Την εποχή αυτή στον Νότο η άνοιξη βιαζόταν να προλάβει την Ανάσταση. Μαζί της βιαζόταν και το καλοκαίρι, τόσο που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήρθε ήδη ο Ιούνιος και αν ο Ιούλιος πλησίαζε και αυτός. Στον τόπο του αιώνιου καλοκαιριού όλα εργάζονται για την αναστάσιμη φύση, που σαν αειθαλής κήπος καθρεφτίζεται στο απέραντο γαλάζιο σώμα της, από τη μια άκρη στην άλλη του Λακωνικού.
Κατεβαίναμε τέτοιες μέρες από την κορυφογραμμή του Πάρνωνα, μέσα από τα μονοπάτια του Αγίου Μάμα, νότια, να περπατήσουμε λίγο στις ακτές, σε μικρή ολοήμερη εκδρομή της Μεγάλης Εβδομάδας, πριν επιστρέψουμε βόρεια, στην κρυμμένη πλαγιά, εκεί που το χωριό που μας φιλοξενούσε έβλεπε μόνο ουρανό. Αποκλεισμένος τόπος στο απόκρημνο βουνό, στο ανατολικό πόδι της Λακωνίας, πριν αυτό βυθιστεί στον Κάβο Μαλιά. Λιρά είναι το όνομα του μικρού χωριού. Το συναντάς σήμερα στον δρόμο που συνδέει τη Μονεμβάσια με τη Νεάπολη. Ηταν, μας έλεγαν, διοικητικό κέντρο της τουρκοκρατίας, για τον λόγο αυτόν και η απομόνωση, το περίκλειστο της κληρονομιάς, η απόσταση από τον κόσμο, η εσωστρέφεια και η άρνηση πολλών για κάθε ταξίδι ή μετακίνηση.
Τις μέρες αυτές του Πάσχα, οι εφηβικές παρέες, οι ντόπιες μαζί με τους λίγους συνομηλίκους μας από τον Πειραιά και την Αθήνα, που κάποια συγγενική σχέση τούς έφερνε σε απόδραση πασχαλινή, έκαναν γιορτή στη στενή αυλή της Παναγίας, στη δίρριχτη εκκλησία του χωριού, και όλοι, με τρόπο κρυφό και ανομολόγητο, συμμετείχαν εκείνες τις ώρες στην αναστάσιμη αναζήτηση της νεανικής συντροφιάς, που τους μιλούσε για αυτά που δεν είχαν δει και για αυτά που επρόκειτο να έρθουν. Οι ιερέας πατέρας μου, ο παπα-Κυριάκος, που δεν άφηνε τον ναό τις ημέρες της αναστάσιμης αναμονής, ζητούσε να χαμηλώσουμε τις φωνές, άλλοτε με συγκρατημένη αυστηρότητα και άλλοτε με ολόψυχη συμμετοχή στο μικρό αυθόρμητο αναστάσιμο πανηγύρι.
Ο Τάσος είχε την ιδέα. Ολοι μαζί την ανακοίνωσαν στον παπα-Κυριάκο. Φέτος, η Ανάσταση να μη γίνει στην Παναγία, αλλά ψηλά στο βουνό, στον ναό του Προφήτη Ηλία, που στεκόταν αιώνες μεταξύ δύο κόσμων, του Λακωνικού και του Μυρτώου. Ο Προφήτης Ηλίας είχε μόνο τους τοίχους του. Ερειπωμένος. Από χρόνια πολλά, άγνωστο πόσα, άγνωστο πώς. Το μικρό εκκλησάκι ήταν σημείο αναφοράς. Και όποιος βρισκόταν στη γραμμή του έστεκε για λίγο, περιφέροντας στον ορίζοντα το βλέμμα, σε ταξίδι χωρίς προορισμό. Εκεί, εκεί να κάνουμε την Ανάσταση φέτος, είπαν με μια φωνή τα παιδιά. Ανάσταση στον Αϊ-Λια!
Ο παπα-Κυριάκος έκπληκτος από την πρόταση και ενθουσιασμένος μαζί – γνώριζα τόσο καλά τον πατέρα μου! – μόλις που επιχειρεί να εκφράσει την αντίρρησή του. Δεν θα προλάβει. Ο Τάσος, σαν εμπνευσμένος από τις αναστάσιμες ημέρες, θα πει με δυνατή φωνή: γιατί όχι; Μια ανάσταση στον παλιό ναό, ψηλά στο βουνό, πιο κοντά στον ουρανό, μέσα στη φύση. Νομίζω θυμάμαι τα λόγια του.
«Γιατί όχι; Εκεί έξω. Στον ανοιχτό χώρο, στους δύο ορίζοντες, με τους αναστάσιμους ψαλμούς να ταξιδεύουν στον αέρα, μέσα στον ανθισμένο ελεύθερο τόπο και τον ερειπωμένο ναό λουσμένο ξανά από το ανέσπερο φως». Είχε ακούσει με προσοχή την αναστάσιμη φαντασία ο πράος ιερέας. Τον συνόδευε σε κάθε Δεύτερη Ανάσταση που τον περίμενε από οικισμό σε οικισμό, σε εκείνη τη διάσπαρτη κατοίκηση του Πάρνωνα. Καλή Ανάσταση!
Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.
