Απορία (και… μια ελαφριά δυσφορία) «ζωγραφίζεται» τις τελευταίες εβδομάδες στα πρόσωπα όσων βρεθούν σε ένα από τα ομορφότερα μέρη της Ελλάδας, στη λίμνη των Ιωαννίνων. Και αυτό διότι σε όλο το μήκος του παραλίμνιου μονοπατιού της Παμβώτιδας ξεβράζονται σωρηδόν νεκρά ψάρια του ξενικού είδους Carassius gibelio, με την κοινή ονομασία «πεταλούδα» ή «αγριοκυπρίνος».
Το ιδιαιτέρως δυσάρεστο θέαμα προκάλεσε εύλογα δυσαρέσκεια και ανησυχία σε κατοίκους και επισκέπτες της πόλης. Παράλληλα οι ειδικοί παρακολουθούν στενά την εξέλιξη της κατάστασης. To ΒΗΜΑ-Science επικοινώνησε μαζί τους και συγκέντρωσε τα πιο σημαντικά μέχρι στιγμής ευρήματα σχετικά με το φαινόμενο.
Πλήθος νεκρών ψαριών κοντά στην πόλη
Οπως μας ενημέρωσε η δρ Κατερίνα Χιωτέλλη, προϊσταμένη της Μονάδας Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Ηπείρου του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος & Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), «στις περιπολίες της Μονάδας Ηπείρου τη Μεγάλη Εβδομάδα (7-9/4) διαπιστώθηκαν νεκρά άτομα ιχθύων του ξενικού είδους πεταλούδα (Carassius gibelio). Τις επόμενες ημέρες, Μ. Παρασκευή έως Δευτέρα του Πάσχα, ο αριθμός των νεκρών ψαριών αυξήθηκε σημαντικά, με τον μεγαλύτερο όγκο να εντοπίζεται κοντά στο λιμανάκι στη Γαριβάλδη» (ένα από τα πιο επισκέψιμα και πολυσύχναστα σημεία της πόλης).
Η Μονάδα Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Ηπείρου παρακολουθούσε το φαινόμενο εξαρχής, πραγματοποιώντας τακτικές περιπολίες και αυτοψίες στις 11 και 13/4/2026. Αν και αρχικά εκτιμήθηκε ότι επρόκειτο για μια συνήθη εποχική κατάσταση, τυπική της αναπαραγωγικής περιόδου των συγκεκριμένων ειδών, ο αριθμός των νεκρών ψαριών, που θεωρήθηκε αυξημένος σε σύγκριση με άλλα έτη, οδήγησε σε πιο εντατική διερεύνηση των αιτιών του φαινομένου. Η μελέτη βρίσκεται σε εξέλιξη, με τη στενή συνεργασία του ΟΦΥΠΕΚΑ, του Δήμου Ιωαννιτών, της Περιφέρειας Ηπείρου (ιδίως της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας), του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ).
Για το θέμα το ΒΗΜΑ-Science ζήτησε και την άποψη του καθηγητή στο Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και ειδικού στο συγκεκριμένο είδος ψαριών Ιωάννη Λεονάρδου. Οι αρμόδιοι φορείς απευθύνθηκαν άλλωστε στην ερευνητική του ομάδα προκειμένου να πραγματοποιηθεί επιστημονική εκτίμηση της κατάστασης. Ο καθηγητής εξήγησε ότι οι πεταλούδες, ένα είδος με πιθανή προέλευση από τη Βορειοανατολική Ασία, διακρίνονται για την υψηλή ανθεκτικότητα και την ιδιότυπη αναπαραγωγική τους συμπεριφορά – συγκαταλέγονται μάλιστα στα 50 ανθεκτικότερα ψάρια του πλανήτη!
Η θνησιμότητα κατά τη διαχείμαση
Ετσι, παρά τις όποιες δυσκολίες μπορεί να αντιμετωπίζουν, οι πεταλούδες καταφέρνουν να επιβιώσουν, πολλές φορές επιβαρύνοντας ως ξενικό είδος πολλά ευαίσθητα οικοσυστήματα – μεταξύ αυτών και τη λίμνη Παμβώτιδα. Εχουν όμως έναν ύπουλο εχθρό να αντιμετωπίσουν, την αποκαλούμενη «θνησιμότητα κατά τη διαχείμαση» (overwintering mortality). Το φαινόμενο αυτό, το οποίο επηρεάζει κυρίως τα νεαρά ψάρια και οδηγεί σε μαζικούς θανάτους, έχει καταγραφεί και στο παρελθόν στη λίμνη Παμβώτιδα, καθώς και σε πολλές εύκρατες λίμνες. «Το φαινόμενο εμφανίζεται κατά τη περίοδο των χαμηλών θερμοκρασιών και συχνά εκδηλώνεται στις αρχές της άνοιξης (Μάρτιο – Απρίλιο)» εξήγησε ο καθηγητής Λεονάρδος. «Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τα ψάρια, ως ποικιλόθερμοι οργανισμοί (οργανισμοί που ο μεταβολισμός τους εξαρτάται από τη θερμοκρασία του νερού), έχουν μειωμένη τροφοληψία. Αν ο χειμώνας ήταν παρατεταμένος ή οι περιβαλλοντικές συνθήκες αντίξοες, τότε τα αποθέματα γλυκογόνου και λιπιδίων (λευκός μυϊκός ιστός και ήπαρ) στο σώμα των ψαριών εξαντλούνται. Στα μέσα Απριλίου, καθώς η θερμοκρασία του νερού ανέρχεται, αυξάνεται σταδιακά και ο μεταβολικός ρυθμός των ψαριών, απαιτώντας ενέργεια που ο οργανισμός τους πλέον δεν διαθέτει. Τα ψάρια ηλικίας δύο-τριών ετών βρίσκονται σε μια κρίσιμη φάση κατά την οποία τα ενεργειακά τους αποθέματα κατανέμονται μεταξύ της σωματικής αύξησης και της ανάπτυξης της γονάδας για την επερχόμενη αναπαραγωγή. Η ανάπτυξη της γονάδας και ιδιαίτερα η παραγωγή αβγών είναι ενεργειακά πολυδάπανη. Στα μέσα Απριλίου, η προσπάθεια για αναπαραγωγή σε έναν οργανισμό που δεν έχει τα ενεργειακά αποθέματα οδηγεί σε σοβαρά οργανικά προβλήματα».
