Annus mirabilis ή annus horribilis; Τι θα είναι το 2026 για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων και ειδικότερα την ελληνική διπλωματία; Ετος θαυμάτων ή καταστροφών; Οι προβλέψεις είναι μάλλον επισφαλείς. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς που έρχεται θα κριθεί, κατά πάσα πιθανότητα, η έκβαση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, γεγονός που θα προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας.
Κάποιοι προεξοφλούν, επίσης, ότι θα αποκωδικοποιηθεί η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών για την Ανατολική Μεσόγειο, στο πλαίσιο της οποίας ίσως συμπεριλαμβάνεται πρωτοβουλία για τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των κρατών της περιοχής.
Παραλλήλως, και σύμφωνα με τα λεγόμενα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, Ελλάδα και Τουρκία θα επιχειρήσουν να πιάσουν ξανά το νήμα του διαλόγου σε υψηλό επίπεδο, με επόμενο βήμα τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Το 2026, η Ελλάδα και η Ανατολική Μεσόγειος
Εν μέσω αυτών, η Αθήνα καλείται να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις ασφαλείας της σύγχρονης εποχής.
Ανώτερη διπλωματική πηγή επισημαίνει στο «Βήμα» ότι μείζον διακύβευμα για το 2026 είναι η λήψη επιπλέον πρωτοβουλιών, υπογραμμίζοντας ότι για την Αθήνα «το εγχείρημα του IMEC, άρα και η συνεργασία με το Ισραήλ, είναι πλέον κορυφαία προτεραιότητα».
Οπως προσθέτει έμπειρο στέλεχος της κυβερνητικής παράταξης με πρόσβαση στο Μέγαρο Μαξίμου, «στόχος του 2026 είναι να θωρακιστεί έτι περαιτέρω η ασφάλεια της χώρας. Οχι μόνο η αποτρεπτική δυνατότητα, αλλά και οι τομείς της ενέργειας, της κυβερνοασφάλειας και του δικτύου πληροφοριών».
Επιτάχυνση των αρνητικών εξελίξεων στην Ουκρανία
Οπως έχει αναδειχθεί από «Το Βήμα», η Αθήνα προβληματίζεται ιδιαιτέρως για τις επιταχυνόμενες εξελίξεις στο Ουκρανικό, καθώς διευθέτηση άνευ de facto παραχώρησης εδαφών είναι μάλλον αδύνατο να τελεσφορήσει.
«Η Ελλάδα επηρεάζεται διότι αν η ισχύς επιβληθεί στη νομιμότητα, τότε δημιουργείται τετελεσμένο το οποίο δεν θα περάσει απαρατήρητο» μας λέει ανεξάρτητος παρατηρητής, ο οποίος ανήκει στον κύκλο συνομιλητών του Πρωθυπουργού.
Η νέα πραγματικότητα δεν ταιριάζει στις αποκαλούμενες «χώρες status quo», που κινούνται δηλαδή με πυξίδα το Διεθνές Δίκαιο. «Αν ο καθένας κάνει ό,τι θέλει στην πίσω αυλή του, τότε γιατί να μην ανοίξουν οι ορέξεις της Αγκυρας» προσθέτει ο ίδιος, υπογραμμίζοντας ότι πλέον το Διεθνές Δίκαιο δεν συνιστά από μόνο του μια ολοκληρωμένη στρατηγική.
Πέραν του προβληματισμού που καταγράφεται στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών περί αλλαγής συνόρων διά της βίας, υπάρχει ανησυχία και για τον χαρακτήρα της ειρήνης στην Ουκρανία. «Μια ταπεινωτική συνθήκη δύσκολα θα επιβιώσει. Η απώλεια εδαφών θα είναι ένας σοβαρός αναχρονισμός» επισημαίνει ο έτερος συνομιλητής μας, εκτιμώντας ότι «αν όντως συμβεί, τότε σπάει ένα ευρωπαϊκό ταμπού. Εξ ου και η θέση μας είναι ότι οποιαδήποτε απόφαση πρέπει να ληφθεί με την Ουκρανία στο τραπέζι» υπογραμμίζει.
