Μπορεί σε εμάς τους Ευρωπαίους ο Φεβρουάριος να μη σημαίνει πολλά (πέρα από τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου), εν τούτοις για την αφροαμερικανική κοινότητα και συμβολικά, μέσω αυτής, για τον μαύρο πληθυσμό της Δύσης ο Φεβρουάριος επιστρέφει κάθε χρόνο όχι απλώς ως μία λέξη στο ημερολόγιο, αλλά ως μία διαταραχή. Ο Φεβρουάριος, ορισμένος ως Μήνας Μαύρης Ιστορίας (Black History Month) ή Μήνας Αφροαμερικανικής Ιστορίας, δεν προσθέτει απλώς τη μαύρη παρουσία στην Ιστορία – αποκαλύπτει τις ρωγμές όπου η μαύρη ζωή αφαιρέθηκε σκόπιμα, παραμορφώθηκε ή αισθητικοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα συγγραφής. Μιλώντας για τη μαύρη Ιστορία, λοιπόν, δεν ανακαλούμε μόνο γεγονότα, αλλά αναρωτιόμαστε πώς κατασκευάζεται η ίδια η μνήμη – και ποιος έχει το προνόμιο να τη ζωγραφίζει.
Οι απαρχές του Μήνα Μαύρης Ιστορίας εντοπίζονται στο 1926, όταν ο ιστορικός Κάρτερ Τζ. Γούντσον καθιέρωσε την «Εβδομάδα Νέγρικης Ιστορίας» στις Ηνωμένες Πολιτείες ως πράξη πνευματικής αντίστασης. Ο Γούντσον κατανοούσε ότι η ιστορική απουσία δεν είναι ποτέ ουδέτερη: ό,τι δεν διδάσκεται σταδιακά απομαθαίνεται. Οταν η επέτειος επεκτάθηκε δεκαετίες αργότερα σε ολόκληρο μήνα, η απουσία αυτή δεν επιλύθηκε, απλώς θεσμοθετήθηκε ένας χώρος για να αντιμετωπιστεί. Ο Φεβρουάριος έγινε ένα χρονικό πλαίσιο επανατοποθέτησης των μαύρων αφηγήσεων, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ένα παράδοξο: η μαύρη Ιστορία, συμπυκνωμένη σε έναν συγκεκριμένο μήνα, παραμένει δομικά περιθωριοποιημένη στους κυρίαρχους ιστορικούς κανόνες.
Αυτή η ένταση μεταξύ ορατότητας και περιθωριοποίησης έχει προσεγγιστεί διαχρονικά όχι μόνο μέσα από κείμενα, αλλά και μέσα από εικόνες. Η αφρικανική τέχνη, και ειδικότερα η ζωγραφική, προσφέρει μια εναλλακτική ιστοριογραφία: μια ιστοριογραφία που δεν βασίζεται στη γραμμική χρονολόγηση ή στα γραπτά αρχεία, αλλά στο σύμβολο, στην επανάληψη, στην υφή και στη σωματοποιημένη γνώση. Στην αφρικανική ζωγραφική, η ιστορία δεν εικονογραφείται – ενεργοποιείται. Σε αντίθεση με τον επίμονο δυτικό μύθο ότι η αφρικανική τέχνη είναι άχρονη ή στατική, οι αφρικανικές ζωγραφικές παραδόσεις είναι βαθιά ιστορικές – απλώς αρνούνται τις ευρωπαϊκές συμβάσεις της Ιστορίας. Αντί να απεικονίζουν μεμονωμένες «μεγάλες στιγμές», πολλές αφρικανικές ζωγραφικές πρακτικές λειτουργούν κυκλικά. Επιστρέφουν. Αντηχούν. Στρωματοποιούν το νόημα μέσα στις γενιές. Το παρελθόν δεν βρίσκεται πίσω από το παρόν, βρίσκεται από κάτω του, ενσωματωμένο σαν χρωστική μέσα στο ύφασμα.