Οι αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν από την ομάδα του καθηγητή Λεονάρδου σε πλήθος ψαριών στο Εργαστήριο Ζωολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων επιβεβαίωσαν τα μειωμένα ενεργειακά αποθέματα και τη συνακόλουθη δυσκολία τους στην αναπαραγωγή. «Τα νεκρά και ημιθανή ψάρια που εξετάστηκαν βρέθηκαν να είναι όλα θηλυκά, όπως εξάλλου είναι το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού του είδους. Τα ψάρια που μελετήθηκαν ήταν νεαρά, ηλικίας δύο και τριών ετών, και είχαν όλα σχηματισμένη, αναπτυσσόμενη ωοθήκη. Στη κοιλιακή τους χώρα δεν είχαν καθόλου λίπος. Δεν έφεραν πληγές, δεν είχαν παράσιτα. Επίσης ο θάνατος δεν φαινόταν να οφείλεται σε ασφυξία» περιέγραψε ο καθηγητής.
Οριακά χαμηλες συγκεντρώσεις οξυγόνου
Τα ευρήματα μαρτυρούν ότι οι θάνατοι συνδέονται με το γνωστό φαινόμενο της «θνησιμότητας κατά τη διαχείμαση», ενώ ο αυξημένος αριθμός νεκρών ψαριών φαίνεται να σχετίζεται με την ταυτόχρονη επικράτηση δυσμενών περιβαλλοντικών συνθηκών. Για την ακρίβεια, πιθανή πρόσθετη επιβάρυνση για τα ψάρια μπορεί να προήλθε από τις οριακά χαμηλές συγκεντρώσεις διαλυμένου οξυγόνου στο νερό της λίμνης – τιμές που, αν και δεν θεωρούνται ασυνήθιστες ή μη φυσιολογικές, καταγράφηκαν τις προηγούμενες ημέρες από τους σταθμούς παρακολούθησης του ΕΛΚΕΘΕ στην περιοχή. «Τα ψάρια ηλικίας δύο και τριών ετών έχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις σε οξυγόνο από άλλες ηλικιακές ομάδες. Καθώς οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας σε συνδυασμό με διάφορες περιβαλλοντικές παραμέτρους οδηγούν σε μείωση της συγκέντρωσης του διαλυμένου οξυγόνου τη νύχτα, τότε τα άτομα αυτών των ηλικιών είναι μεταξύ των πρώτων που επηρεάζονται. Θα λέγαμε ότι οι μαζικοί θάνατοι των ψαριών στη λίμνη Παμβώτιδα δεν οφείλονται απαραίτητα σε αιφνίδια ρύπανση, αλλά πιθανότατα σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Η χαμηλή ενέργεια μετά τη διαχείμαση σε συνδυασμό με το στρες της αναπαραγωγής και τις απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας προκάλεσαν τον θάνατο των νεαρών αλλά γενετικά ώριμων ψαριών» συμπέρανε ο καθηγητής Λεονάρδος.
Και η ανάλυση σχετικά με τις φυσικοχημικές παραμέτρους του νερού δεν έδειξε κάποια ασυνήθιστη για την εποχή μεταβολή, όπως μας επιβεβαίωσε η δρ Ανθή Οικονόμου, βιολόγος-ιχθυολόγος, η οποία μελέτησε σε συνεργασία με το ΕΛΚΕΘΕ τα φυσικοχημικά δεδομένα της λίμνης τις ημέρες των μαζικών θανάτων των ψαριών, με βάση στοιχεία που προήλθαν από το δίκτυο αυτόματων σταθμών παρακολούθησης ποιότητας και ποσότητας υδάτων του ΕΛΚΕΘΕ.
Η δρ Οικονόμου τόνισε, ωστόσο, ότι «η καταγραφή θνησιμότητας που αφορά αποκλειστικά ένα είδος ενισχύει την ανάγκη διερεύνησης πιθανής παθολογικής αιτιολογίας. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα αναγνωρίζει ολοένα και περισσότερο τον ρόλο βιολογικών παραγόντων σε αντίστοιχα περιστατικά. Ενδεικτικά, σε λίμνες της Κεντρικής Ευρώπης έχουν καταγραφεί επεισόδια μαζικής θνησιμότητας του Carassius gibelio, τα οποία αποδόθηκαν σε ιογενείς λοιμώξεις – στοιχείο με ιδιαίτερη διαγνωστική σημασία».
