Σέλβα Αλμάδα: Η γυναίκα που «ζωγραφίζει» τη βία και τα μυστικά της Αργεντινής

Η αργεντινή συγγραφέας Σέλβα Αλμάδα που επισκέφθηκε πρόσφατα την Ελλάδα, έχοντας ήδη τέσσερα βιβλία μεταφρασμένα στη γλώσσα μας, μιλάει για το υπόβαθρο της στιβαρής λογοτεχνίας της, τις γυναικοκτονίες, τον φεμινισμό, την πατριαρχία, τα μοτίβα της εξουσίας και του κοινωνικού αποκλεισμού

Σέλβα Αλμάδα: Η γυναίκα που «ζωγραφίζει» τη βία και τα μυστικά της Αργεντινής

Το μικρό της όνομα, στα ισπανικά, σημαίνει «ζούγκλα». Οταν την κοιτάζω από κοντά, σκέφτομαι πόσο ταιριαστό είναι (ανατρέχοντας παράλληλα, κάπως μεταφορικά, στους χαρακτήρες που έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα). Τα μακριά μαλλιά της, άβαφα κι ατίθασα, πέφτουν αρμονικά στο ήρεμο πρόσωπό της. Το βλέμμα της συγκρατημένο, το μειδίαμά της ανεξιχνίαστο. Είναι πρωί και συναντιόμαστε σε έναν χώρο της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων (πρόσφατα, στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της ελληνικής πρωτεύουσας).

Η 53χρονη Σέλβα Αλμάδα, από τις κορυφαίες συγγραφείς της Αργεντινής, λίγο προτού βρεθεί εδώ, είχε περάσει από τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, με αφορμή το καινούργιο της βιβλίο Una casa sola (εκδ. Literatura Random House, 2026). Περί τίνος πρόκειται;

«Είναι η ιστορία ενός σπιτιού, ακατοίκητου εδώ και μια δεκαετία, που κινδυνεύει να ξαναγίνει ρουμάνι, πυκνό κι άγριο δάσος. Κάποτε όμως, επί δημοκρατίας δηλαδή, έμενε εκεί μια οικογένεια με παιδιά που εξαφανίστηκε ξαφνικά. Και γύρω από αυτό το σπίτι κινούνται διάφοροι φασματικοί στρατιώτες, απομεινάρια διαφόρων πολέμων της Αργεντινής που επιτείνουν αυτή την ανησυχία του βιβλίου… Η γραφή, σταδιακά, φωτίζει και ξεκαθαρίζει την πραγματικότητα. Τα μοτίβα της έμφυλης βίας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αν δεν αναγνωρίσουμε τα μοτίβα, δεν μπορούμε να τα ανατρέψουμε, να τα αλλάξουμε» λέει στο «Βήμα» η Αλμάδα.

Οι άνθρωποι, ο τόπος και η γλώσσα

Το τελευταίο της μεταφρασμένο μυθιστόρημα, Οι πλινθοποιοί (Ladrilleros, 2013), μόλις κυκλοφόρησε στη χώρα μας και πήρε τη θέση του δίπλα σε άλλα αξιοπρόσεκτα βιβλία που, αρχής γενομένης από το 2023, διαδοχικά, προηγήθηκαν: Νεκρά κορίτσια (Chicas muertas, 2014), Δεν είναι ποτάμι (No es un río, 2020), φιναλίστ για το Διεθνές Βραβείο Booker 2024, και Ο άνεμος που σαρώνει (El viento que arrasa, 2012). Η ίδια, μέσα σε μια δεκαπενταετία περίπου, έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε μία από τις βασικότερες εκπροσώπους αυτού του «νέου κύματος» των γυναικών συγγραφέων από τη Λατινική Αμερική που συναρπάζουν τον υπόλοιπο κόσμο. Αν και η Αλμάδα διαθέτει, αναμφίβολα, τις δικές της καλλιτεχνικές ιδιαιτερότητες.

