Η θεσμοθέτηση και εφαρμογή κανόνων καλής νομοθέτησης αφορά το Κράτος Δικαίου, το κύρος του Κοινοβουλευτισμού και την ποιότητα της Δημοκρατίας. Το αντίθετο οδηγεί στην εμπέδωση του αισθήματος της αδιαφάνειας και της εργαλειοποίησης χάριν σκοπιμοτήτων και ιδιοτελειών. Οι αντιδράσεις που πυροδότησε η χρήση της διάταξης για τη γονική συνεπιμέλεια που ψηφίστηκε «λάθρα» παραμονές Χριστουγέννων από την υπουργό Τουρισμού Ολγα Κεφαλογιάννη «τίναξε στον αέρα» το κυβερνητικό αφήγημα για την καταπολέμηση της κακονομίας και την αντιμετώπιση των δομικών παθογενειών στο πλαίσιο της ρυθμιστικής διακυβέρνησης. Κακοδαιμονίες του παρελθόντος «παρεισφρέουν» στις προσπάθειες εξορθολογισμού της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας, συσσωρεύοντας πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση και αθροίζοντας δυσπιστία εκ μέρους των πολιτών που βλέπουν μεροληπτικές πρακτικές.
Η σπουδή της κυβέρνησης να εισαγάγει στο τελευταίο νομοσχέδιο της χρονιάς που έφυγε την επίμαχη διάταξη που ενσωματώθηκε σε παντελώς άσχετο νομοσχέδιο κατά παράβαση του Συντάγματος (αφορούσε την υπαγωγή του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ), όχι με τη μορφή εκπρόθεσμης τροπολογίας, όπως γινόταν κατά σύστημα στο παρελθόν, αλλά ως διάταξη (άρθρο 109) η οποία «σφηνώθηκε» στο σχέδιο νόμου, έχει προκαλέσει φθορά. Ο στόχος, πάντως, επετεύχθη καθώς πέρασε «αθόρυβα», με εξαίρεση τον νομικό Θεόφιλο Ξανθόπουλο, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος διερωτήθηκε «ποια συμφέροντα εξυπηρετεί η κυβέρνηση με την αιφνιδιαστική τροποποίηση της διάταξης της γονικής μέριμνας σε άσχετο νομοσχέδιο». Μάλιστα την καταψήφισε, παρότι το κόμμα του επέλεξε το «παρών». Για την ιστορία: στην ονομαστική ψηφοφορία που διεξήχθη το μεσημέρι της Παρασκευής 19 Δεκεμβρίου το επίμαχο άρθρο υπερψηφίστηκε από 180 βουλευτές (ΝΔ, ΚΚΕ και ανεξάρτητοι), ενώ καταψήφισαν 65 (ΠαΣοΚ, Νέα Αριστερά, Πλεύση Ελευθερίας και ανεξάρτητοι) και 44 δήλωσαν «παρών» (ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση και η Νίκη). Οι εκ των υστέρων αντιδράσεις των κομμάτων αλλά και του νομικού κόσμου, καθώς δεν υπήρξε η απαιτούμενη διαβούλευση για μια τόσο ευαίσθητη κοινωνικά ρύθμιση, αλλά και η προσπάθεια της κυβέρνησης να αμβλύνει τις εντυπώσεις μέσω του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, ο οποίος δήλωσε ότι δεν ήταν «φωτογραφική» η διάταξη, αποτυπώνουν τις αρρυθμίες που προκάλεσε η «διά της πλαγίας οδού» νομοθέτηση.
Σε μια Βουλή με άδεια έδρανα, με βουλευτές που σε πολλές περιπτώσεις δεν ξέρουν τι ψηφίζουν ακολουθώντας απλώς την κομματική «γραμμή» και πάντως χωρίς να εξαντλούν το συνταγματικό δικαίωμα «της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση» (άρθρο 60), όλα μπορούν να συμβούν. Και μάλιστα όταν η «πατέντα» των εμβόλιμων διατάξεων σε άσχετα νομοσχέδια, η οποία έχει αντικαταστήσει τη «φάμπρικα» των τροπολογιών, καθίσταται κανόνας. Είναι ενδεικτικό ότι στο επίμαχο νομοσχέδιο εισήχθησαν πάνω από 35 τέτοιες διατάξεις από 12 υπουργεία!