Η χρήση του μοτίβου σε πολλές δυτικοαφρικανικές και κεντροαφρικανικές ζωγραφικές παραδόσεις είναι ενδεικτική. Από μια ευρωκεντρική σκοπιά, τα μοτίβα συχνά υποτιμώνται ως διακοσμητικά. Ομως η επανάληψη στον αφρικανικό οπτικό πολιτισμό λειτουργεί φιλοσοφικά. Το να επαναλαμβάνεις δεν σημαίνει να λιμνάζεις, σημαίνει να θυμάσαι. Κάθε επανάληψη μετατοπίζεται ελαφρώς, αναγνωρίζοντας ότι η μνήμη δεν είναι ποτέ ακριβής, ούτε καθαρή. Υπό αυτή την έννοια, η αφρικανική ζωγραφική προαναγγέλλει σύγχρονες φιλοσοφικές κριτικές της ιστορικής αντικειμενικότητας: γνωρίζει ότι η Ιστορία πάντα ξαναζωγραφίζεται από το παρόν.
Και το χρώμα αρνείται την ουδετερότητα. Γήινες αποχρώσεις (ώχρες, κόκκινα, μαύρα, λευκά, είτε με τις χοϊκές γεωμετρίες του Ιμπραΐμ ελ Σαλάχι είτε με τα αιθέρια σώματα της Ζαντιλέ Τσαμπαλάλα) δεν αποτελούν αισθητικές επιλογές αλλά επιστημολογικές δηλώσεις. Συνδέουν την ανθρώπινη μορφή με τη γη, την καταγωγή και το πνευματικό πεδίο. Το μαύρο, που συχνά παρερμηνεύεται στα δυτικά συμφραζόμενα ως απουσία ή άρνηση, σηματοδοτεί πυκνότητα: τη συσσώρευση νοήματος, ηλικίας και βάθους. Το λευκό μπορεί να υποδηλώνει τη μετάβαση ή τον προγονικό κόσμο – όχι την αγνότητα με ηθικούς όρους, αλλά τη διαπερατότητα ανάμεσα σε κόσμους. Η ανάγνωση της αφρικανικής ζωγραφικής χωρίς αυτή τη συμβολική παιδεία ισοδυναμεί με το να συγχέει κανείς τη γλώσσα με τη διακόσμηση.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το πώς η αφρικανική ζωγραφική καταρρίπτει τον ψευδή διαχωρισμό μεταξύ τέχνης και ζωής. Μάσκες, τοιχογραφίες, ζωγραφική σώματος και υφάσματος υπάρχουν μέσα σε τελετουργία, κίνηση, ήχο και κοινότητα. Η ζωγραφική δεν είναι μόνο κάτι που βλέπεις· είναι κάτι στο οποίο εισέρχεσαι. Στο πλαίσιο του Μήνα Μαύρης Ιστορίας, αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Μεγάλο μέρος της μαύρης Ιστορίας έχει αρχειοθετηθεί μέσα από το βλέμμα των άλλων (αποικιακών διοικητών, ανθρωπολόγων, ιεραποστόλων…), των οποίων τα οπτικά αρχεία συχνά παρουσίαζαν αφρικανικά και διασπορικά υποκείμενα ως εθνογραφικά αντικείμενα και όχι ως ιστορικούς δρώντες. Η αφρικανική ζωγραφική, αντίθετα, διεκδικεί την πατρότητα. Δεν ζητεί να εξηγηθεί. Απαιτεί να συναντηθεί. Απαιτεί κοινωνία και επαφή.
Οι σύγχρονοι μαύροι ζωγράφοι και εικαστικοί επεκτείνουν αυτή την παράδοση, αντιμετωπίζοντας άμεσα το αποικιακό ρήγμα. Καλλιτέχνες όπως ο Μπεν Ενγουόγου, ο Σερί Σαμπά και ο Αμπλαντε Γκλόβερ (μεταξύ πολλών άλλων) ζωγραφίζουν μορφές κατακερματισμένες, πολυστρωματικές ή σκόπιμα παραμορφωμένες. Δεν πρόκειται για αποτυχημένες προσεγγίσεις του ρεαλισμού, φυσικά, αλλά για προτάσεις οριακά φιλοσοφικές. Το κατακερματισμένο σώμα αντανακλά μια κατακερματισμένη ιστορική συνθήκη, διαμορφωμένη από τη δουλεία, την αποικιοκρατία και τη διασπορά. Ωστόσο, εδώ ο κατακερματισμός δεν σημαίνει ήττα. Σημαίνει προσαρμογή. Σημαίνει επιβίωση ορατή.
