Ηταν επιτυχημένο το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας (AILF) που πραγματοποιήθηκε στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων μεταξύ 27 και 29 Μαρτίου; Η απάντηση είναι θετική. Για τρεις βασικούς λόγους.
Πρώτον, επειδή φαίνεται πως υπήρξε, από την πλευρά των διοργανωτών, μεγάλη προεργασία για το συγκεκριμένο τριήμερο (κάτι που δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο σε τούτη τη χώρα, ούτε καν σε κρατικό επίπεδο). Δεύτερον, επειδή οι χώροι του βιομηχανικού μνημείου της πρωτεύουσας αποδείχτηκαν εξόχως λειτουργικοί και για κάτι τέτοιο (δημιουργώντας ροή και ατμόσφαιρα που ενισχύθηκαν από μια ενιαία και σύγχρονη αισθητική). Τρίτον, επειδή οι συγγραφείς που εμφανίστηκαν εδώ ήταν όντως κορυφαίοι και σημαντικοί (κακά τα ψέματα, αλλιώς θα μιλούσαμε αν δεν είχαμε να κάνουμε με το πρόσφατο Νομπέλ Λογοτεχνίας και δύο Βραβεία Booker).
Σε κάθε περίπτωση, η γενική αίσθηση είναι ότι το κοινό συμμετείχε ενεργά, απόλαυσε το πλέγμα των εκδηλώσεων (και των θεματικών) και περιμένει κιόλας την επόμενη χρονιά (κρίσιμη ένδειξη για κάθε πολιτιστικό εγχείρημα που φιλοδοξεί να εδραιωθεί).
Οι προσδοκίες είναι υψηλές πια, ο ενθουσιασμός ήδη περισσεύει. Ολα αυτά είναι ωραία και καλά. Και επρόκειτο για μια στιγμή ανάτασης μέσα στον ευρύτερο ζόφο, μια στιγμή ενθαρρυντικής «κανονικότητας», αν προτιμάτε, σε σύγκριση με αντίστοιχα φεστιβάλ του εξωτερικού.
Πλην όμως, αυτό που σίγουρα θα δείξει αν η Αθήνα «μπαίνει δυναμικά στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη» είναι το μέλλον και η ίδια η ζωή. Δηλαδή, ακριβέστερα, το βάθος χρόνου και η θεσμική συνέπεια (ποιότητες που, στην Ελλάδα, επηρεάζονται από την πολιτική και κοινωνική συγκυρία). Το μόνο βέβαιο είναι πως κανένα φεστιβάλ δεν ευδοκιμεί χωρίς προγραμματισμό, σταθερότητα, συνέχεια, οικονομική στήριξη, καλλιτεχνική αξιοπιστία και πολυφωνία.
Ο Λάσλο Κράσναχορκαϊ, αδιαμφισβήτητος πόλος έλξης, σε δύο συζητήσεις, μίλησε για την τελετουργική διάσταση του έργου του, για τη σχέση μας με την ομορφιά, την κουλτούρα, την παράδοση, την τεχνολογία, τη φύση, καθώς επίσης για τη σημερινή πραγματικότητα στην Ευρώπη (λαϊκισμός, αυταρχισμός, τρέχουσες εκδοχές του φασισμού). Είναι εφικτή μια «εξέγερση ενάντια στο σκοτάδι» άραγε; Επιπλέον, ο ούγγρος νομπελίστας μοιράστηκε μια δική του ιστορία. Οταν βρέθηκε στην Κρήτη, έτυχε να ακούσει ντόπιους οργανοπαίχτες και σαγηνεύτηκε από την «αρχαία δύναμη» με τον οποία ερμήνευαν. Κατόπιν, αναζήτησε και αγόρασε λαούτο, ως λάτρης της μουσικής.
Ο Ιρλανδός Πολ Λιντς, που επιδίδεται επί μακρόν σε ένα είδος διαλογισμού, ξεδίπλωσε τις σκέψεις του για την αξία της μυθοπλασίας: χαρτογραφεί την περιπλοκότητα, αποκαλύπτει το κενό, εκφράζει την ανάγκη μας για νόημα. Μεταξύ άλλων, ο Ντέιβιντ Σόλοϊ αναφέρθηκε στην εύθραυστη επικράτεια της ατομικότητας και η Νικόλ Κράους στο θαύμα της λογοτεχνίας που ανανεώνει το βλέμμα μας πάνω στα μυστήρια των ανθρώπων.
Η Αργεντινή Σέλβα Αλμάδα δεν θα μπορούσε να μην αναλύσει τις γυναικοκτονίες, ενώ ο Ιταλός Ματέο Νούτσι εξήγησε γιατί ο Ομηρος είναι απαραίτητος μπροστά στην εμπόλεμη φρίκη της ειδησεογραφίας. Ενδιαφέρουσες οι συμβολές, επιπροσθέτως, της Κάρολιν Εμκε και του Λιλιάν Τιράμ, για τη διαφορετικότητα και τον ρατσισμό. Ο απολογισμός αυτός, προφανώς, δεν είναι εξαντλητικός. Το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας, ως συνθήκη διάλογου και συγχρωτισμού ανάμεσα σε ξένους και έλληνες συγγραφείς, άφησε αποτύπωμα. Αναδύεται ως μια ευκαιρία, ελπιδοφόρα, που δεν πρέπει να πάει χαμένη.
