ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΕΛΑΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΩΒΑΙΟΣ Η νεοναζιστική Ακροδεξιά αποκλείστηκε από τις εκλογές, όμως παραμένει ένα σημαντικό πρόβλημα: τι θα γίνουν οι ψήφοι εκείνων που στρέφονται σε τέτοια κόμματα. Σας απασχολεί αυτό και πώς θα αντιμετωπιστεί τελικά το φαινόμενο; «Οι λόγοι που σχηματισμοί όπως η Χρυσή Αυγή ή το κόμμα Κασιδιάρη βρίσκουν κάποιους υποστηρικτές είναι διάφοροι. Κάποιοι πολίτες έχουν, πράγματι, φασιστικές πεποιθήσεις. Αλλοι πιστεύουν σε ανορθολογικές θεωρίες κάθε είδους. Ενα άλλο τμήμα τους κινείται αντισυστημικά, πιστεύοντας ότι το σύστημα πρέπει να τιμωρηθεί. Στο συγκεκριμένο θέμα, πάντως, η Δημοκρατία μας όφειλε να αντιδράσει και αυτό κάναμε. Οπως το έκανε διαχρονικά η Νέα Δημοκρατία απέναντι στη Χρυσή Αυγή. Από την κυβέρνηση Σαμαρά μέχρι και σήμερα, εμείς ήμασταν αυτοί που σταθήκαμε απέναντι στη Χρυσή Αυγή σε όλα τα επίπεδα. Λυπάμαι που ο ΣΥΡΙΖΑ απείχε από την προσπάθεια να κλείσει ο δρόμος της Βουλής σε εγκληματίες. Απευθείας ή μέσω αχυρανθρώπων. Θα έπρεπε σε αυτό το ζήτημα τουλάχιστον να υψώσουμε από κοινού “τείχος Δημοκρατίας”, πείθοντας ακόμη και τους πιο δύσπιστους ότι η λύση δεν είναι η στήριξη εγκληματικών οργανώσεων ή των νεοναζί και των φασιστών. Δεν μου κάνει όμως εντύπωση, διότι και στο παρελθόν είχαν συναντηθεί στις “πλατείες της οργής”. Είναι ξεκάθαρο ότι κ. Τσίπρας συνεχίζει να ψαρεύει και σε αυτόν τον χώρο. Το είπε άλλωστε ανοιχτά σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι προσδοκά σε ψήφους από ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής. Προφανώς η ριζική αντιμετώπιση του φαινομένου, που δεν είναι μόνο ελληνικό – δείτε τι γίνεται και στην υπόλοιπη Ευρώπη και στις ΗΠΑ – προϋποθέτει κλίμα ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου. Οχι τοξικότητα και ακραία ρητορική. Και, επίσης, ενίσχυση της Δημοκρατίας και πολιτικές συμπεριληπτικότητας, ώστε οι πολίτες μας να νιώθουν ότι η πολιτεία νοιάζεται για αυτούς και να μην αισθάνονται αποκλεισμένοι». Αφού τηρήσατε κατά μείζονα λόγο τη δέσμευσή σας για εξάντληση της τετραετίας, ποιος είναι τώρα ο δικός σας κυβερνητικός απολογισμός; Και θα ήθελα κυρίως τη δική σας αξιολόγηση για τα μεγαλύτερα λάθη ή τις παραλείψεις της διακυβέρνησής σας, αφού στα θετικά πολλοί θα συμφωνήσουν. «Οι πολίτες ξέρουν ότι υπήρξαμε συνεπείς στις δεσμεύσεις μας, παρότι κληθήκαμε να διαχειριστούμε αλλεπάλληλες εξωγενείς κρίσεις. Δεν θέλω να αρχίσω να απαριθμώ ούτε πόσες δυσκολίες περάσαμε και ξεπεράσαμε, ούτε όλα όσα κάναμε. Θα σταθώ, όμως, σε δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα που τα βλέπουν όλοι: Είχαμε πει ότι θα μειώσουμε τον ΕΝΦΙΑ κατά 30% και τον μειώσαμε κατά 35%. Είχαμε πει ότι θα αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό στα 730 ευρώ και τον αυξήσαμε στα 780 ευρώ. Ενώ η χώρα άφησε πίσω της την κρίση και μπήκε σε ανάπτυξη, δημιουργώντας 300.000 νέες θέσεις