Υπάρχει μια πολίχνη στο Νέο Μεξικό των ΗΠΑ, με πληθυσμό περίπου έξι χιλιάδων, που ονομάζεται «Truth or Consequences» (Αλήθεια ή Συνέπειες). Η αρχική ονομασία ήταν Hot Springs (λόγω των ιαματικών λουτρών της περιοχής – ονομασία αντίστοιχης συχνότητας με τα δικά μας τοπωνύμια τύπου Ανω και Κάτω Παναγιά), η οποία άλλαξε το 1950, όταν ο παραγωγός μιας ραδιοφωνικής εκπομπής με τον τίτλο Truth or Consequences υποσχέθηκε ότι θα μετέδιδε μια επετειακή εκπομπή από την πρώτη πόλη που δεχόταν να μετονομαστεί έτσι. Υστερα από μίνι δημοψήφισμα, οι κάτοικοι αποφάσισαν την αλλαγή του ονόματος και η εκπομπή πράγματι μεταδόθηκε από εκεί, ακολουθούμενη από παρελάσεις, καλλιστεία και λοιπά εορταστικά δρώμενα, ενώ αντίστοιχες εκδηλώσεις διεξάγονται ετησίως μέχρι και σήμερα, υπό την ονομασία «Φιέστα».
Παλιό αμερικανικό καλτ. Ας φανταστούμε μια πόλη μες στην έρημο που αγκαλιάζουν τα καουμπόικα κόκκινα ξεροβούνια των νοτιοδυτικών ΗΠΑ. Ο τοπικός πληθυσμός αποτελείται από μια χούφτα νοματαίους, η τοπική οικονομία εδράζεται σε λουτρά, βενζινάδικα, ναρκωτικά και σεξεργασία, ενώ η αισθητική περιλαμβάνει τερακότα και κάκτους. Κάθε χρόνο η πόλη γιορτάζει το όνομά της, με την προαναφερόμενη παράτα από τοπικούς επισήμους (δημάρχους, σερίφηδες και άλλες προσωπικότητες, βλέπε ηλιοκαμένους θείους με Ρέιμπαν που κάθονται με τη νεολαία και δεκαοκτάχρονες με λαμέ που ανταγωνίζονται για το στέμμα της «Μις Φιέστα»).
Φυσικά, παρότι το Νέο Μεξικό παρουσιάζει εδώ καμιά εικοσαετία μια τάση υπερίσχυσης των Δημοκρατικών, η κομητεία Σιέρα, όπου ανήκει το Truth or Consequences, είναι ρεπουμπλικανική μέχρι εκεί που δεν παίρνει, οπότε στη μικρή μας πόλη κυριαρχεί αυτή η παραδοσιακή ζεστασιά των ανθρώπων των οποίων οι προπροπροπροπροπαππούδες τον 19ο αιώνα τραβούσαν τα μαλλιά τους όταν διαπίστωσαν ότι το σύνθημα «Free Slaves» σήμαινε «ελεύθεροι σκλάβοι», όχι «δωρεάν σκλάβοι».
Διότι, όπως είπε κι ο ποιητής, αν αποσυνθέσεις τις νότιες ΗΠΑ, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια δεξαμενή τηγανόλαδο, μια καραμπίνα και ένα μπουκάλι λακ, που σημαίνει: με άλλα τόσα τις ξαναφτιάχνεις.
Η ευρύτερη περιοχή, ευνόητα, παρουσιάζει υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας. Δεν σκουντουφλάς δα και σε πτώματα, όμως, σε σχέση με τους πληθυσμούς, το ότι είναι ευρέως αποδεκτό ότι όλο και κάποια στραβή θα κάτσει στους απροετοίμαστους τουρίστες καθιστά τα ποσοστά δυσάρεστα. Ο λόγος που η περιοχή παρουσιάζει τόση εγκληματικότητα οφείλεται πρωτίστως στην τοποθεσία. Οι πόλεις στην έρημο, μολονότι τείνουν να φιλοξενούν δεμένες κοινότητες, αποτελούν επίσης και πέρασμα.