«Γεννήθηκα στο Εντρε Ρίος, μια επαρχία στην ενδοχώρα της Αργεντινής. Είναι ένας τόπος πανέμορφος, καταπράσινος, ανάμεσα σε ποτάμια – όπως υποδηλώνει και το όνομά του. Μεγάλωσα περιστοιχισμένη από αγόρια και άντρες, τους φίλους του αδερφού μου και του ξαδέρφου μου, τους θείους μου. Στα δεκαεπτά μου, μετακόμισα στην πρωτεύουσα της περιοχής, την Παρανά, για να σπουδάσω δημοσιογραφία. Τότε ανακάλυψα το ποτάμι. Ηταν μια καθοριστική φάση της ζωής μου. Για πολλά χρόνια το ποτάμι έγινε κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Πήγαινα στο ποτάμι όταν ήθελα να μείνω μόνη μου, για να διαβάσω ή, μαζί με τους άλλους, για να πιούμε μπίρα και να καπνίσουμε.

Κάποιο βράδυ ένας φίλος πήδηξε μέσα στο νερό και μέχρι να βγει, η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Στο φως του φεγγαριού, όταν τον είδα, το βρεγμένο σώμα του έλαμπε σαν να είχε λέπια. Τη στιγμή εκείνη συνειδητοποίησα ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Υστερα, εγκαταστάθηκα στο Μπουένος Αϊρες, όπου και έγραψα το “Eνα κορίτσι από την επαρχία”, βασισμένο σε αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία, ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο σχετικά με το τοπίο.

Παρατήρησα πως κάποιες λέξεις του τόπου μου, εκφράσεις ή παροιμίες, ποικίλα στοιχεία προφορικότητας εν πάση περιπτώσει, εμφανίζονταν αυθόρμητα στις ιστορίες που έγραφα κι έτσι άρχισα να δουλεύω συνειδητά μαζί τους. Θέλω αυτή η γλώσσα να είναι μέρος της ποιητικής των κειμένων που γράφω. Εχω την αίσθηση ότι στα μυθιστορήματά μου – στα βιβλία μου γενικότερα – το τοπίο δεν συνιστά απλώς και μόνο ένα σκηνικό. Το πλάθω σαν έναν ακόμα ήρωα. Κατά συνέπεια, αλληλεπιδρά με τους υπόλοιπους ήρωες, τους προκαλεί, ανοίγει διάλογο μαζί τους, άλλοτε συγκρούονται κι άλλοτε τα βρίσκουν μεταξύ τους. Δίνω σε αυτό ανθρώπινη υπόσταση· νομίζω πως πρόκειται για ένα ανιμιστικό τοπίο» εξηγεί η Αλμάδα, σκιαγραφώντας το υπόβαθρο και, ασφαλώς, την υφή της κατοπινής λογοτεχνίας της.

Η πολυπλοκότητα της βίας

Στα Νεκρά κορίτσια (ένα συνταρακτικό non-fiction novel που αποτυπώνει πραγματικές γυναικοκτονίες) βλέπουμε τι κάνει η βία της πατριαρχίας στα θηλυκά ενώ στους Πλινθοποιούς τι κάνει στα αρσενικά, στον Μαρσιάνο και στον Παχαρίτο συγκεκριμένα, οι οποίοι κληρονομούν ένα παλιό μίσος και αλληλοσκοτώνονται βουτηγμένοι (πέραν της ανέχειας) μέσα στις ίδιες μίζερες προκαταλήψεις (machismo, τοξική αρρενωπότητα, ομοφοβία).

Selva Almada, Οι πλινθοποιοί. Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου. Εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2026, σελ. 216, τιμή 14,40 ευρώ.

Πλην όμως, «όταν η λογοτεχνία γίνεται απροκάλυπτα διδακτική ή προπαγανδιστική, ο συγγραφέας παύει να εμπιστεύεται τον αναγνώστη και την ίδια την ιστορία. Αν και δηλωμένη φεμινίστρια, δεν γράφω απλώς για να τονίσω τις συνέπειες της πατριαρχίας. Με ενδιαφέρει η πολυπλοκότητα της βίας και των χαρακτήρων. Η έφηβη, για παράδειγμα, που ακούει ότι μια κοπέλα, λίγο μεγαλύτερή της, βρέθηκε μαχαιρωμένη στο κρεβάτι της, και φοβάται ότι το σπίτι της, το σπίτι οποιασδήποτε έφηβης, μπορεί και να μην είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο. Με ενδιαφέρει πολύ, εξίσου, η βία του καπιταλισμού».