εργασίας. Και μέρισμα αυτής της ανάπτυξης δόθηκε για να κρατήσουμε την κοινωνία όρθια στη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης. Με θάρρος και ευθύτητα έχω μιλήσει, επίσης, για λάθη ή παραλείψεις. Στις πυρκαγιές του 2021, στο θέμα των παρακολουθήσεων και στο καθεστώς των σιδηροδρόμων μας. Αλλά δεν μείναμε στις διαπιστώσεις. Δρομολογήσαμε αμέσως μεγάλες διορθωτικές αλλαγές. Κοιτάζοντας πίσω, εκεί που θα μπορούσαμε ίσως να τρέξουμε πιο γρήγορα είναι στην αναδιάρθρωση του ΕΣΥ και στη βελτίωση της ταχύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης. Είναι δύο από τους κεντρικούς στόχους της επόμενης τετραετίας». Εσείς έχετε χαρακτηρίσει «λάθος» την παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη. Ηταν αυτό το μεγαλύτερο λάθος; «Η υπόθεση αυτή έχει συζητηθεί δημοσίως επί μήνες και σε όλα τα επίπεδα. Κινηθήκαμε θεσμικά από την πρώτη στιγμή. Ο γενικός γραμματέας ανέλαβε την αντικειμενική πολιτική ευθύνη και παραιτήθηκε. Αντικαταστάθηκε ο διοικητής της ΕΥΠ. Κινήθηκαν όλες οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες (συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, Εξεταστική). Θωρακίσαμε θεσμικά την ΕΥΠ επαναφέροντας τον δεύτερο εισαγγελέα και προσθέτοντας αυστηρές ασφαλιστικές δικλίδες για πολιτικά πρόσωπα. Η Δικαιοσύνη έχει ήδη προχωρήσει και είναι εκείνη που θα αποφασίσει για τις ευθύνες και όχι η αντιπολίτευση. Αυτό που πρέπει, πάντως, να έχουμε κατά νου είναι ότι η ΕΥΠ είναι μια υπηρεσία εξαιρετικά σημαντική για την εθνική μας ασφάλεια. Γι’ αυτό προχωρήσαμε σε όλα εκείνα τα μέτρα που θα συμβάλουν ώστε να συνεχίσει να επιτελεί τον κρίσιμο εθνικό της ρόλο στους σημερινούς πολύ ταραγμένους καιρούς». Εφόσον οι στόχοι σας επιτευχθούν και τελικά σχηματίσετε την κυβέρνηση που επιθυμείτε, πώς σκοπεύετε να κυβερνήσετε την επόμενη τετραετία; Τι διαφορετικό θα έχει η επόμενη κυβέρνηση; «Εφόσον μας εμπιστευθεί ο ελληνικός λαός, έχω εξαιρετικά φιλόδοξα σχέδια για τη δεύτερη τετραετία μας. Και θα σας έλεγα ότι αυτή πρέπει να είναι η τετραετία στην οποία η Ελλάδα θα κάνει ένα πραγματικά μεγάλο αναπτυξιακό και μεταρρυθμιστικό άλμα. Να πατήσει επάνω στα γερά θεμέλια τα οποία ήδη έχουμε βάλει. Και, ευχόμενοι ότι θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε λιγότερες κρίσεις, να εστιάσουμε πραγματικά στις κρίσιμες μεγάλες αλλαγές που πρέπει να κάνει η χώρα. Πάντα πίστευα ότι για να αλλάξει δραστικά η Ελλάδα χρειάζεται τουλάχιστον μία οκταετία σταθερού κυβερνητικού έργου από την ίδια κυβερνητική πλειοψηφία. Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω είναι ότι εγώ ο ίδιος προσωπικά αισθάνομαι πολύ πιο έτοιμος. Πιο έμπειρος, αλλά θα σας έλεγα και πολύ πιο αποφασισμένος. Εχοντας μάθει από λάθη και νιώθοντας δυνατός ώστε να συγκρουστώ με κατεστημένες λογικές ή με τα όποια συμφέροντα θέλουν να κρατήσουν τη χώρα πίσω. Ουδέποτε φιλοδοξούσα να είμαι ένας απλός διαχειριστής πρωθυπουργός. Θέλω να αλλάξω τη χώρα, να την κάνω πραγματικά Ευρώπη, κλείνοντας τις αποστάσεις που μας χωρίζουν από αυτήν σε πολλούς τομείς. Θα γίνει, πράγματι, αναδιάταξη σε υπουργεία. Θα δημιουργηθεί υπουργείο Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής που θα επικεντρώνεται σε ειδικά προβλήματα. Με μεγάλη κοινωνική σημασία, και θα πάρει αρμοδιότητες από το σημερινό υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για τη γενικότερη αναδιάταξη, θα μπορούμε να πούμε περισσότερα στον κατάλληλο χρόνο». Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή και νέες παράμετροι προστίθενται διαρκώς. Υπάρχουν απειλές για τη χώρα μας και πώς θα τις αντιμετωπίσουμε; «Ενώ την προηγούμενη 10ετία η Ελλάδα αναφερόταν διεθνώς ως αρνητικό παράδειγμα, τώρα το κλίμα για τη χώρα μας έχει αλλάξει εντελώς. Εχουμε πετύχει 12 αναβαθμίσεις σε 4 χρόνια. Πέρυσι η χώρα μας είχε τη μεγαλύτερη πτώση στον λόγο χρέους/ΑΕΠ από οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο. Και αυτό οφείλεται κυρίως στην ανάπτυξη και δευτερευόντως στον πληθωρισμό. Από τους διεθνείς παράγοντες, τους επενδυτές, τους οίκους αξιολόγησης, πιστοποιείται σε όλες τις αναφορές τους ότι η ελληνική οικονομία, ύστερα από μια δεκαετή κρίση, μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις. Κι αυτό ισχύει και για τις τράπεζες. Το μόνο κομμάτι του παζλ για να μπορέσουμε να επανέλθουμε στην πλήρη ευρωπαϊκή κανονικότητα είναι η κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Σαφώς και οι οίκοι αξιολόγησης αλλά και οι αγορές περιμένουν να δουν τι θα γίνει στις εκλογές. Αν θα συνεχίσουμε την πορεία των μεταρρυθμίσεων ή αν θα διολισθήσουμε σε πρακτικές από το παρελθόν. Και πιστεύω ακράδαντα ότι αν ο ελληνικός λαός μάς εμπιστευτεί ξανά, μέσα στις πρώτες 100 μέρες θα ανακτήσουμε την επενδυτική βαθμίδα. Εγώ είμαι απολύτως σίγουρος γι’ αυτό. Μπορεί να πει το ίδιο ο κ. Τσίπρας; Αν για οποιονδήποτε λόγο – δεν εκτιμώ ότι θα γίνει – από τις εκλογές προκύψει κάποια παρατεταμένη αστάθεια ή μια κυβέρνηση που θα έρθει για να εφαρμόσει ένα εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα από το δικό μας, δεν θα δούμε επενδυτική βαθμίδα ούτε με κιάλι». Σύντομα η Ευρώπη θα επιστρέψει στη σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία – τουλάχιστον έτσι διακηρύσσεται. Είμαστε έτοιμοι για αυτή την αναπροσαρμογή; «Νομίζω ότι είμαστε σε θέση να μπορούμε και την αναπτυξιακή μας πολιτική να υπηρετούμε και ταυτόχρονα να στέλνουμε το μήνυμα ότι οι καιροί των δημοσιονομικών υπερβολών ανήκουν οριστικά στο παρελθόν για την πατρίδα μας. Από εδώ και στο εξής γνωρίζουμε ότι πρέπει να παράγουμε πρωτογενή πλεονάσματα. Αλλά αυτά πρέπει να είναι πλεονάσματα ανάπτυξης και όχι υπερφορολόγησης. Το έχουμε ήδη κάνει πράξη. Οι εκτιμήσεις της Κομισιόν προβλέπουν για την Ελλάδα ανάπτυξη αρκετά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στη διάρκεια της τετραετίας σταθήκαμε στο πλευρό της κοινωνίας για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, της