Ζούσε κάποτε στη μακρινή χώρα της Σιγής ένα μικρό παιδί που λεγόταν Αντώνης. Ο Αντώνης είχε πολύ μεγάλα φωτεινά μάτια, μεγάλα αυτιά και πολύ μικρό στόμα, τόσο μικρό που η φωνή του δεν χωρούσε να βγει από τα λεπτά χείλη του. Ο μικρός Αντώνης δεν ένιωσε ποτέ την επιθυμία να προσπαθήσει να βγάλει προς τα έξω τη φωνή του αλλά λυπόταν πολύ που ενώ έβλεπε όλα τα άλλα παιδιά να κουνάνε τα χείλη τους ρυθμικά, να τα τραντάζουν κάθε τόσο και να φαίνονται χαρούμενα, ο ήχος τους να μην ταξιδεύει στον χώρο.
Μια μέρα αποφάσισε να πάρει το ποδήλατό του και να κάνει μια μεγάλη βόλτα στη χώρα του, να εξερευνήσει το περιβάλλον και τον τόπο του, να παρατηρήσει τους ανθρώπους της χώρας του, μικρούς και μεγάλους από πιο κοντά και να προσπαθήσει να καταλάβει γιατί όλοι γύρω του μιλούσαν αλλά δεν ακούγονταν.
Πήρε λοιπόν το κόκκινο αστραφτερό του ποδήλατο και ξεχύθηκε στους δρόμους.
Συνάντησε πολύχρωμα εξωτικά πουλιά που τιτίβιζαν μελωδικά ανάμεσα στα πράσινα δέντρα, είδε μικρά σκιουράκια να τρώνε τους πεσμένους, ώριμους καρπούς των δέντρων κάνοντας πολύ θόρυβο, άκουσε τα κελαρυστά ρυάκια με το γάργαρο νερό που διέσχιζε το δάσος δίπλα του και ακόμα ακόμα στα αυτιά του έφτασε ο ήχος από τις πατημασιές των ζώων, δυνατές, στέρεες και σίγουρες που έσχιζαν το έδαφος. Λίγο πιο πέρα ήταν μια μεγάλη λεωφόρος με πολλά αυτοκίνητα, μια βουή χωρίς μελωδία διαπέρασε το τύμπανο των αυτιών του πληγώνοντάς τα. Κόρνες έκαναν σαματά και τα πόδια των περαστικών που έσερναν τα βήματά τους ξεχώριζαν κάθε τόσο.
Σήκωσε το βλέμμα κατά τον ουρανό πάνω από το δάσος και κοίταξε τα άσπρα σχήματα από τα σύννεφα, το υπέροχο γαλάζιο χρώμα και ύστερα έστρεψε το βλέμμα του κατά τον ουρανό που σκέπαζε την πόλη. Γκρίζος, στενάχωρος με φευγαλέα σύννεφα που βιάζονταν να πάνε να καθίσουν πάνω από το δάσος.
Με τις ορθοπεταλιές του βγήκε λίγο πιο έξω από την πόλη. Δίπλα του δεν υπήρχε πια το δάσος αλλά μια ακαθόριστη μάζα από τσίγκινα σπίτια με λασπωμένους δρόμους, ίσα να τα χωρίζουν το ένα από το άλλο. Ισχνές κότες έτρεχαν να κρυφτούν από τους ανθρώπους και ο αέρας μύριζε καμένο καουτσούκ. Γύρω από μια μικρή φωτιά ζέσταιναν τα παγωμένα χέρια τους κάποιοι κύριοι. Απέναντι από τα τσίγκινα σπίτια έστεκαν όμορφες, φρεσκοβαμμένες κατοικίες με περιποιημένες εισόδους, μεγάλους φροντισμένους κήπους και όμορφα κόκκινα κεραμίδια, η ατμόσφαιρα μύριζε ποτισμένο χώμα και η ευωδιά από τα λουλούδια έμπλεκε με τη μυρωδιά του καμένου που ερχόταν από απέναντι.
Πιο κάτω είδε παιδιά να παίζουν με πέτρες και ξύλα στα χέρια τους ενώ κάποια άλλα λίγο πιο πέρα είχαν στα χέρια τους κούκλες και πολύχρωμα αυτοκίνητα.
