Τον Απρίλιο του 1912, το υπερωκεάνιο «Τιτανικός», δημιούργημα της τέχνης και της επιστήμης της εποχής, αντιμετώπισε με επιτυχία το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού του, λειτουργώντας αποτελεσματικά υπό τις συνθήκες που οι κατασκευαστές του είχαν προβλέψει ότι θα συναντήσει.
Το «αβύθιστο» υπερωκεάνιο τελικώς βυθίστηκε εξαιτίας της ανθρώπινης αμετροέπειας, της αδιαφορίας για τον κίνδυνο για τον οποίο είχε επαρκώς και εγκαίρως ενημερωθεί, της πεποίθησης ότι «έχω δίκιο» ακόμα και όταν βλέπω ότι δεν έχω, της σιγουριάς, ακόμα και τις τελευταίες στιγμές, ότι το πρόβλημα δεν θα άγγιζε «εμάς» αλλά θα σταματούσε στον χαμό των «άλλων».
Τον Απρίλιο του 2026 παρατηρούμε (ως «ανεύθυνοι» θεατές μαζί με υπεύθυνους δρώντες) το δικαστικό σύστημα της χώρας να δοκιμάζεται σε πολλαπλά πεδία και επίπεδα καθημερινά με ανύπαρκτες συχνά αφορμές, που ακόμα και όταν δεν υπάρχουν εμφανίζονται κάποιοι πρόθυμοι να τις δημιουργήσουν.
Ο στόχος είναι ένας και μοναδικός: μέσα από την απονομιμοποίηση του δικαστικού συστήματος και την κρίση που προκαλείται να αναδυθεί η ευκαιρία απόκτησης συγκυριακών ωφελημάτων, προσωπικών (ή ενός κλειστού συστήματος), για να επιτευχθεί ανεξαρτήτως κόστους η επικράτηση έναντι του όποιου αντιπάλου και η χειραγώγηση για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.
Η τεχνική είναι απλή: διαμαρτυρία και όχι θεσμική κριτική, ακτιβισμός και όχι τήρηση δικονομικών κανόνων, καταγγελία με την απλοϊκή προσέγγιση του ότι «εγώ και μόνο εγώ έχω δίκιο» γιατί «εγώ και μόνο εγώ έχω δίκιο».
Το πεδίο εφαρμογής είναι ένα: το πρόσωπο του δικαστή κάθε βαθμίδας και δικαιοδοσίας. Καθημερινά καταγράφονται σε δικαστικές αίθουσες, σε εκπομπές μέσων μαζικής ενημέρωσης, σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα (δυστυχώς) και στο ελληνικό Κοινοβούλιο, πολύ σοβαρά περιστατικά αμφισβήτησης του θεσμού της Δικαιοσύνης με διάφορους τρόπους, κυρίως μέσω της προσωπικής φθοράς του φορέα της, του δικαστή.
Οι πολίτες παρακολουθούν τα δρώμενα, κάποιοι εξ αυτών επαρκώς «χειραγωγημένοι» από την τοξικότητα και την αμφισβήτηση των πάντων. Οι δημιουργοί αυτών των τακτικών θεωρούν τους πολίτες διαθέσιμους να αποδεχθούν κάθε συνωμοσιολογική θεωρία, είτε αυτή αφορά την ελεύθερη διατύπωση της, υποχρεωτικά κινούμενης εντός των ορίων της λογικής και της διακριτικής του ευχέρειας, άποψης του δικαστή είτε τη βιολογική του αντοχή είτε ακόμα και τον λόγο παραίτησής του. Και μετά, ως λογική συνέπεια, ακολουθεί η δημοσκοπική αποτύπωση της αποδοκιμασίας των πολιτών για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, με ορισμένους από τους αυτουργούς του αποτελέσματος να τεκμηριώνουν τις θεωρίες τους χωρίς να προσεγγίζουν επιστημονικά τις αιτίες που το προκαλούν, ως θα όφειλαν αν είχαν ειλικρινείς προθέσεις.
Η ελληνική Δημοκρατία έχει, χάρη στο Σύνταγμα, τους εκτελεστικούς αυτούς νόμους και τον νομικό πολιτισμό που χτίστηκε επί δεκαετίες με κάθε δικαστική απόφαση, ένα εξαιρετικά ασφαλές στη λειτουργία του δικαστικό σύστημα, που περιλαμβάνει διαδοχικές κρίσεις της ουσιαστικής και της νομικής ορθότητας των δικαστικών αποφάσεων, τα εχέγγυα της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας από εξωτερικές και εσωτερικές παρεμβάσεις, που περιλαμβάνει την αξιολόγηση του έργου των δικαστικών λειτουργών, την εξέλιξή τους, τον πειθαρχικό τους έλεγχο. Αυτό το πλαίσιο περιγράφηκε διαχρονικά με τρεις αποφάσεις της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (1998, 2023). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ασφαλούς λειτουργίας οι πολίτες μπορούν να αισθάνονται τη βεβαιότητα ότι η υπόθεσή τους θα συναντήσει τη δίκαιη κρίση και με τις οργανωτικές παρεμβάσεις που σήμερα εφαρμόζονται σε όσο το δυνατόν συντομότερο χρόνο.
Λυπάμαι που απογοητεύω τον αναγνώστη, που θα περίμενε να διαβάσει παραπομπές σε αρχαίους φιλοσόφους, σε στοχαστές του Διαφωτισμού και σε συνταγματικές αναλύσεις. Φοβάμαι ότι, δυστυχώς, δεν υπάρχει πια χρόνος και χώρος για τέτοιες προσεγγίσεις. Οι πολίτες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η αποδόμηση της Δικαιοσύνης σημαίνει αποδόμηση της Δημοκρατίας. Πρέπει να απομονωθούν οι μηδενιστικές αντιλήψεις και οι πολίτες να αποδεχθούν ότι το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης στη χώρα λειτουργεί ανεξάρτητα και αδέσμευτα και αυτό μπορεί να συμβαίνει μόνο όταν εκείνοι το στηρίζουν.
Σε διαφορετική περίπτωση, αν πείθονται από εκείνους που το αποδομούν, ας τους ρωτήσουν τι άλλο έχουν να τους προτείνουν αντ’ αυτού. Και όταν εκείνοι θα δείξουν απλά τους εαυτούς τους, τότε οι πολίτες θα αντιληφθούν ότι ο «Τιτανικός» χτύπησε στο «παγόβουνο» της αμφισβήτησης των θεσμών και πλέον ουδείς θα διασωθεί, «καλός» ή «κακός», πλήρωμα ή επιβάτης.
Ο κ. Παναγιώτης Λυμπερόπουλος είναι αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, εκπρόσωπος Τύπου.
