Πώς «διαβάζουν» στην κυβέρνηση το «φαινόμενο Καρυστιανού»

Τι λένε οι αναλύσεις των δημοσκοπήσεων που κάνει το Μαξίμου και ποια στρατηγική επιλέγει - Το ενδεχόμενο σχηματισμού νέων κομμάτων, η αντισυστημική ψήφος και οι ψηφοφόροι του καναπέ.

Πώς «διαβάζουν» στην κυβέρνηση το «φαινόμενο Καρυστιανού»

Δεκατέσσερις μήνες πριν από τον πιθανότερο χρόνο κατά τον οποίο θα στηθούν οι επόμενες κάλπες, στο Μέγαρο Μαξίμου και στην Πειραιώς βρίσκονται αντιμέτωποι με μια διπλή άσκηση που συνιστά, αφενός, η περιφρούρηση της δεξαμενής των ψηφοφόρων που ψήφισαν τη Νέα Δημοκρατία στις ευρωεκλογές του 2024, και, αφετέρου, ο επαναπατρισμός εκείνων που επέλεξαν το γαλάζιο ψηφοδέλτιο στις βουλευτικές εκλογές του 2023, αλλά έκτοτε αποστασιοποιήθηκαν και, κατά βάση, τηρούν στάση αναμονής.

Η διαφορά που χωρίζει τις δύο δεξαμενές ξεπερνά κατά πολύ το ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους, εφόσον οι ευρωεκλογές συγκριθούν με τις δεύτερες κάλπες του Ιουνίου του 23 και φθάνουν στα 1,4 εκατ. αν συγκριθούν με τον Μάιο του ίδιου χρόνου που τη ΝΔ ψήφισαν 2,4 εκατ. από τους 5,9 εκατ. πολίτες που συμμετείχαν στην εκλογική διαδικασία. Στις ευρωκάλπες του επόμενου χρόνου ψήφισαν σχεδόν οι μισοί (3,9 εκατ.) και επέλεξαν τη ΝΔ μόλις 1.115.510 ψηφοφόροι.

Συνεργάτες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη που μελετούν τις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, οι οποίες έδειξαν ανάκαμψη της απήχησης του κυβερνώντος κόμματος και πτωτικές τάσεις στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, εκφράζουν την αισιοδοξία τους ότι «διατηρούν σχεδόν αλώβητη την πίτα του 2023». Υπό το φως, ωστόσο, της δημιουργίας των νέων σχηματισμών υπό τη Μαρία Καρυστιανού, τον Αλέξη Τσίπρα και, ενδεχομένως, τον Αντώνη Σαμαρά, διατυπώνουν προβληματισμούς για την επίπτωση την οποία θα μπορεί να έχει κάτι τέτοιο στον απόλυτο αριθμό των ψηφοφόρων που θα πάνε να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα. Οπως αναγνωρίζουν κυβερνητικές πηγές με τις οποίες συνομίλησε το «Βήμα», «το πιο κρίσιμο ζήτημα των προσεχών εκλογών είναι το εύρος της αποχής, σε απόλυτο συνδυασμό με την προέλευση της συμμετοχής». Επισημαίνουν χαρακτηριστικά ότι «είναι άλλο πράγμα να ψηφίσουν 5 ή και 5,6 εκατομμύρια εκλογείς, όπως συνέβη το 2019, και εντελώς διαφορετικό να έχουμε συμμετοχή της τάξης των 4 εκατομμυρίων ψηφοφόρων».

Υπό αυτό το πρίσμα, «οι πάνω από 2 εκατομμύρια πολίτες οι οποίοι πριν από ενάμιση χρόνο έμειναν μακριά από τα εκλογικά τμήματα αποτελούν μια κρίσιμη εκλογική μάζα που, όποιος καταφέρει να τη σηκώσει από τον καναπέ της, μπορεί να αλλάξει άρδην τα δεδομένα της κατανομής των ποσοστών και των εδρών που θα πάρει κάθε κόμμα, και άρα και της αυτοδυναμίας και της δυνατότητας σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης».

Σύμφωνα με έγκυρους εκλογικούς αναλυτές, το ιδιαίτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει την πλειονότητα όσων απέχουν από την κάλπη είναι ότι «έχουν απολέσει την εμπιστοσύνη τους από το σύνολο του πολιτικού συστήματος». Και, ως εκ τούτου, «είναι μεν εν γένει δύσπιστοι και θυμωμένοι, αλλά, όπως έδειξε η συμπεριφορά πολλών συμπολιτών μας την περίοδο 2012-2015, συχνά ο θυμός τους οδηγεί σε επιλογές με μόνον κριτήριο την αντισυστημικότητα».

Στην παρούσα φάση, «τέτοια χαρακτηριστικά προσλαμβάνει η δημοφιλία την οποία εμφανίζει η κυρία Καρυστιανού» όπως σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη, τα οποία αντιμετωπίζουν με τη δέουσα προσοχή τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων που θέλουν σχεδόν το ένα τρίτο των ερωτηθέντων να θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να ψηφίσει ένα κόμμα υπό την ηγεσία της παιδιάτρου που έγινε γνωστή στο πανελλήνιο μέσα από τον Σύλλογο Συγγενών των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών.

Η γραμμή που έχει χαραχθεί από το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι «δεν ανοίγουμε μέτωπο με την Καρυστιανού για να μη γίνεται συμπαθής σε ένα μέρος της κοινής γνώμης εξαιτίας των επιθέσεων». Συνάμα, όμως, «δεν θα αφήνουμε αναπάντητα τα ερωτήματα όταν καλούμαστε να πάρουμε θέση για ακραίες θέσεις, όπως αυτή για τις αμβλώσεις ή για πρόσωπα που είναι δίπλα της και εκπέμπουν συγκεκριμένο συμβολισμό ή και τοξικότητα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version