Μετά από πολλή ώρα άρχισε να πέφτει το σκοτάδι. Ο δρόμος μπροστά του ίσα που φαινόταν. Μια γυναίκα άναψε ένα κερί και μια άλλη μια μικρή λάμπα. Επειτα από καμιά ώρα μέσα στο σκοτάδι μια μεγάλη κολώνα ηλεκτρικού ρεύματος φώτισε τον δρόμο. Εγένετο φως. Στα σπίτια που προσπερνούσε έβλεπε μητέρες να μαγειρεύουν ωραίο ζεστό φαγητό για την οικογένειά τους. Πεινούσε και αυτός. Εβγαλε μια μικρή σοκολάτα από την τσέπη του κι άρχισε να τη μασουλάει. Είχε γεύση κακάο φράουλα, όχι όμως την ίδια γεύση φράουλας που είχε γευτεί όταν είχε πάει πριν χρόνια στο χωριό της γιαγιάς του. Ξεκουράστηκε λιγάκι στην άκρη του δρόμου και ρούφηξε μια γερή δόση αέρα. Δεν ήθελε να κοιμηθεί, θα συνέχιζε.
Αρχισε να ξημερώνει, το αχνό φως του ήλιου προτού ξεπροβάλλει ολότελα, άρχισε να φαίνεται.
«Κάθισε στην καρέκλα μπροστά από τον πίνακα και κοίταξε την κυρία καθώς εκείνη έπιανε στα χέρια της μια μεγάλη μπλε κιμωλία. Αλήθεια, τι θα έκανε με αυτό το αντικείμενο;».
Καβάλα στο ποδήλατό του κινούνταν στον δρόμο. Είδε ανθρώπους με κατεβασμένα κεφάλια να προχωράνε γρήγορα στα πεζοδρόμια. Ανθρώπους με μεγάλα κενά μάτια να κινούνται νευρικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Ενιωσε και ο ίδιος μια μικρή νευρικότητα αλλά το ξεπέρασε.
Μέσα από τις βιτρίνες έβλεπε κόσμο να περνά και να χάνεται από τα μάτια του αστραπιαία. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει χαθεί.
Κάπου μέσα στο πλήθος ξεχώρισε μια μεγάλη κυρία, με ασπρόμαυρα γυαλιά και τεράστια μπλε μάτια να έρχεται προς το μέρος του. Του έπιασε το χέρι και τον πήγε σε μια μεγάλη κίτρινη αίθουσα με έναν μεγάλο πράσινο πίνακα στη μέση. Κάθισε στην καρέκλα μπροστά από τον πίνακα και κοίταξε την κυρία καθώς εκείνη έπιανε στα χέρια της μια μεγάλη μπλε κιμωλία. Αλήθεια, τι θα έκανε με αυτό το αντικείμενο; Προς μεγάλη του έκπληξη με την κιμωλία άρχισε να χαράσσει τον πίνακα. Κάποια σχήματα έκαναν την εμφάνισή τους. Η μεγάλη κυρία ξαφνικά απέκτησε φωνή, την άκουγε να του μιλάει σε μια μαγευτική, παραμυθένια γλώσσα που ονομαζόταν αλφαβήτα. Τα σχήματα που χάρασσε στον πίνακα απέκτησαν κι αυτά φωνή, το ένα κοντά στο άλλο σχημάτιζαν μελωδίες με νόημα. Κι όλο μεγάλωναν οι μελωδίες σχηματίζοντας λέξεις, κι όλο μεγάλωναν οι λέξεις σχηματίζοντας προτάσεις κι όλο μεγάλωναν οι προτάσεις σχηματίζοντας έννοιες. Ο Αντώνης ήταν εκστασιασμένος, ένας καινούριος παραδεισένιος κόσμος ξετυλίγονταν μπροστά του. Ενιωσε για πρώτη φορά τις φωνητικές του χορδές να πάλλονται, μια ακατανίκητη ανάγκη να βγάλει τη φωνή από μέσα του και ως εκ θαύματος μίλησε και ακούστηκε. Η μεγάλη κυρία γέλασε. Για πρώτη φορά άκουσε ανθρώπινο γέλιο, ήταν ό,τι καλύτερο του είχε συμβεί ως τώρα!
Από τότε και κάθε μέρα ο Αντώνης πήγαινε στην κίτρινη τάξη. Μάθαινε συνέχεια και ακούραστα. Ηταν χαρούμενος και πια μιλούσε.
Μετά από καιρό γύρισε στη γειτονιά του. Αρχισε να χαράσσει πίνακες με την αλφαβήτα και τα παιδιά που δεν ακούγονταν ως τότε ξεκίνησαν να έχουν φωνή.
Από τότε και στο εξής η χώρα της Σιγής έπαψε να σωπαίνει, έγινε η χώρα της Δυνατής Φωνής και όλοι ήξεραν τι σημαίνει να μιλάς και να ακούγεσαι, να γελάς και να κάνεις τους άλλους χαρούμενους γύρω σου!
Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…