Ο Χάντκε στα 83: Το Νόμπελ, το σκάνδαλο και το πιο αινιγματικό του μυθιστόρημα

Δύο έργα του νομπελίστα Πέτερ Χάντκε, το πρόσφατο μυθιστόρημα «Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα» και ο θεατρικός μονόλογος «Χθεσινό χιόνι, αυριανό χιόνι», αναδεικνύουν το ανατρεπτικό στοιχείο της γραφής του.

Ο Χάντκε στα 83: Το Νόμπελ, το σκάνδαλο και το πιο αινιγματικό του μυθιστόρημα

Ο Αυστριακός Πέτερ Χάντκε κλείνει φέτος τα ογδόντα τρία του χρόνια και παραμένει το ίδιο παραγωγικός, πρωτότυπος και ανατρεπτικός, όπως στα νιάτα του, όταν με τα θεατρικά του έργα, τα «Κάσπαρ» και «Βρίζοντας το κοινό» κυρίως, έγινε γνωστός στη χώρα μας, για να ακολουθήσει το θαυμάσιο σενάριό του σε εκείνη την αλησμόνητη ταινία του Βιμ Βέντερς «Τα φτερά του έρωτα». Για μεγάλο διάστημα ο Χάντκε προκάλεσε σάλο, όταν υποστήριξε τον Μιλόσεβιτς και το καθεστώς του, ιδίως ανάμεσα στους διανοούμενους των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αυτό δεν στάθηκε ικανό να αμαυρώσει τη φήμη του, απόδειξη πως η Σουηδική Ακαδημία δεν το πήρε τοις μετρητοίς και το 2019 του απένειμε το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Εργο ενιαίο και συμπαγές

Μεγάλο μέρος από το πεζογραφικό και το ποιητικό έργο του Χάντκε έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Ανάμεσα στα πεζογραφήματά του ξεχωρίζουν το μυθιστόρημα Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι, που το μετέφρασε ο Αλέξανδρος Ισαρης, και η νουβέλα Ανέμελη δυστυχία, το κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, πεζογράφημά του, μεταφρασμένο εξαιρετικά από τον Σπύρο Μοσκόβου, ο οποίος μεταφράζει συστηματικά τα βιβλία του.

Σε αυτόν οφείλουμε τη μετάφραση της θαυμάσιας και εξαιρετικής σειράς των αφηγηματικών του δοκιμίων τα τελευταία πέντε χρόνια, που αποδεικνύουν ότι το έργο του Χάντκε είναι ενιαίο, συμπαγές και πάντα πρωτότυπο, επιβεβαιώνοντας τον αφορισμό του πως «αν ένα έθνος χάσει τους αφηγητές της, χάνει και την παιδική του ηλικία». Και τούτο μας παραπέμπει σε εκείνο που είχε πει πολλά χρόνια νωρίτερα ένας άλλος σημαντικός συγγραφέας, ο Εξιπερί: «Κατάγομαι από τα παιδικά μου χρόνια όπως από μια χώρα».

Η παιδική ηλικία είναι, λοιπόν, η κοιτίδα της μνήμης και το ταξίδι του Χάντκε στη χώρα της μέσω των τοπίων (πραγματικών και μνημονικών) που διασχίζει σφραγίζει τα έργα της ωριμότητάς του – αν μπορούμε να μιλήσουμε για ωριμότητα όταν αναφερόμαστε σε έναν συγγραφέα ο οποίος παρουσιάζεται ώριμος από πολύ μικρή ηλικία. Απλώς τώρα η τεχνική της ανάκλησης είναι πολύ πιο έντονη, ιδίως στο τελευταίο του μυθιστόρημα Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα που κυκλοφόρησε το 2023 στο πρωτότυπο.

Οικειότητα και αποξένωση

Ενας νέος άνδρας, ο Γκρέγκορ Βέρφερ, επιστρέφει για λίγες μέρες στο χωριό του προκειμένου να επισκεφθεί τους γονείς του και την αδερφή του με το νεογέννητο μωρό της.