ενεργειακής κρίσης, των πληθωριστικών πιέσεων, δίχως να διαταράξουμε τη δημοσιονομική ισορροπία. Θα συνεχίσουμε σε αυτή την πορεία. Σε αντίθεση με τις ακοστολόγητες υποσχέσεις του κ. Τσίπρα, το πρόγραμμά μας δεν υπερβαίνει σωρευτικά τα 8-9 δισ. ευρώ την τετραετία. Και περιλαμβάνει μέτρα ενταγμένα στο μεσοπρόθεσμο σχέδιο δημοσιονομικής πολιτικής που έχει συμφωνηθεί με την Κομισιόν. Αρα αυτά που λέμε, έχουμε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να τα κάνουμε». Τα προηγούμενα χρόνια εφαρμόσατε διάφορα μέτρα στην κατεύθυνση της αύξησης μισθών. Υπάρχει όμως μία απορία: γιατί δεν μπορεί να επανέλθει το καθεστώς των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ εργαζομένων και συνδικάτων; Η αναστολή τους δεν είναι ένα από τα αχρείαστα πλέον κατάλοιπα της εποχής των μνημονίων; «Κατ’ αρχάς ο ίδιος ο κατώτατος μισθός είναι προϊόν και της διαβούλευσης των κοινωνικών εταίρων. Επίσης, οι συλλογικές συμβάσεις στην Ελλάδα λειτουργούν κανονικά. Τη διετία 2020-2021, για παράδειγμα, συνάφθηκαν συνολικά 390 συμβάσεις. Το 2022 είχαμε 682 συμβάσεις, ομοιοεπαγγελματικές, κλαδικές και επιχειρησιακές. Για να σας δώσω μόνο ένα παράδειγμα, στη Ρόδο και την Κω η σύμβαση των ξενοδοχοϋπαλλήλων που υπογράφηκε – και την καταστήσαμε υποχρεωτική – είναι σημαντικά υψηλότερη του κατώτατου μισθού. Ετσι η βάση από την οποία ξεκινάει ο μισθός ενός εργαζόμενου σε ξενοδοχείο στη Ρόδο είναι πολύ καλύτερη καθώς φτάνει τα 913 ευρώ, χωρίς τα επιπλέονεπιδόματα. Παράλληλα, μέτρα όπως η ψηφιακή κάρτα εργασίας και η αναβάθμιση της Επιθεώρησης Εργασίας σε ανεξάρτητη αρχή διασφαλίζουν ότι θα περιοριστούν καταχρηστικές πρακτικές από εργοδότες. Αλλά θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι που μας διαχωρίζει ιδεολογικά από τους πολιτικούς μας αντιπάλους. Οσο έρχονται επενδύσεις, όσο μειώνεται η ανεργία και όσο δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, τόσο θα αυξάνεται και ο συσχετισμός ισχύος προς όφελος των εργαζομένων. Αυτός είναι ο ασφαλής δρόμος που θα μας οδηγήσει στα 1.500 ευρώ μέσο μισθό στο τέλος της επόμενης τετραετίας και θα επιτρέψει την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ». Είχατε ποτέ δεύτερες σκέψεις για την τελευταία αλλαγή του εκλογικού νόμου, δεδομένου και ότι οι προοπτικές συνεργασιών τελικά φάνηκαν μη ρεαλιστικές; Σας προβλημάτισε ποτέ, για παράδειγμα, το θέμα του κλιμακωτού bonus και θα προτιμούσατε να υπάρχει η «μείζων σιγουριά» των 50 εδρών για το πρώτο κόμμα; «Η αλλαγή του εκλογικού νόμου έγινε με δική μας πρωτοβουλία και πρόταση την οποία επεξεργαστήκαμε αναλυτικά. Είχα αποκλείσει με κατηγορηματικό τρόπο και σε κάθε ερώτηση που μου είχε υποβληθεί τα διάφορα σενάρια που κυκλοφορούσαν περί δεύτερης αλλαγής εκλογικού νόμου στην ίδια κυβερνητική θητεία. Η απλή αναλογική αποτελεί μια νάρκη για τη σταθερότητα, που πρέπει να εξουδετερωθεί. Αν δεν την είχε ψηφίσει ο κ. Τσίπρας όταν είδε ότι θα χάσει στις εκλογές, σήμερα