Με αυτόν τον τρόπο η αφρικανική ζωγραφική γίνεται μια θεωρία της μαύρης ύπαρξης. Υποστηρίζει ότι η συνοχή δεν απαιτεί ομοιομορφία, ότι η ταυτότητα μπορεί να είναι πληθυντική χωρίς να χάνεται. Η αφρικανική και αφρο-διασπορική ζωγραφική αγκαλιάζει την αστάθεια ως αλήθεια. Ο εαυτός δεν είναι μια σταθερή εικόνα, αλλά μια διαπραγμάτευση ανάμεσα στη μνήμη, στην Ιστορία και στην προσδοκία.
Ο Μήνας Μαύρης Ιστορίας συχνά κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια αφήγηση αποκλειστικά σχετικά με τον πόνο, το τραύμα της δουλείας, τις φυλετικές συγκρούσεις, τον ρατσισμό, την ανισότητα. Ενώ προφανώς και είναι αναγκαίο να ονομαστούν και να αντιμετωπιστούν οι βίαιες πτυχές του παρελθόντος, η αφρικανική ζωγραφική μάς υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι η μαύρη Ιστορία είναι επίσης ιστορία πνευματικής παραγωγής, αισθητικής φιλοσοφίας και ριζοσπαστικής φαντασίας. Ολοι αυτοί οι πίνακες δεν απαντούν απλώς στην καταπίεση, αλλά αρθρώνουν κόσμους πέρα από αυτή. Φαντάζονται μέλλοντα, παραμένοντας ταυτόχρονα υπόλογοι στους προγόνους (και ετούτο ισχύει για τη μαύρη τέχνη στο σύνολό της, όπως για τη λογοτεχνία διαφόρων αφρικανικών χωρών, που διανύει μια αναγεννησιακή φάση ανεξάρτητα από τη δυτική αντίληψη και πρόσληψη).
Ισως γι’ αυτό η αφρικανική τέχνη εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία στα κυρίαρχα ιστορικά πλαίσια. Αρνείται το κλείσιμο. Δεν προσφέρει μία και μοναδική ερμηνεία. Απαιτεί από τον θεατή να επιβραδύνει, να μάθει νέες οπτικές γραμματικές και να αποδεχτεί την αμηχανία. Με αυτόν τον τρόπο επιτελεί ακριβώς το έργο που για πολλούς επενδύει ο Μήνας Μαύρης Ιστορίας: όχι παθητική αναγνώριση, αλλά ενεργή επανεκπαίδευση.
Διότι η μαύρη Ιστορία δεν είναι γραμμένη μόνο σε αρχεία – είναι ζωγραφισμένη σε τοίχους, σώματα και καμβάδες. Και, σε αντίθεση ακόμα και με το μελάνι, το χρώμα απλώνεται. Αρνείται τον περιορισμό. Λεκιάζει το παρόν με τα άλυτα ερωτήματα του παρελθόντος, ζητώντας όχι να το θαυμάσουμε από απόσταση ή να το «παραδεχτούμε», να το «συν-πονέσουμε» ή να το διερευνήσουμε, αλλά να το αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο.
«Stay Inside»
Η αιματοχυσία που εκτυλίσσεται στη Μινεσότα δεν είναι «αναγκαίο κακό», ούτε «παράπλευρη απώλεια», αλλά ανεξέλεγκτη ομοσπονδιακή βία. Η ICE και η Συνοριοφυλακή, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Metro Surge», έχουν μετατρέψει τους δρόμους της Μινεάπολης σε πεδίο μάχης, σκοτώνοντας πολίτες (Ρενέ Γκουντ, Αλεξ Πρέτι) και τρομοκρατώντας μεταναστευτικές κοινότητες. Αυτό που παρουσιάστηκε ως νόμιμη επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής έχει εξελιχθεί σε πανδαιμόνιο βίας και περιφρόνησης του Συντάγματος. Αντί να αποκλιμακώσουν, οι πολιτικοί ηγέτες πολλαπλασίασαν την ένταση, προστατεύοντας τους πράκτορες και αποκλείοντας τους πολιτειακούς αξιωματούχους από τη διερεύνηση των θανάτων. Παράλληλα, οικογένειες θρηνούν, κοινότητες ζουν με τον φόβο, πολίτες σε ερασιτεχνικά βίντεο ουρλιάζουν «stay inside», διότι οι δρόμοι είναι κατειλημμένοι από πάνοπλους μασκοφόρους της ICE. Αυτό δεν αφορά τον «νόμο και την τάξη», αλλά μια εξουσία χωρίς λογοδοσία, ένα καθεστώς όπου η σφαίρα έρχεται πρώτη και ο νόμος δεύτερος.