Οταν κάποιος λείπει για μεγάλο διάστημα από τον τόπο της καταγωγής του, δεν μπορεί να αποφύγει το αίσθημα της αποξένωσης.

Ταυτοχρόνως όμως όλα γύρω του έχουν αλλάξει μέσα στα χρόνια. Παρά ταύτα νιώθει όχι νοσταλγία αλλά μια παράξενη οικειότητα. Οικειότητα και αποξένωση εν τούτοις πώς συνδυάζονται; Κι όμως μπορούν. Ο Γκρέγκορ αναρωτιέται: έχει αλλάξει ο περίγυρος ή ο ίδιος; Ο εξωτερικός κόσμος ή ο δικός του, ο εσωτερικός;

Η επιστροφή οφείλεται σε ένα θλιβερό καθήκον: να ενημερώσει την οικογένειά του για τον θάνατο του αδερφού του που ήταν μέλος της Λεγεώνας των Ξένων, σκοτώθηκε σε μια μάχη, η οποία δεν κατονομάζεται, και βρίσκεται θαμμένος σε ένα μέρος μακριά από τον τόπο καταγωγής του. Αλλά ο Γκρέγκορ, επιστρέφοντας σε αυτόν, επιστρέφει και στα παιδικά του χρόνια.

Αναδρομές στο παρελθόν

Ο Χάντκε με τη μαεστρία που χαρακτηρίζει και το υπόλοιπο έργο του καταγράφει τα γεγονότα του παρελθόντος μαζί με τα περιστατικά που βιώνει ο Γκρέγκορ στην επίσκεψή του. Τα πάντα έχουν αλλάξει· από τα τοπία του χωριού πηγαίνουμε σε αυτά της μεγάλης πόλης – αλλά εμείς πού βρισκόμαστε;

Τι είναι ο εξωτερικός κόσμος και τι η εσωτερική ζωή; Και άραγε πρόκειται για δύο κόσμους διαφορετικούς ή για τον ίδιο κόσμο που μεταμορφώνεται και μας προκαλεί ένα αίσθημα άγχους (το λεγόμενο κεντροευρωπαϊκό Angst), χαρακτηριστικό γνώρισμα και στα υπόλοιπα έργα του Χάντκε, όπως στην Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι;

Κάθε επιστροφή είναι και μια αναζήτηση. Γι’ αυτό και ο Γκρέγκορ τα βράδια επισκέπτεται τις ταβέρνες αυτού που υπήρξε κάποτε το χωριό του και μένει εκεί ώσπου να κλείσουν κάνοντας αναδρομές στο παρελθόν. Είναι ο τελευταίος επισκέπτης, δηλαδή ο τελευταίος θαμώνας.

Ο Χάντκε κρατά απόσταση από τους χαρακτήρες του, και όμως εμείς νιώθουμε μια παράξενη οικειότητα. Είναι συγγραφέας ατμόσφαιρας· όπως την περιγράφει, η γοητεία της συναρπάζει τον αναγνώστη – και μολονότι το μυθιστόρημα δεν ανήκει στην κατηγορία των page-turners, δηλαδή όσων διαβάζοντάς τα ανυπομονεί κανείς για το τι θα γίνει παρακάτω, ο αναγνώστης το διαβάζει και δεν θέλει να το αφήσει από τα χέρια του. Απλούστατα επειδή αυτός ο σημαντικός συγγραφέας τον έχει βάλει «στο κάδρο» όχι για να γίνει κατά κάποιον τρόπο συμμέτοχος, αλλά για να αισθανθεί όσα νιώθουν οι χαρακτήρες και κυρίως ο πρωταγωνιστής Γκρέγκορ Βέρφελ.