Η Αθήνα, βέβαια, όπως και συνολικά οι περιφερειακοί δρώντες δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν δραστικά τις εξελίξεις, καθώς πλέον στο δωμάτιο βρίσκονται μόνο οι μεγάλοι παίκτες.
Επιπροσθέτως, η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με την αναδιαμόρφωση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας και δη με τον αναβαθμισμένο ρόλο της Τουρκίας τόσο στο εγχείρημα της αμυντικής αυτονομίας της Ενωσης όσο και ευρύτερα.
Προσώρας, πάντως, κυβερνητική πηγή υποστηρίζει ότι «η Αγκυρα ακολουθεί μια στρατηγική αμηχανίας. Δεν μπορεί να επανέλθει στο πρόγραμμα των F-35, όπου η Ελλάδα είναι ήδη μέσα, βρέθηκε τελικά εκτός του SAFE και δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί το γεγονός ότι η Ελλάδα μετατρέπεται σε ενεργειακό κόμβο υπό την αιγίδα των Αμερικανών».
«Μεγάλες αποφάσεις» ή «κάτω από τα ραντάρ»;
Το 2026 ο Ντόναλντ Τραμπ εισέρχεται στον δεύτερο χρόνο της θητείας του και στις πρωτεύουσες των χωρών πέριξ της Ανατολικής Μεσογείου ορισμένοι τελούν σε αναμονή επίσημων κινήσεων του Λευκού Οίκου. Στόχος; Η υπέρβαση των χρόνιων προβλημάτων ώστε η περιοχή να καταστεί εύκρατο πεδίο για τα εκάστοτε εθνικά και κυρίως τα αμερικανικά συμφέροντα.
Μπορεί το σενάριο να μοιάζει δυσχερές στην υλοποίησή του, όμως στις τάξεις της ελληνικής διπλωματίας επικρατεί εγρήγορση, ενώ ταυτοχρόνως από το Μέγαρο Μαξίμου μεταδίδεται το μήνυμα ότι η σχέση με την Ουάσιγκτον είναι «καλύτερη από ποτέ».
Στο πλαίσιο αυτό, εντός των πρώτων εβδομάδων του νέου έτους η Αθήνα επιταχύνει τις κινήσεις της, επανενεργοποιώντας τον ελληνοτουρκικό διάλογο, αλλά και προωθώντας την πρωτοβουλία σύγκλησης πενταμερούς διάσκεψης με τη συμμετοχή Κύπρου, Αιγύπτου, Λιβύης και Τουρκίας.
Αμφότερες οι επιλογές, εκτός της ουσίας, στοχεύουν αφενός να μεταδώσουν την εικόνα ότι η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου, αφετέρου να προλάβουν έξωθεν πρωτοβουλίες. Οσον αφορά, άλλωστε, την πιθανολογούμενη αμερικανική παρέμβαση, η κυβέρνηση έχει διαμηνύσει ότι ναι μεν το ενδιαφέρον είναι ευπρόσδεκτο, αλλά οι ελληνοτουρκικές διαφορές αντιμετωπίζονται διμερώς. Εντύπωση, βεβαίως, προκάλεσε το γεγονός ότι στην τελευταία δημόσια παρέμβασή του ο κ. Γεραπετρίτης εντόπισε εκατέρωθεν «πολιτική βούληση» ώστε Αθήνα και Αγκυρα να προχωρήσουν «σε μια πιο οριστική λύση των θεμάτων (…) Διότι όσο δεν επιλύεται το μεγάλο υποκείμενο ζήτημα, το οποίο είναι η οριοθέτηση, οι εντάσεις θα υπάρχουν» (Σκάι 100,3).
