Η εικόνα των ιταλών διεθνών να αποχωρούν από τη Ζένιτσα με σκυμμένα κεφάλια είχε κάτι το σχεδόν ποιητικό, από εκείνη την ποίηση που δεν απαγγέλλεται, αλλά σε βαραίνει. Οχι, δεν ήταν απλώς ένας ακόμη αποκλεισμός από το Μουντιάλ, με δράστη τη Βοσνία. Ηταν η επιβεβαίωση ότι η Ιταλία έχει μετατρέψει την αποτυχία σε συνήθεια. Και αυτό, για μια χώρα που κάποτε όριζε τι σημαίνει ποδοσφαιρική ταυτότητα, είναι σχεδόν ειρωνικό. Η άλλοτε αυθεντία του «κατενάτσιο» μοιάζει σήμερα με φοιτητή που έχασε τις σημειώσεις του πριν τις εξετάσεις. Χωρίς σχέδιο, χωρίς καθαρή φιλοσοφία, χωρίς εκείνη τη σχεδόν αλαζονική βεβαιότητα ότι «κάπως θα το πάρουμε». Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε μια ομάδα που παίζει σαν να απολογείται για την ιστορία της. Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα: η άρνηση. Η Ιταλία δεν κατέρρευσε χθες. Δεν την «κατέστρεψε» ο υπό παραίτηση Τζενάρο Γκατούζο. Κατέρρευσε αργά, μεθοδικά, σχεδόν… κομψά. Μια δεκαετία χαμένων ευκαιριών, λανθασμένων επιλογών και διοικητικής ανεπάρκειας δημιούργησε ένα οικοδόμημα που δείχνει εντυπωσιακό απ’ έξω, αλλά μέσα τρίζει.
Συστημική αποτυχία
Η κριτική του Αλεξάντερ Τσέφεριν δεν ήταν τυχαία, ούτε υπερβολική. Οταν ο πρόεδρος της UEFA επισημαίνει ότι η Ιταλία έχει μείνει πίσω σε υποδομές και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να χάσει ακόμη και τη συνδιοργάνωση του Euro 2032, τότε δεν μιλάμε απλώς για αγωνιστική κρίση. Μιλάμε για συστημική αποτυχία. Για μια χώρα που κάποτε δίδασκε ποδόσφαιρο και τώρα κινδυνεύει να χάσει το δικαίωμα να το φιλοξενεί. Σαν να μην έφτανε αυτό, η παρακμή αγγίζει και τους ιστορικούς της πυλώνες. Μετά την αποχώρηση του Αντρέα Ανιέλι, η Γιουβέντους (ο διαχρονικός τροφοδότης της εθνικής ομάδας) μοιάζει να έχει πατήσει φρένο. Οι αποεπενδύσεις και η έλλειψη στρατηγικής συνέχειας αφαιρούν από την Εθνική έναν βασικό αιμοδότη ταλέντου και νοοτροπίας. Και όταν η «Μεγάλη Κυρία» χάνει τη σταθερότητά της, η Εθνική δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι ούτε οι υποδομές ούτε οι σύλλογοι. Είναι η ψυχολογία. Η Ιταλία παίζει σαν ομάδα που φοβάται το ίδιο της το όνομα. Κάθε κρίσιμη στιγμή γίνεται βάρος, κάθε ευκαιρία μοιάζει απειλή. Δεν είναι ότι δεν έχει παίκτες. Είναι ότι δεν έχει πίστη.
Να επανεφεύρει τον κυνισμό της
Και εδώ έρχεται η σκωπτική ειρωνεία: μια χώρα που καυχιόταν ότι ξέρει να κερδίζει «άσχημα», πλέον δεν ξέρει να κερδίζει ούτε όμορφα ούτε άσχημα. Εχει χάσει ακόμη και τον κυνισμό της. Υπάρχει ελπίδα; Φυσικά. Η Ιταλία δεν είναι ποδοσφαιρικά φτωχή. Εχει ακαδημίες, έχει νεαρούς παίκτες. Αλλά όλα αυτά θυμίζουν υλικά σε κουζίνα χωρίς σεφ. Υπάρχουν, αλλά δεν συνθέτουν κάτι. Η λύση δεν είναι ένα ακόμη «restart» με ωραία λόγια. Είναι ρήξη. Με νοοτροπίες, με πρόσωπα, με τη βολική μετριότητα που έχει εγκατασταθεί στα ανώτερα κλιμάκια. Χρειάζεται σχέδιο, όχι ελπίδα. Γιατί αν η Ιταλία συνεχίσει έτσι, το πραγματικό σοκ δεν θα είναι ότι λείπει από τα Μουντιάλ. Θα είναι ότι κάποια στιγμή θα σταματήσει να μας λείπει. Και τότε, πράγματι, η ποίηση θα έχει τελειώσει.
