Οι «μεσαίες δυνάμεις» και οι συμπληγάδες της Αθήνας

Με τη «συμμαχία των λιγότερο ισχυρών» ή με τον Τραμπ; - Η κυβέρνηση προς το παρόν ακολουθεί την οδό της «λεπτής ισορροπίας»

Οι «μεσαίες δυνάμεις» και οι συμπληγάδες της Αθήνας

Η επιβουλή προσάρτησης εδάφους που ανήκει σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, όπως στην περίπτωση της Γροιλανδίας, ήταν η κορυφαία – έως τώρα – πράξη του δράματος. Πλέον, δεν μένουν ακόμα πολλά να γίνουν ώστε να εμπεδώσει η Δύση τι ακριβώς επιδιώκει ο Ντόναλντ Τραμπ. Το αμερικανικό σχέδιο, άλλωστε, έχει ξεδιπλωθεί αναλυτικά στην καινοφανή Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας (2026, NDS): «Για πολύ καιρό οι σύμμαχοι και οι εταίροι μας ήταν ικανοποιημένοι που μας άφηναν να επιδοτούμε την άμυνά τους. (…) Στην Ευρώπη και σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων, οι σύμμαχοί μας θα αναλάβουν την ηγεσία ενάντια σε απειλές που είναι λιγότερο σοβαρές για εμάς αλλά περισσότερο για αυτούς».

Ανεξαρτήτως του αν και σε τι βαθμό θα υλοποιηθούν οι παραπάνω εξαγγελίες, το βέβαιο είναι ότι όσοι πλήττονται από το δόγμα Τραμπ, δηλαδή οι φιλελεύθερες δυτικές χώρες που παρέμειναν μεταπολεμικά προσδεδεμένες στο αμερικανικό άρμα παραδίδοντας ουσιαστικά τα κλειδιά της ασφάλειάς τους στον «θείο Σαμ», καλούνται να δράσουν. Μετά την κεφαλαιώδη ομιλία του καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός, ο ακόμα απροσδιόριστος αυτός χώρος απέκτησε, τουλάχιστον, όνομα: είναι οι «μεσαίες δυνάμεις», οι οποίες σήμερα συνθλίβονται στη μέγγενη των λίγων μεγάλων του κόσμου.

Ισχύς διά της ενώσεως

«Οι μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι ανίσχυρες. Διαθέτουν την ικανότητα να οικοδομήσουν μια νέα τάξη που να ενσωματώνει τις αξίες μας: τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη βιώσιμη ανάπτυξη, την αλληλεγγύη, την προστασία της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών» είπε μεταξύ άλλων ο Κάρνεϊ. Ομως, η κατά μόνας ικανότητα δεν αρκεί. Πέραν των δυσχερειών αποκόλλησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, απαιτούνται υπερεθνικές συγκλίσεις. Συμπράξεις, όχι μόνο στον τομέα της άμυνας, αλλά στην ενέργεια, το εμπόριο, την οικονομία.

Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να προσαρμοστούμε στη νέα πραγματικότητα, είπε ο καναδός πρωθυπουργός. «Το ερώτημα είναι αν θα προσαρμοστούμε απλώς υψώνοντας ψηλότερα τείχη ή αν μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο φιλόδοξο». Αν δηλαδή οι μεσαίοι μπορούν, πράγματι, να συνασπιστούν ώστε μαζί να αποτελέσουν υπολογίσιμο γεωπολιτικό μέγεθος.