Εκεί οφείλονται τα ποσοστά εμπορίου ναρκωτικών, παράνομης σεξεργασίας και παρουσίας κάθε καρυδιάς καρυδιού που έρχεται και πάει. Συνεπώς, παρά τη γραφικότητά του, το Truth or Consequences δεν είναι μια οικογενειακή κηλιδίτσα στον χάρτη που συντηρείται από ριζόρτ για γιαγιάδες με αρθριτικά. Είναι κομμάτι μιας ήσυχης κόλασης, που, αν την επισκεφτείς στα τυφλά, πιθανότατα θα καταλήξεις συμπρωταγωνιστής σε ντοκιμαντέρ για μανιακούς δολοφόνους (ναι, το Truth or Consequences έχει τον δικό του).
Δηλαδή, τι περιμένεις; Είσαι σε μια μικρή πόλη που ονομάζεται Truth or Consequences. Στην έρημο. Πιθανότατα, ενώ οδηγούσες στον αυτοκινητόδρομο, συνάντησες διάφορες πινακίδες με φράσεις όπως «Η αμαρτία κοστίζει ακριβά – Ο Ιησούς τακτοποίησε τον λογαριασμό», «Προσευχήσου τώρα – Κάτι έρχεται», «Ο αυτοκινητόδρομος τελειώνει – Η αιωνιότητα όχι», «Ο σίτος θυμάται την πυρκαγιά» (είχες συναντήσει και στην Εύβοια τέτοιες πινακίδες, εκεί που έσκουζες με πρώτη στα βουνά, θυμάσαι μάλιστα χαρακτηριστικά μία που έλεγε «Εχεις μόνο μία ευκαιρία να σώσεις την ψυχή σου» και αναρωτιέσαι γιατί την πρόσεξες μες στα πεύκα, νιώθοντας ξαφνικά σαν πρωταγωνιστής θρίλερ τη στιγμή του εξποζίσιον). Λοιπόν, επειδή κάποιες ιστορίες είναι από τη ζωή βγαλμένες, όταν βλέπεις κάτι τέτοιο στον δρόμο σου προς τα κάπου, απλώς ξέρεις ότι κακά πράγματα συμβαίνουν εκεί.
Οι αυτοκινητόδρομοι μιλούν – και συνήθως λένε: Λάκισε. Σε ολάκερη την ήπειρο, οι άνθρωποι ξέρουν και δίνουν στους αυτοκινητοδρόμους τους αρκούντως προειδοποιητικά παρατσούκλια. Ο διαπολιτειακός αυτοκινητόδρομος 70, που συνδέει Ιντιάνα, Οχάιο, Μιζούρι και Κάνσας, είναι γνωστός ως «Killer Route» (οι δολοφονίες δεν ακολουθούσαν καν κάποιο υποτυπώδες μοτίβο, πράγμα που σημαίνει ότι ο δράστης δεν ήταν ένας, αλλά πολλοί και διάφοροι).
Ο διαπολιτειακός 45 στο Τέξας, που συνδέει Ντάλας και Χιούστον, περνάει από τα γνωστά «Texas Killing Fields» (όπου έδρασαν επίσης πολλοί και διάφοροι). Στον Καναδά, στη Βρετανική Κολομβία, ένα μέρος του αυτοκινητοδρόμου 16 είναι γνωστό ως «Highway of Tears» λόγω των δολοφονιών φτωχών νεαρών γυναικών προερχόμενων από τις τοπικές κοινότητες αυτοχθόνων, που έκαναν οτοστόπ εξαιτίας των ανύπαρκτων μέσων μαζικής μεταφοράς στην περιοχή.
Στο Μεξικό, ο ομοσπονδιακός 101 ονομάζεται «Highway of Death» (το βασικό σπορ εδώ είναι η απαγωγή, αλλά πότε κόλλησαν καλά οι λέξεις «απαγωγή» και «Μεξικό» στην ίδια πρόταση), ενώ ο ομοσπονδιακός 45 είναι γνωστός ως «Ciudad Juárez Corridor», συνδεόμενος με την υπόθεση των περίπου τετρακοσίων γυναικοκτονιών της πόλης Σιουδάδ Χουάρες. Στη Βραζιλία, ο αυτοκινητόδρομος 116, που διατρέχει τις ακτές της, είναι γνωστός ως «Αυτοκινητόδρομος του Θανάτου» (Rodovia da Morte), αφενός λόγω της επικινδυνότητας της διαδρομής, που περνάει από βουνά και λαγκάδια υπό βροχή και ομίχλη, και αφετέρου λόγω της εγκληματικότητας.