Η Αλμάδα φτιάχνει τα μαλλιά της, ανακάθεται στην καρέκλα της και συνεχίζει. «Υπάρχει μια παράδοση στη χώρα μου, η λεγόμενη “λογοτεχνία της δικτατορίας”, πολύ σημαντική και αρκετά γνωστή διεθνώς. Εγώ δεν έχω επισκεφθεί αυτό το πεδίο, εκτός ίσως από κάποιο διήγημα. Οι ιστορίες μου διαδραματίζονται στη δεκαετία του ’90, που ήταν επίσης, από πολιτική και κοινωνική άποψη, μια πολύ δύσκολη περίοδος, η οποία σηματοδότησε ένα “πριν” και ένα “μετά” στην Αργεντινή της μεταπολίτευσης. Είναι η εποχή του νεοφιλελευθερισμού, η εποχή που ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μένει χωρίς δουλειά και περιθωριοποιείται.

Υπό αυτή την έννοια, τα βιβλία μου είναι πολιτικά, για μια άλλη εποχή, πιο πρόσφατη, επειδή αφορούν χαρακτήρες που είναι άνθρωποι της εργατικής τάξης, απελπισμένοι, εκτός συστήματος, δίχως προοπτική. Στους “Πλινθοποιούς” μιλάω για όσους ασχολούνται με την κατασκευή τούβλων, κάτι που στην Αργεντινή το κάνουν πολύ φτωχοί άνθρωποι, οι οποίοι ζουν σε επισφαλείς συνθήκες. Λοιπόν, επικεντρώνομαι σε αυτούς τους χαρακτήρες και πιστεύω ότι έτσι αφηγούμαι μια πλευρά της χώρας μου, μια πλευρά της ιστορίας της και το πώς όλο αυτό, μολονότι συντελέστηκε στη δεκαετία του ’90, εξακολούθησε να έχει αντίκτυπο στη μετέπειτα συλλογική μας πορεία. Μάλιστα, ο σημερινός πρόεδρος, ο Χαβιέρ Μιλέι, υπερασπίζεται εκείνη τη δεκαετία και την κυβέρνηση του Κάρλος Μένεμ και, τρόπον τινά, την αναπαράγει».

Αδιανόητος κι όμως τόσο αληθινός, δυσοίωνα απτός ο Μιλέι, σχολιάζω. «Τη δεδομένη στιγμή βρισκόμαστε σε δεινή θέση στην Αργεντινή. Αυτή η ακροδεξιά κυβέρνηση είναι πολύ επιθετική προς τον φεμινισμό, την Αριστερά, τον προοδευτισμό εν γένει. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε υποχωρήσει λίγο. Οι φεμινίστριες έχουμε αναδιπλωθεί κάπως. Δεν είμαστε συνέχεια στον δρόμο, να φωνάζουμε, να διεκδικούμε. Ελπίζω να τελειώσει σύντομα αυτή η κυβέρνηση και τα πράγματα να επιστρέψουν σε εκείνον τον ελπιδοφόρο αναβρασμό. Γιατί ο φεμινισμός στη Λατινική Αμερική υπήρξε ίσως το πιο κρίσιμο κίνημα των τελευταίων χρόνων».

Η πραγματική δύναμη της λογοτεχνίας

Η κουβέντα με τη Σέλβα Αλμάδα είναι μακρά και απολαυστική. Συζητάμε επιπροσθέτως για τις βορειοαμερικανικές, αγγλόφωνες επιρροές στο έργο της, τους συγγραφείς του Νότου των Ηνωμένων Πολιτειών (τον Γουίλιαμ Φόκνερ και τη Φλάνερι Ο’ Κόνορ, την Κάρσον Μακ Κάλερς και τον Ερσκιν Κάλντγουελ), την αισθητική του southern gothic, όπου το γκροτέσκο της ζωής, η σκοτεινιά της ύπαρξης και η σκληρότητα της πραγματικότητας διυλίζονται μέσα από μια γλώσσα στιβαρή και περίτεχνη.