Εσωτερικά τοπία της ύπαρξης

Ο Βέρφελ, κινούμενος από ταβέρνα σε ταβέρνα, παρουσιάζεται ως «εξερευνητής», αλλά κατά βάθος τα τοπία που εξερευνά είναι εσωτερικά, τουτέστιν το περιεχόμενο της ύπαρξής του. Η διαδοχή των συμβάντων είναι εξαιρετικά γρήγορη (και όχι σε απόλυτη χρονολογική τάξη), αλλά όσα αποσπούν την προσοχή του είναι τα φαινομενικά δευτερεύοντα: τα αντικείμενα και οι αναμνήσεις. Ούτε οι ταβέρνες ούτε τα καφενεία ούτε τα μπαρ τον συγκινούν, εκτός κι αν του γεννούν ένα αίσθημα ευφροσύνης. Αλλά ποια ευφροσύνη; Ο Χάντκε δημιουργεί έναν κόσμο αινιγματικό, έναν εσωτερικό κόσμο που λίγο απέχει από το να τον χαρακτηρίσει κανείς κλειστοφοβικό.

Το πόσο ευφυής και χαρισματικός είναι αυτός ο συγγραφέας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Βέρφελ δεν ενημερώνει την οικογένειά του για τον θάνατο του αδερφού του την ημέρα της άφιξής του. Την επομένη, άλλωστε, ξεκινά την περιδιάβασή του στον τόπο της καταγωγής του, από το σπίτι του στο κέντρο της πόλης και από εκεί στα χωριά της περιοχής, όπου τα πάντα έχουν αλλάξει, αλλά οι ντόπιοι τον αναγνωρίζουν. Κι ο ίδιος αναγνωρίζει τον τόπο – αναγνωρίζει όμως και τον εαυτό του; Αυτό το αναπάντητο ερώτημα τον συνδέει και τον αποσυνδέει από το περιβάλλον, καθώς αισθάνεται το παρελθόν του να θαμπώνει και να σβήνει μέσα του, σαν να πρόκειται για ένα χρονικό που θα χαθεί μέσα στον χρόνο.

Ο Γκρέγκορ δίνει απαντήσεις στον εαυτό του και τους αναγνώστες σε ερωτήσεις που δεν του έχει υποβάλει κανείς. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος.

Είναι ένα γνώρισμα μοντερνιστικό και δεν χαρακτηρίζει ασφαλώς μόνο τον Χάντκε. Θα πρέπει όμως να το τονίσω, δεδομένου ότι ο Χάντκε έχει πολλούς αναγνώστες και στη χώρα μας. Νομίζω πως δεν θα δυσκολευτούν να ανακαλύψουν ότι το πρότυπο για τον Γκρέγκορ υπάρχει και σε προηγούμενους χαρακτήρες στο έργο του Χάντκε.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη – και κάθε τριαδικό κείμενο είναι κατά βάθος ποιητικό. Η ποιητική του συγγραφέα παρουσιάζεται εμφανέστατη, ιδίως στη λεπτότητα του ύφους και την ανάδειξη των λεπτομερειών, δηλαδή στην ποιητική του.

Υποδειγματική μετάφραση

Αυτή μας τη μετέφερε ο Σπύρος Μοσκόβου βρίσκοντας θαυμάσιες αντιστοιχίες στη γλώσσα μας. Είναι «παρούσα» σε όλες τις μεταφράσεις του από το έργο του Χάντκε που τον έχουν αναδείξει στον κατ’ εξοχήν μεταφραστή αυτού του σπουδαίου συγγραφέα. Τον Χάντκε τον έχουν μεταφράσει κι άλλοι, με επιτυχία τις περισσότερες φορές, αλλά καμιά από τις προγενέστερες μεταφράσεις δεν συγκρίνεται με τις αντίστοιχες του Μοσκόβου. Αναφέρομαι φυσικά στο συνολικό αποτέλεσμα και όχι στα επιμέρους.

Ο Μοσκόβου πέτυχε αυτό που κατορθώνουν οι καλύτεροι μεταφραστές λογοτεχνικών έργων: «έσπασε», όπως έλεγε μια σπουδαία μεταφράστρια, η Τζένη Μαστοράκη, το πρωτότυπο κείμενο και το ανασυνέθεσε στα ελληνικά σε μια γλώσσα που ρέει αβίαστα, λες και πρόκειται όχι για μετάφραση αλλά για βιβλίο γραμμένο απευθείας στη γλώσσα μας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version