Δεν είναι η πρώτη φορά που καταγράφεται συζήτηση περί ευέλικτων, ενισχυμένων συμπράξεων προκειμένου οι πολυμερείς συμμαχικοί ή εταιρικοί σχηματισμοί να καταστούν περισσότερο εφεκτικοί. Τέτοια ιδέα ήταν η «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» με αντικείμενο τη βαθύτερη ενοποίηση ή προσφάτως η «Συμμαχία των Προθύμων» με διακύβευμα την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας στην Ουκρανία. Η δεύτερη ομάδα (με πυρήνα Βρετανία, Γαλλία, Πολωνία και τις Βαλτικές Χώρες) αναζητεί προσώρας τις απαραίτητες διπλωματικές συγκλίσεις, επιταχύνοντας παραλλήλως την υλοποίηση κρατικών εξοπλιστικών προγραμμάτων. Βραδέως προχωρά και το εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, με στόχο η ΕΕ να καταστεί μεσοπρόθεσμα ικανή προς υπεράσπιση του εαυτού της, κάτω όμως από τη νατοϊκή ομπρέλα.

Φιλόδοξη αλλά αναγκαία πρωτοβουλία

Ευρωπαίος διπλωμάτης λέει στο «Β» ότι υπάρχουν δύο απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε οι «μεσαίοι» να αποκτήσουν πραγματική υπόσταση στον άγριο κόσμο που έχει ξημερώσει. «Πρώτον, σε οποιαδήποτε συσσωμάτωση να συμμετέχει έστω μία πυρηνική δύναμη (σ.σ.: άρα η Βρετανία ή και η Γαλλία). Δεύτερον – και μάλλον σημαντικότερο –, το πλαίσιο της συνεργασίας να διευρυνθεί σε όλους, σε όλα τα πεδία μιας απόλυτα διασυνδεδεμένης υφηλίου. Δείτε για παράδειγμα τη συμφωνία της ΕΕ με την Ινδία ή τη Mercosur. Μόνο δι’ αυτού του τρόπου θα λειτουργήσουν πραγματικά αντισταθμίσματα έναντι της πολιτικής του Λευκού Οίκου, ο οποίος δεν πιέζει μόνο απειλώντας ότι θα αποσύρει την αμερικανική αμυντική συνδρομή, αλλά και μέσω της δασμολογικής πολιτικής ή του ελέγχου των θαλασσίων οδών».

Για πολλούς αναλυτές, η συζήτηση περί ενεργοποίησης των «μεσαίων» φαντάζει ουτοπική. Κι αυτό διότι κράτη με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και βιομηχανική παράδοση – όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία –, αλλά και χώρες της περιφέρειας με αξιοσημείωτη προσφορά στο ΝΑΤΟ και στη φύλαξη των ευρωπαϊκών συνόρων – όπως η Ελλάδα –, δεν προτίθενται να εμπλακούν στα διάφορα πεδία της μάχης. Ο δε Καναδάς – επίσης νατοϊκή δύναμη, που μάλιστα έχει αιτηθεί συμπερίληψη στο SAFE – καθώς και η Αυστραλία περιορίζονται εξαιτίας του μειονεκτήματος της απόστασης. Βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ευρώπη.

«Σε ένα ρευστό διεθνές σύστημα, όπου οι περιφερειακές συγκρούσεις σε οικονομία και στρατηγική όλο και μεγεθύνονται, τα μεσαία κράτη θα δεχθούν μεγαλύτερες πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις για αύξηση ασφάλειας, αλλά αυτές θα αφορούν την ενίσχυση των εθνικών δυνατοτήτων, όχι την επένδυση σε εξωστρεφείς ομαδοποιήσεις» λέει στο «Β» ο Αθανάσιος Μποζίνης, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία, αναδεικνύοντας το μείζον ζήτημα του πολιτικού κόστους ως ανάχωμα έναντι καίριων στρατηγικών αποφάσεων.

Στον αντίποδα, η Αννα Ζαχαριάδου, αναλύτρια σε θέματα ασφάλειας και άμυνας, θεωρεί ότι η αποδοτική συνεργασία των μεσαίων δυνάμεων είναι εφικτή μόνο στον βαθμό που οι ίδιες «παραδεχθούν ότι κάτι τέτοιο πλέον είναι παραπάνω από αναγκαίο και δράσουν συστηματικά υπέρ της αυτονομίας τους. Πρωτίστως στους τομείς της άμυνας και της ενέργειας, μέσω των οποίων θα δημιουργηθούν εμπράκτως οι επιμέρους συμμαχίες. Και φυσικά παραβλέποντας τις “παραδοσιακές γραμμές” (π.χ. των ΗΠΑ), οι οποίες έχουν παραβιαστεί πρώτα απ’ όλα από τις ίδιες τις μεγάλες δυνάμεις».

