Η πρώτη ημέρα της συνόδου κορυφής μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα: παρά τον βαθύ και διαρκώς εντεινόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση.
Το κλίμα της συνάντησης υπήρξε εμφανώς καλύτερο από ό,τι πολλοί ανέμεναν. Η προσεκτικά οργανωμένη κινεζική υποδοχή, το επίσημο δείπνο στο Μέγαρο του Λαού και οι αμοιβαίες προσωπικές φιλοφρονήσεις μεταξύ Τραμπ και Σι δεν είχαν μόνο συμβολικό χαρακτήρα. Αντανακλούσαν μια κοινή συνειδητοποίηση ότι η σημερινή διεθνής συγκυρία δεν επιτρέπει νέα μεγάλα μέτωπα και ανεξέλεγκτες γεωπολιτικές συγκρούσεις.
Και οι δύο πλευρές επέλεξαν συνειδητά να αποφύγουν δημόσιες αναφορές που θα μπορούσαν να δυναμιτίσουν το κλίμα. Η αμερικανική πλευρά υποβάθμισε το θέμα της Ταϊβάν, ενώ η Κίνα απέφυγε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο Ιράν και στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, δόθηκε προτεραιότητα σε ζητήματα οικονομικής συνεργασίας, εμπορίου, επενδύσεων και ενεργειακής σταθερότητας.
Η Κίνα εμφανίστηκε ως δύναμη ισοδυναμίας και ισοτιμίας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα στο νέο παγκόσμιο σκηνικό που σταδιακά διαμορφώνεται. Ο Σι Τζινπίνγκ δεν παρουσιάστηκε ως ηγέτης μιας ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης, αλλά ως συνομιλητής ισότιμου βάρους με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Η αναφορά του στην «Παγίδα του Θουκυδίδη» είχε ιδιαίτερο συμβολισμό και πολιτικό βάθος. Ηταν μια έμμεση αλλά σαφής προειδοποίηση ότι η Ιστορία έχει δείξει πως όταν μια ανερχόμενη δύναμη συγκρούεται με μια κατεστημένη, οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές για ολόκληρο τον κόσμο.
Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να εμφανιστεί ως ηγέτης που μπορεί να επαναφέρει τον έλεγχο και τη σταθερότητα σε μια περίοδο έντονων διεθνών πιέσεων. Οι δυσκολίες στο μέτωπο του Ιράν, οι αβεβαιότητες στη Μέση Ανατολή και η γενικότερη γεωπολιτική κόπωση φαίνεται να οδηγούν την Ουάσιγκτον σε μια πιο πραγματιστική προσέγγιση απέναντι στο Πεκίνο.
Οι αναφορές σε νέες κινεζικές επενδύσεις, στην αγορά αμερικανικών προϊόντων και αεροσκαφών Boeing, αλλά και στη δημιουργία κοινών επενδυτικών και εμπορικών μηχανισμών, αποσκοπούν στο να αναδείξουν ότι η σχέση ΗΠΑ – Κίνας δεν περιορίζεται μόνο στον ανταγωνισμό, αλλά περιλαμβάνει και κρίσιμες αλληλεξαρτήσεις.
Παρ’ όλα αυτά, πίσω από το θετικό κλίμα παραμένει ισχυρή η αμοιβαία καχυποψία. Τα βαθύτερα στρατηγικά ζητήματα όχι μόνο δεν έχουν επιλυθεί, αλλά παραμένουν ανοιχτά και δυνητικά εκρηκτικά.
Η Ταϊβάν, η τεχνολογική κυριαρχία, η τεχνητή νοημοσύνη, οι θαλάσσιοι δρόμοι, οι σπάνιες γαίες, η στρατιωτική παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό και η μάχη για τον έλεγχο των παγκόσμιων οικονομικών δικτύων συνεχίζουν να αποτελούν πεδία σκληρού ανταγωνισμού.
Ωστόσο, η ίδια η συνάντηση και το κλίμα που διαμορφώθηκε λειτούργησαν ως δικλίδες ασφαλείας. Εκτόνωσαν, έστω προσωρινά, την ένταση που είχε προηγηθεί και είχε συσσωρεύσει επικίνδυνη αρνητική ενέργεια στο διεθνές σύστημα.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι και οι δύο πλευρές έδειξαν να αντιλαμβάνονται πως μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας δεν θα είχε νικητές. Θα προκαλούσε αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, στην ενεργειακή ασφάλεια, στις αγορές, στην τεχνολογία και τελικά στην ίδια τη διεθνή σταθερότητα.
Μέχρι την επόμενη συνάντηση θα κριθούν πολλά. Θα φανεί αν οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν αποτελούν πραγματική στρατηγική βούληση ή απλώς μια προσωρινή ανακωχή τακτικού χαρακτήρα.
Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, με την καχυποψία να παραμένει ζωντανή και τον ανταγωνισμό ενεργό, το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου θα μπορέσουν να διαχειριστούν τις διαφορές τους χωρίς να οδηγηθούν σε ιστορική σύγκρουση.
Η ευθύνη τους πλέον δεν αφορά μόνο τα εθνικά τους συμφέροντα. Αφορά την παγκόσμια ειρήνη και τη σταθερότητα του 21ου αιώνα.
Ο κ. Δημήτρης Αβραμόπουλος είναι πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος, ΥΠΕΞ, ΥΕΘΑ.
