Είναι μια γλυκιά ώρα στα Χανιά, απόγευμα προχωρημένο, δειλινό σχεδόν, αρκετή δροσιά ακόμα, ο ήλιος κρύβεται πίσω από γκριζωπά σύννεφα αλλά συνεχίζει το παιχνίδισμά του, το φως διαχέεται πάνω στην κυματιστή επιφάνεια του νερού, θαρρείς πως απλώνεται μπροστά σου μια χρυσαφένια επικράτεια από σπασμένους καθρέφτες. Βρισκόμαστε ακριβώς δίπλα στη θάλασσα, στα Ταμπακαριά, στην περιοχή των παλαιών βυρσοδεψείων της πόλης, ένα ξεχωριστό κομμάτι της ιστορικής συνοικίας της Χαλέπας.
Εδώ, σε ένα ανακαινισμένο, μοντέρνο και λειτουργικό σπίτι, έχει καταλύσει ο 73χρονος Ορχάν Παμούκ μαζί με την Ασλί, τη σύζυγό του. Με υποδέχεται ο ίδιος στην πόρτα, χαιρετιόμαστε ευγενικά και περνάμε στο άνετο καθιστικό. Σε ένα εντυπωσιακό, ξύλινο τραπέζι είναι ριγμένα τα σημειωματάριά του, παραδίπλα οι πένες και οι μαρκαδόροι του, πολλά βιβλία ανοιχτά, κάποιες κούπες. Μια ακαταστασία πειθαρχημένη. Ο κορυφαίος τούρκος πεζογράφος, που έχει τιμηθεί με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, οργάνωσε έτσι τον χώρο ώστε να μπορεί να εργάζεται απρόσκοπτα. «Σήμερα δεν βγήκα καν έξω να περπατήσω, τηρώ το πρόγραμμά μου, ελπίζω όμως ο καιρός να καλυτερεύσει για να μπορέσω να κολυμπήσω» λέει στο «Βήμα».
Το νησί της πανούκλας
Η συνάντησή μας γίνεται στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων (λίγο προτού ο συγγραφέας το εγκαινιάσει σε μια σημαντική και εγκάρδια προφεστιβαλική εκδήλωση στο Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης», την περασμένη Δευτέρα, με 400 και πλέον άτομα να τον παρακολουθούν, σε πλατεία, εξώστη, διαδρόμους). Το τελευταίο μυθιστόρημα του Παμούκ είναι οι ογκωδέστατες Νύχτες πανούκλας (Veba Geceleri, 2021). Τοποθετείται γύρω στο 1900, σε ένα επινοημένο νησί της Ανατολικής Μεσογείου, το Μίνγκερ, κάπου ανάμεσα στην Κρήτη και την Κύπρο. Μια επιδημία έχει ξεσπάσει, επιβάλλεται καραντίνα και η διοίκηση πασχίζει να ελέγξει τις ταραχώδεις εξελίξεις. Οι δύο κοινότητες, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, βυθίζονται όλο και περισσότερο μέσα στην έμφοβη καχυποψία, σε μια ένταση πολύπλευρη.
Το μυθιστόρημα αυτό (στο οποίο οι γυναίκες είναι απρόβλεπτες, εκπληκτικές, η σουλτάνα Πακιζέ και η ακαδημαϊκός Μίνα) δεν έχει καμία σχέση με την πρόσφατη πανδημία ή, μάλλον, απλώς συνέπεσε με αυτή. «Το βιβλίο αυτό άρχισα να το ονειρεύομαι – και ήθελα πολύ να το γράψω – εδώ και μια τριακονταετία περίπου. Εκανα στο μεταξύ, όποτε προλάβαινα, την έρευνά μου σε αρχεία, διάβαζα αναφορές και μαρτυρίες σχετικά με ανάλογα περιοριστικά μέτρα που λάμβανε η οθωμανική γραφειοκρατία. Στο μυαλό μου κλωθογύριζαν σταθερά δύο λέξεις, οι λέξεις “επιδημία” και “νησί”. Το νησί προκαλεί εξίσου, ανάλογα με τις συνθήκες, και μια πιο ισχυρή αίσθηση συνύπαρξης με τους άλλους και μια παράξενη αίσθηση απομόνωσης από τον υπόλοιπο κόσμο. Το ξέρω από την Πρίγκηπο, από το σπίτι μας εκεί, όποτε ενέσκηπτε μια κακοκαιρία, μια καταιγίδα, αποκλειόμασταν και βιώναμε το γεγονός σαν μια μικρή αλλά συνεκτική τραγωδία. Ξαφνικά όλοι έρχονταν πιο κοντά, κουβέντιαζαν, αγωνιούσαν για το ίδιο πράγμα. Πλην όμως έχω μάθει τι μπορεί να προσφέρει σε έναν συγγραφέα η συνθήκη ενός νησιού και από την ίδια τη λογοτεχνία, για παράδειγμα από τον “Ροβινσώνα Κρούσο”, όπου ο Ντάνιελ Ντεφόου μετατρέπει το νησί σε εργαστήριο για να παρατηρήσει και να εξεικονίσει τα πλέον στοιχειώδη και βαθιά κομμάτια της ανθρώπινης κατάστασης. Ο Ντεφόου, υπενθυμίζω, επινοεί ένα τροπικό νησί, δεν γράφει για το Λονδίνο. Η σκηνογραφία μου στις “Νύχτες πανούκλας”, όπου δραματοποιώ πρωτίστως τον κοινό, αδιαχώριστο φόβο του θανάτου, είναι εν μέρει εμπνευσμένη από την Κρήτη και πιο συγκεκριμένα από τα Χανιά, που έχουν ένα οθωμανικό παρελθόν. Εχω επισκεφθεί ξανά την πόλη, πριν από μερικά χρόνια, πολύ συνειδητά μάλιστα, προσπαθώντας ακριβώς να συλλάβω την ατμόσφαιρά της, την υφή της, για το βιβλίο που κατάφερα εν τέλει να γράψω» εξηγεί ο Παμούκ, συμπληρώνοντας ότι στην ευρύτερη οικογένειά του (όπως και σε εκείνη της γυναίκας του επίσης) υπήρξαν συγγενείς που είχαν έρθει από την Κρήτη.