Εννοείται πως στους απειράριθμους αυτοκινητοδρόμους που κουβαλούν τέτοιες ιστορίες δεν υπάρχει ούτε αλήθεια ούτε συνέπειες. Τα εγκλήματα διαλευκαίνονται σπανίως ή ποτέ. Η άσφαλτος είναι σπαρμένη σορούς που θα έλεγες πως λειτουργούν σαν οδοδείκτες, όπως το Εβερεστ είναι σπαρμένο σορούς άτυχων ορειβατών, που οι επόμενοι χρησιμοποιούν ως σημάδια στη διαδρομή τους. Αυτή είναι η παροξυσμική ελευθερία των περασμάτων.
Οι αυτοκινητόδρομοι, οι σήραγγες, οι γέφυρες, οι αόρατοι νοητικοί διάδρομοι μοιράζονται μια ανησυχητική συγγένεια με την παράξενη ελευθερία του θανάτου, γιατί το κακό ευδοκιμεί όπου υπάρχει πέρασμα, όπου τα όρια διασχίζονται υπερβολικά εύκολα, όπου η κίνηση γίνεται τόσο συνήθης ώστε κανείς να μη διακρίνει πότε κάτι αμετάκλητο πέρασε σιωπηλά ανάμεσα στους ζωντανούς.
Στην περίφημη μπαλάντα «Λενόρε» του Μπίργκερ (αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που απελπίζεται αφού ο αγαπημένος της δεν επιστρέφει από τον πόλεμο και, οργισμένη, αμφισβητεί τον Θεό, όταν ένας μυστηριώδης ιππέας, στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Θάνατος, την παρασύρει σε μια φρενήρη νυχτερινή διαδρομή προς το «νυφικό κρεβάτι», που αποκαλύπτεται ότι είναι ο τάφος της) υπάρχει μια στροφή που ίσως ακούσεις καμιά φορά να απαγγέλλει ο ξερός αέρας των αυτοκινητοδρόμων: «Κι από δεξιά κι από ζερβά/ Μπροστά απ’ τα μάτια που κοιτούσαν/ Περνούσαν γης, λιβάδια κι ερημιά/ Σαν αστραπή! Κι οι γέφυρες βροντούσαν!/ «Φοβάσαι, αγάπη μου, κι εσύ; Το φεγγάρι φωτίζει λαμπρά!/ Ζήτω! Οι νεκροί ταξιδεύουνε γοργά!/ Αγάπη μου, φοβάσαι τους νεκρούς;»/ «Α, όχι! Μα άσ’ τους εκεί που ‘ναι τους νεκρούς».
Όταν η διαφορά γίνεται έγνοια
Τη Μεγάλη Εβδομάδα, η μητέρα μου με πιλάτευε φρικαρισμένη για τη γιαγιά μου, που την πιλάτευε φρικαρισμένη για το πασχαλινό τραπέζι. Τι θα φάει ο άνδρας μου (είναι ο χαϊδεμένος Γαμπρός Α, κι αν δεν ήταν, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε), η ξαδέλφη μου (είναι βίγκαν, αλλά το αίμα νερό δεν γίνεται), ο θείος μου (αρνείται την πρόσληψη τροφής δίχως οπτική επαφή με μαγιονέζα) και ούτω καθεξής, ώσπου η μαμά πρότεινε μενού με πατατάκια και ξηροκάρπια.
Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον η όλη οικογενειακή φρίκη. Μοιάζουμε με ομάδα μοναδικοτήτων συγκλινουσών στις ίδιες τις διαφορές τους. Οι διαφορές δεν εξελίσσονται σε ρήξη αλλά σε έγνοια. «Μαζί» δεν σημαίνει «πού εναρμονιζόμαστε» (a priori), αλλά «πώς εναρμονιζόμαστε» (a posteriori). Αναρωτιέμαι, εάν ο Τολστόι έβρισκε να γράψει για μια οικογένεια σαν τη δική μου, πόσο θα του έπαιρνε να τα βροντήξει και να επιστρέψει στα χωραφάκια του.