«Οταν γράφω, έχω στο μυαλό μου έναν συγκεκριμένο τύπο αναγνώστη, αναγνώστριας για την ακρίβεια, εμένα. Κι εμένα μου αρέσει να βρίσκω τα πάντα στη λογοτεχνία. Μια δυνατή πλοκή αλλά και την ομορφιά της γλώσσας, μια καλοδουλεμένη αφήγηση συνολικά. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει στους άλλους η λογοτεχνία. Ξέρω όμως τι έκανε σε μένα. Με έβγαλε από την άγνοια και την απομόνωση της ενδοχώρας και με έμαθε να σκέφτομαι πέρα από τα όσα έβλεπα γύρω μου. Η λογοτεχνία με έμαθε πώς να αντέχω ένα ασφυκτικό περιβάλλον και με βοήθησε γιατί ήξερα ότι θα φύγω από κει. Οπως δέκα χρόνια αργότερα, μπροστά στο ποτάμι, άνοιξε και σε μένα την ίδια το μονοπάτι της γραφής. Σε ό,τι κι αν γράφω, μου αρέσει να πιάνουν οι αναγνώστες τη ζωντάνια της γλώσσας, ακόμα και τα λάθη της, τα κενά της.

Δεν μου αρέσει η γλώσσα να είναι επίπεδη, καθωσπρέπει, άσπιλη… Πιστεύω σε μια προφορικότητα που συνυφαίνεται με το σμίλεμα των χαρακτήρων, το στήσιμο των σκηνών και αναμετράται με τα μεγάλα θέματα, τα διαχρονικά και οικουμενικά θέματα. Ολα αυτά μπορούν να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών, όπου κι αν βρίσκονται. Ας πούμε, με διαβάζουν πολλοί στο Μπουένος Αϊρες και έχουν κάμποσες άγνωστες ή ακατανόητες λέξεις. Γιατί οι ιστορίες μου είναι γεμάτες τοπικισμούς και προσμείξεις και στοιχεία από τη γλώσσα γουαρανί. Στην περιοχή όπου μεγάλωσα οι ιθαγενείς είχαν ονομάσει τα δέντρα και τα πουλιά, κι αυτές οι ονομασίες διατηρούνται ακόμα. Και λίγο πιο βόρεια, στην Παραγουάη, τα γουαρανί μιλιούνται ακόμα. Υπάρχει μια φράση του Τολστόι: “Ζωγράφισε τον κήπο σου και θα ζωγραφίσεις τον κόσμο”. Σαν να μας λέει δηλαδή: αν δεν ζωγραφίσεις τον κήπο σου, δεν μπορείς να ζωγραφίσεις τον κόσμο».

Η αναγνώστρια Σέλβα και η συγγραφέας Αλμάδα

Για την Αλμάδα η ανάγνωση και το γράψιμο είναι δραστηριότητες αλληλένδετες και, στις μέρες μας ειδικότερα, προσλαμβάνουν μια ζωτική διάσταση.

«Ακριβώς σε τέτοιες ακραίες ιστορικές στιγμές, παντού στον πλανήτη, με πολέμους που εξελίσσονται, με την Ακροδεξιά και τη Δεξιά να προελαύνουν, με την αντιδραστική σκέψη να κυριαρχεί, για μένα το να συνεχίζω να γράφω και να διαβάζω είναι πράξεις. Και μάλιστα πράξεις εξέγερσης και αντίστασης. Κατάγομαι από ένα πολύ μικρό, πολύ συντηρητικό μέρος, και αν δεν ήταν η λογοτεχνία, θα είχα μείνει εκεί κάνοντας αυτό που έπρεπε να κάνω, ό,τι έκαναν όλες οι γυναίκες. Η λογοτεχνία είναι αυτή που μου άνοιξε τις πύλες του κόσμου, και για την αναγνώστρια Σέλβα και για τη συγγραφέα Αλμάδα. Δεν θα είχα βρεθεί ποτέ εδώ στην Ελλάδα, σίγουρα, αν δεν είχα γράψει τα βιβλία μου. Ωστόσο, νομίζω πως δεν είναι μόνο αυτό. Η λογοτεχνία σε κάνει να σκέφτεσαι, να αναρωτιέσαι και να αμφισβητείς. Να φαντάζεσαι και να ονειρεύεσαι. Για αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να διαβάζουμε».

*Ο συντάκτης ευχαριστεί θερμά την κυρία Αγγελική Βασιλάκου, μεταφράστρια της συγγραφέως, για την ουσιαστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version