω σε εκείνα τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή, θυμάται τους συγκρατούμενούς του – όλα νέα παιδιά, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν στο ιστορικό τους βίαιες αλλαγές σχολικού περιβάλλοντος λόγω «ανάρμοστης» συμπεριφοράς. «Ήταν κλασική περίπτωση. Κανείς στο σχολείο που πήγαιναν δεν ήθελε να λύσει το πρόβλημα. Όλοι ήθελαν να το αποφύγουν…», σχολιάζει.
Την ίδια διαπίστωση κάνει και ο πρώην διευθυντής του σχολείου των φυλακών του Αυλώνα και καθηγητής του «Ρόκας», Πέτρος Δαμιανός. «Η αυστηροποίηση των σχολικών ποινών δεν είναι λύση. Χειροτερεύει την κατάσταση. Με τη σφραγίδα του υπουργείου, ο Σύλλογος Διδασκόντων του πρώτου σχολείου λέει ότι όταν η κατάσταση με έναν μαθητή φθάσει στο απροχώρητο, θα τον διώξω και θα τον στείλω στην αυλή ενός άλλου σχολείου. Και πάει λέγοντας… Ύστερα από δυο-τρεις αλλαγές σχολείου, το παιδί θυμώνει, μισεί το σχολείο και βρίσκεται στον δρόμο. Αρχίζει να έρχεται σε επαφή με πρωτόγνωρες καταστάσεις, με παράνομες δραστηριότητες, κυρίως με ουσίες, και κατ’ επέκταση με τα ανακριτικά γραφεία. Αυτό κάποια στιγμή γίνεται πιο σοβαρό και το παιδί καταλήγει στη φυλακή. Όλες οι καρτέλες των μαθητών που μας έρχονταν στο σχολείο των φυλακών, είχαν αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος. Και σκέφτομαι: χάσαμε τα παιδιά αυτά και η κοινωνία τι κέρδισε;».
Ο ίδιος ασχολήθηκε πρώτη φορά με την εκπαίδευση στη φυλακή, το 1994. Αρχικά ως εθελοντής. Το 2000, όταν ιδρύθηκε το σχολείο, τοποθετήθηκε μόνιμα εξαρχής ως διευθυντής, μέχρι το 2024, οπότε συνταξιοδοτήθηκε.
Ο κοινός παρονομαστής
Όλα αυτά τα χρόνια, έχει δει πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Όλες όμως είχαν κοινό παρονομαστή το δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον και την αλλαγή σχολείου. «Θα έπρεπε τα σχολεία να είχαν εφοδιαστεί με τα κατάλληλα ανθρώπινα εργαλεία, με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, διότι εκεί, σε αυτές τις μικρές κοινωνίες, αποκαλύπτεται το πρόβλημα κάθε παιδιού. Μας αξίζει ένα καλύτερο κοινωνικό κράτος», επισημαίνει.
Αναφέρεται στις αναμνήσεις του από την αποφοίτηση. «Να βλέπεις δεκάδες παιδιά μετά από κάποια χρόνια στη φυλακή να ολοκληρώνουν το σχολείο, να προχωρούν, να εξιστορούν την προσωπική τους εμπειρία, να βγαίνουν ”καθαροί” πια στην κοινωνία».