Κι αυτό παρά το γεγονός ότι μόλις τον Νοέμβριο του 2024 ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών δήλωσε από κοινού με τον Χακάν Φιντάν ότι αμοιβαία αποδεκτό πλαίσιο διαλόγου για τις θαλάσσιες ζώνες δεν υπάρχει. Σύμφωνα πάντως με τον προγραμματισμό, στις 20-21 Ιανουαρίου θα πραγματοποιηθεί ο επόμενος γύρος των πολιτικών διαβουλεύσεων και της θετικής ατζέντας με στόχο την προετοιμασία του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, το οποίο προγραμματίζεται να συγκληθεί στην Αγκυρα έως τον Μάρτιο του 2026.
Τι άλλαξε, λοιπόν, από τον περυσινό Νοέμβριο έως σήμερα, εκτός της επιπλέον ρευστότητας αλλά και του πιο ενεργού αμερικανικού ενδιαφέροντος για την περιοχή; Πέριξ του υπουργείου Εξωτερικών εντοπίζονται δύο γραμμές: Σύμφωνα με την πρώτη, στη λογική της επιτάχυνσης, θα πρέπει το 2026 να υπάρξει ετοιμότητα «για μεγάλες αποφάσεις», συμπεριλαμβανομένων, προφανώς, συμβιβασμών.
Αυτή, άλλωστε, ήταν μια διατύπωση που χρησιμοποίησε ο κ. Γεραπετρίτης στο τελευταίο συνέδριο του ΙΔΙΣ. Κατά τη δεύτερη γραμμή, στον ρυθμό της στασιμότητας, το ευκταίο είναι «η Ελλάδα να συνεχίζει να κινείται κάτω από τα ραντάρ»: να διατηρήσει τα «ήρεμα νερά» έναντι της Τουρκίας. Να συμβάλει στη δυτική συμμαχία ως «προβλέψιμος εταίρος» και να αποφύγει εμπλοκή σε διευθετήσεις, ειδικά υπό την μπαγκέτα του κ. Τραμπ.
«Πρέπει να ανεβάσουμε τις μετοχές της χώρας συνολικά στο “δυτικό χρηματιστήριο”. Να χτίσουμε μια θέση από την οποία θα μπορούμε να διαπραγματευθούμε ανταλλάγματα, να είμαστε διαλλακτικοί, σε καμία περίπτωση όμως υποχωρητικοί έναντι της Τουρκίας. Η αποτροπή εκτιμάται, η ασάφεια δεν εκτιμάται» επισημαίνει στο «Βήμα» στέλεχος του πρωθυπουργικού επιτελείου, εκτιμώντας ότι καθώς ουδείς γνωρίζει αν πράγματι οι Αμερικανοί θα ανοίξουν τα χαρτιά τους, η Αθήνα οφείλει να εργάζεται πάνω σε πολλαπλά σενάρια.
Αν πάντως η στρατηγική της κυβέρνησης είναι και να ενισχύσει τη σχέση της με το Ισραήλ, διμερώς και στο σχήμα 3+1 με την Κύπρο και τις ΗΠΑ, αλλά και να διατηρήσει ανοικτό έναν εποικοδομητικό διάλογο με την Τουρκία, τότε θα πρέπει να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί.
Καλύτερη απόδειξη από την επιταχυνόμενη αντιπαράθεση μεταξύ Νετανιάχου – Ερντογάν αμέσως μετά την ολοκλήρωση της τριμερούς στην Ιερουσαλήμ δεν θα μπορούσε να υπάρξει. «Δεν επιθυμούμε την Τουρκία υπό πίεση, αλλά θα ενισχύουμε τη δική μας στρατηγική θέση» απαντά λακωνικά η ανώτερη διπλωματική πηγή. Ουδείς, πάντως, θα πρέπει να ξεχνά ότι το 2026 είναι για την Ελλάδα προεκλογική χρονιά. Και σε τέτοιες περιπτώσεις αυτή που επικρατεί είναι η λογική της στασιμότητας.