θα μιλούσαμε εντελώς διαφορετικά. Είναι πολύ πιθανόν να είχαμε την απάντηση σήμερα για το ποιος θα κυβερνήσει. Το κλιμακωτό bonus πιστεύω ότι είναι δίκαιο. Ο εκλογικός νόμος που ψηφίσαμε μπορεί να δώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και οι πολίτες επειδή θέλουν σταθερότητα και πρόοδο θα δώσουν στη ΝΔ την πλειοψηφία που χρειάζεται για να προχωρήσει η χώρα σταθερά, τολμηρά, μπροστά». Επειτα από τις εθνικές εκλογές, σε διάστημα ενός έτους είναι προγραμματισμένες οι αυτοδιοικητικές του φθινοπώρου και οι ευρωεκλογές την άνοιξη του 2024. Σας προβληματίζει μία ενδεχόμενη συνεχής πολιτική αναταραχή; «Πιστεύω ότι θα υπάρχει μια συμπαγής κυβερνητική πλειοψηφία. Η επίτευξη των εκλογικών μας στόχων και η ανανέωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στη ΝΔ και στο πρόσωπό μου θα μας δώσει νέα ώθηση να εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας και να προωθήσουμε τις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Οι δημοτικές εκλογές και οι ευρωεκλογές γίνονται μερικούς μήνες μετά τις βουλευτικές και στον απόηχο του αποτελέσματος που θα διαμορφώσει αναμφισβήτητα και το πολιτικό τοπίο για το επόμενο διάστημα. Φυσικά κάθε αναμέτρηση έχει τις ιδιαιτερότητές της. Αλλά αν περιμένω κάπου αναταράξεις, θα σας έλεγα ότι θα είναι μάλλον στον χώρο της αντιπολίτευσης αν δεν επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες που έχει καλλιεργήσει για το σημερινό εκλογικό αποτέλεσμα». Θα αλλάξει ο τρόπος εκλογής των ευρωβουλευτών; «Το ζήτημα εκλογής των ευρωβουλευτών θα επαναξιολογηθεί μετά τις εθνικές εκλογές». Πώς αξιολογείτε την πολιτική εξέλιξη στην Τουρκία; «Αναμένω το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα και ποιον θα επιλέξουν οι τούρκοι πολίτες στην ηγεσία της χώρας τους. Αλλά όποια κι αν είναι η επιλογή τους, πιστεύω ότι η τουρκική πολιτική, τουλάχιστον απέναντι στην Ελλάδα, δεν είναι εύκολο να αλλάξει από τη μία στιγμή στην άλλη. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός φαίνεται ότι είναι βαθιά ριζωμένος σε όλο το τουρκικό πολιτικό κατεστημένο και φυσικά στα κόμματα εξουσίας. Στον βαθμό, λοιπόν, που η Τουρκία επιμένει στη λογική της “γαλάζιας πατρίδας”, θα υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες για την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεών μας, παρά τους χαμηλότερους τόνους της ρητορικής απέναντι στην Ελλάδα που είδαμε τους τελευταίους μήνες. Ελπίζω ότι μετά τις εκλογές, η Τουρκία θα αντιληφθεί ότι πρέπει να επανακαθορίσει τις σχέσεις της με τη Δύση συνολικότερα, όχι μόνο με την Ελλάδα, με την Ευρωπαϊκή Ενωση, με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν συμβεί αυτό, προφανώς θα υπάρχει και ένα πιο πρόσφορο έδαφος για να μπορέσουμε να συζητήσουμε τη μία βασική διαφορά που μας χωρίζει και αφορά την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, δηλαδή ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Προσωπικά, θα επιδιώξω και