Και όμως η κυβέρνηση από το 2020 επιχείρησε να θεσπίσει όρους καλής νομοθέτησης εκπονώντας ακόμα και «Εγχειρίδιο Νομοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας» και «Εγχειρίδιο Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης», ενώ συγκρότησε Επιτροπή Αξιολόγησης Ποιότητας της Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας, ένα ενδεκαμελές διεπιστημονικό όργανο σταθερής σύνθεσης υπό την προεδρία του καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Σπύρου Βλαχόπουλου. Η Επιτροπή Αξιολόγησης ανέλαβε τη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της καλής νομοθέτησης σε σχέδια νόμων, υπουργικές τροπολογίες, ΠΝΠ, υπουργικές αποφάσεις κ.λπ., «ώστε να υπάρχει ενιαία και υψηλού επιπέδου νομοθετική και κανονιστική λειτουργία τόσο σε επίπεδο Βουλής όσο και κυβέρνησης». Στόχος της όλης προσπάθειας, εκ των πρωτεργατών της οποίας υπήρξαν ο τότε υπουργός Επικρατείας και νυν ΥΠΕΞ Γιώργος Γεραπετρίτης και ο γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού Στέλιος Κουτνατζής, ήταν να μετατοπιστεί το νομοπαρασκευαστικό κέντρο βάρους από τα υπουργεία – «χωρίς να θίγεται ή να μπορεί να θιγεί η νομοθετική πρωτοβουλία των υπουργών» – στην Προεδρία της Κυβέρνησης μέσω της ενίσχυσης του ρόλου της «ως του μόνου δυνατού κεντρικού θεματοφύλακα της καλής νομοθέτησης». Μάλιστα είχαν σχηματίσει «Δεκάλογο» ορθής νομοθέτησης προς τους υπουργούς που προέβλεπε ότι: ένας νόμος τροποποιείται «μόνο εάν είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι δεν μπορούμε να επιτύχουμε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με διαφορετικό τρόπο», ένα νομοσχέδιο μπορεί να ρυθμίζει ένα μόνο θέμα με λίγες διατάξεις, ακολουθείται πιστά και ουσιαστικά η διαδικασία διαβούλευσης, δεν εισάγονται άσχετες και εκπρόθεσμες τροπολογίες, ούτε εισάγονται διά της πλαγίας μέσω νομοτεχνικών βελτιώσεων κ.λπ.!
«Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας»
Αν και καταγράφηκαν βελτιώσεις και υπήρξαν μετρήσιμα αποτελέσματα στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, ωστόσο το παραγόμενο έργο χωλαίνει, όπως κατέδειξε η προώθηση της διάταξης για τη συνεπιμέλεια, παρά τις αυστηρές προειδοποιήσεις που έχει απευθύνει προς τους υπουργούς ο Πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης.
«Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την καλή νομοθέτηση, που δεν θα πρέπει να ακυρώνονται από προβληματικά περιστατικά» υπογραμμίζει ο κ. Βλαχόπουλος αναφέροντας ενδεικτικά την εισαγωγή βασικών κανόνων νομοτεχνικής και την εκπαίδευση εξειδικευμένων στελεχών, την επεξεργασία των νομοσχεδίων από επιστήμονες υψηλού επιπέδου (νομικούς και οικονομολόγους) και την πληροφόρηση του κοινού για το τι περιέχει ένα νομοσχέδιο μέσω του πίνακα περιεχομένων και της παράθεσης της τροποποιούμενης διάταξης. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης Ποιότητας της Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας δεν αρνείται ότι «μένουν πολλά ακόμα να γίνουν και κυρίως χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας». Οπως εξηγεί, «οι περισσότεροι πιστεύουν ότι με την ψήφιση διατάξεων λύνονται τα προβλήματα». «Λάθος. Η ψήφιση μιας εσφαλμένης διάταξης μπορεί να δημιουργήσει ακόμη περισσότερα προβλήματα. Ούτε έχει νόημα να ψηφίζουμε διατάξεις που δεν εφαρμόζονται» συμπληρώνει. Για τον κ. Βλαχόπουλο «η πολυνομία και η συχνή αλλαγή των νόμων είναι τέτοιας έκτασης, ώστε το παλιό νομικό γνωμικό “άγνοια νόμου δεν συγχωρείται” να μην ισχύει πλέον». Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν αλλάζουν συχνά και χωρίς ουσιαστική διαβούλευση οι Κώδικες, που εξ ορισμού πρέπει να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα. Το πιο σημαντικό που επισημαίνει με έμφαση ο έγκριτος συνταγματολόγος είναι ότι «υπάρχει συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη (άρθρο 74 παρ. 5), που απαγορεύει τις άσχετες διατάξεις με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου», όμως διαχρονικά η διάταξη αυτή «είναι γράμμα κενού περιεχομένου, αφού άλλωστε τα δικαστήρια αρνούνται πεισματικά να ελέγξουν την εφαρμογή της θεωρώντας την εσωτερικό θέμα (interna corporis) της Βουλής».