Ελλάδα, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ενωση

Επισήμως, πάντως, συζήτηση ως προς τη δημιουργία συνασπισμού των μεσαίων δυνάμεων δεν έχει ξεκινήσει. Παρ’ όλα αυτά είναι παραπάνω από φανερό ότι οι διεργασίες αναζήτησης νέων μορφών πολυμέρειας εντείνονται, υπό το κράτος της ανάγκης που δημιουργεί η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Αυτοί που ενδιαφέρονται περισσότερο είναι όσοι βρίσκονται ακριβώς ένα σκαλί κάτω από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ΝΑΤΟ (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) και αντιλαμβάνονται ότι τα προνόμιά τους απειλούνται. Αλλά και όσοι πλήττονται από την εξάπλωση του δόγματος της ανασφάλειας στις περιφέρειές τους, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και τα κράτη στο μαλακό υπογάστριο της αναθεωρητικής Ρωσίας. Στην Αθήνα πάντως δεν σχολιάζουν, ούτε ατύπως, την εν λόγω προοπτική. Αντιθέτως, προτάσσεται το επιχείρημα ότι η χώρα ήταν εξαρχής υπέρ της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, με την ελληνογαλλική συμφωνία του 2021, στην οποία συμπεριλαμβάνεται ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, να αναδεικνύεται ως έμπρακτο παράδειγμα υλοποίησης αυτής της στρατηγικής. Παραλλήλως επισημαίνονται τόσο η συμμετοχή της χώρας στα τριμερή σχήματα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και οι επιμέρους σχέσεις με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και την Ιορδανία.

Πέραν αυτών, όμως, η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα πραγματικότητα εν πολλοίς αμήχανη: Στηρίζει μεν αλλά και τηρεί διακριτές αποστάσεις από τη Συμμαχία των Προθύμων αποφεύγοντας ενεργότερη ανάμειξη στα εν εξελίξει μέτωπα. Επιδιώκει να διατηρήσει ανέπαφη τη στρατηγική συμμαχία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και να παραμείνει στον στενό πυρήνα της ΕΕ. Επιμένει να επιχειρηματολογεί υπέρ της ανάγκης ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας, υπό τη σκέπη όμως της Ουάσιγκτον και του ΝΑΤΟ. Για την Αθήνα, άλλωστε, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσανατολιστεί στον γεωπολιτικό ορίζοντα – διπλωματικά και στρατιωτικά – χωρίς τη χρήση αμερικανικής και νατοϊκής πυξίδας.

Οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις αποτελούν εδώ και τουλάχιστον έξι δεκαετίες αναπόσπαστο μέρος της δυτικής συμμαχίας στην κομβική περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ οι εξοπλισμοί αμερικανικής προέλευσης κυριαρχούν στο στράτευμα σε ποσοστό περί το 70%. Παρά το γεγονός αυτό, η Ουάσιγκτον σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες πιέζει την Αθήνα όλο και περισσότερο για νέες αγορές, ανεξαρτήτως του επιπέδου των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, πολλώ δε μάλλον της θέσης που θα κρατήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην ευρύτερη περιοχή.

Η απάντηση της Ελλάδας στο ερώτημα αν πράγματι «έφτασε η ώρα των μεσαίων δυνάμεων» είναι προς το παρόν επαμφοτερίζουσα. Αντιθέτως, είναι ξεκάθαρο ότι οι πάγιες αρχές της χώρας στο διεθνές στερέωμα ουδόλως συμβαδίζουν με την εξωτερική πολιτική του προέδρου Τραμπ. Κι αυτό είναι μια βαθιά αντινομία που δεν είναι δυνατόν να παραβλέπεται για πολύ καιρό ακόμα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version