μία συνάντηση με όποιον εκλεγεί πρόεδρος της Τουρκίας. Αν εκλεγεί ο κ. Ερντογάν δεν θα είναι προφανώς η πρώτη μας συνάντηση. Αν είναι ο κ. Κιλιτσντάρογλου θα είναι μία πρώτη συνάντηση γνωριμίας. Θέλω, όμως, να είμαι σαφής ότι ο βασικός πυρήνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που αφορά την ενίσχυση των αποτρεπτικών δυνατοτήτων της χώρας, την οικοδόμηση στέρεων συμμαχιών, την ανάδειξη της Ελλάδος ως σημαντικού γεωπολιτικού παίκτη και παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτές οι κεντρικές πολιτικές επιλογές, της πολιτικής που είχαμε ως κυβέρνηση, δεν θα αλλάξουν αν οι πολίτες μάς εμπιστευτούν ξανά. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα των σημερινών εκλογών στην Ελλάδα έχει τόσο μεγάλη σημασία. Οι έλληνες πολίτες πρέπει να ξέρουν ότι αυτός που θα βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας θα πρέπει να διαχειριστεί μία Τουρκία η οποία ενδεχομένως επανέλθει στην προηγούμενη επιθετικότητά της. Ελπίζω να μη γίνει, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για καλύτερες αλλά και για χειρότερες μέρες. Εχω ζήσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια, τις διακυμάνσεις αυτής της σχέσης. Τις χειρίστηκα σε πολύ δύσκολες στιγμές. Ενίσχυσα, όμως, τις Ενοπλες Δυνάμεις. Εχτισα συμμαχίες, η Ελλάδα έγινε πόλος γεωπολιτικής σταθερότητας. Σήμερα, λοιπόν, δεν θα ψηφίσουμε μόνο για την οικονομία και την υγεία, αλλά και για την εξωτερική πολιτική. Το δικό μας μήνυμα πρέπει να εκπέμπει και δυναμισμό και στιβαρότητα και προς την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Σκεφτείτε από την άλλη μεριά να υπάρχει ένας ισχυρός ηγέτης και εμείς να παραπαίουμε με μία αδύναμη κυβέρνηση συνεργασίας. Εχει πολύ μεγάλη σημασία λοιπόν ποιος θα έχει αύριο στα χέρια του το τιμόνι της χώρας». Προσφάτως βρεθήκατε στη Χειμάρρα και διαπιστώσατε τη δίψα της ελληνικής μειονότητας για επαφή και στήριξη από το ελληνικό κράτος. Είχαμε όμως προ ημερών την πρόκληση σε βάρος της με τη σύλληψη του Φρέντι Μπελέρη. Πώς σκέφτεστε να αντιδράσετε στο μέλλον ώστε να αποφευχθούν τέτοια περιστατικά; «Αυτό το οποίο έγινε με τον Φρέντι Μπελέρη είναι απαράδεκτο. Θέλω να σας θυμίσω ότι πήγα στη Χειμάρρα – είμαι ο πρώτος έλληνας πρωθυπουργός που πήγε εκεί – και δεν θα ξεχάσω ποτέ το σύνθημα “Ελλάς, Ελλάς σκέπασε κι εμάς”. Δεσμεύτηκα ότι η Ελλάδα θα παραμένει πάντα αρωγός της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Και το έχω καταστήσει απολύτως σαφές στον αλβανό πρωθυπουργό. Οτι στο ζήτημα αυτό δεν δεχόμαστε εκπτώσεις στο κράτος δικαίου, ούτε παρεκκλίσεις από τον ευρωπαϊκό δρόμο που απαιτεί σεβασμό στις αναγνωρισμένες μειονότητες. Η Αλβανία πρέπει να γνωρίζει καλά ότι αν συνεχίσει μια τέτοια πολιτική, αυτό όχι μόνο θα επηρεάσει σημαντικά τις διμερείς μας σχέσεις, αλλά θα έχει και σημαντικές επιπτώσεις στον δρόμο της προς την ευρωπαϊκή οικογένεια, τον οποίο έχουμε στηρίξει. Αυτό θέλω να το καταστήσω απολύτως σαφές».