Εθνικισμός και πολιτική
Επισημαίνω τότε στον Παμούκ ότι το ενδιαφέρον με τις Νύχτες πανούκλας είναι ότι δεν διαβάζονται σαν δυστοπία αλλά σαν αλληγορία, μια αλληγορία που καλύπτει τρία επίπεδα: την αποσύνθεση μιας αυτοκρατορίας, την ανάδυση των εθνών-κρατών, τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η επίσημη ιστορία.
«Το βιβλίο, ωστόσο, έχει και τον ρεαλισμό του, δεν συμφωνείτε; Αλλά, ναι, η κυρίαρχη αλληγορία εδώ είναι ο εθνικισμός. Ωστόσο, είμαι κάπως επιφυλακτικός με την αλληγορία, όχι με το είδος της, με την πρόσληψή της. Ακόμα και οι αριστεροί, μαρξιστές θεωρητικοί της λογοτεχνίας συνήθιζαν – ή το κάνουν ακόμα – να αντιμετωπίζουν μυθιστορήματα προερχόμενα από χώρες του λεγόμενου “τρίτου κόσμου” ως οργισμένες απαντήσεις στην αποικιοκρατία και μόνο, παραβλέποντας ενδεχομένως την καλλιτεχνική τους αξία. Κάθε συγγραφέας που δεν είναι Δυτικός μπαίνει, κάπως, σε αυτή την κατηγορία. Αν είσαι ινδός ή αφρικανός συγγραφέας, μπορώ ίσως να το καταλάβω. Δεν νομίζω, όμως, ότι ανήκω σε αυτή την κατηγορία επειδή ακριβώς είμαι Τούρκος ή, αν το προτιμάτε, μισοδυτικός. Και δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία η Τουρκία ως χώρα, δεν ανήκει στο οποιοδήποτε μετα-αποικιακό πλαίσιο εννοώ, επειδή ποτέ, επί της ουσίας, δεν υπέστη την αποικιοκρατία. Η τουρκική εμπειρία, από την άποψη αυτή, είναι ιδιότυπη. Ολος ο σύγχρονος τουρκικός εθνικισμός ριζώνει παραδόξως σε εκείνα τα τέσσερα-πέντε χρόνια (1918-1923) που εισέβαλαν στρατιωτικά οι Βρετανοί και οι άλλες συμμαχικές δυνάμεις στην Ιστανμπούλ. Δεν είναι δυνατόν να ελέγχεις για αιώνες, ως αυτοκρατορία, αυτά που λέμε Μέση Ανατολή και Βαλκάνια και μετά να εμφανίζεσαι σαν θύμα ή να λες ότι είσαι θύμα. Πώς προκύπτει αυτό; Προσωπικά, δεν το αποδέχομαι. Οι Τούρκοι, όπως το βλέπω εγώ, δεν είναι θύματα και δεν γίνεται να συμπεριφέρονται ως θύματα της Δύσης. Οι Τούρκοι που σήμερα είναι προκατειλημμένοι εναντίον της Δύσης, που δεν τη θέλουν, όπως το κόμμα του Ερντογάν και οι ψηφοφόροι του, βασίζονται σε μια τέτοια ιδεολογία, εχθρική προς τη Δύση. Ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας, ο πατέρας του έθνους Κεμάλ Ατατούρκ, υπήρξε ο επιφανέστερος θιασώτης του εκδυτικισμού. Αρα, ας το σκεφτούμε, γιατί σήμερα οι Τούρκοι αισθάνονται θύματα και γιατί βλέπουν έτσι τη Δύση; Η απάντηση, ασφαλώς, είναι η πολιτική» ξεκαθαρίζει ο Παμούκ.
Το μυθιστόρημα ως αναζήτηση ιδεών
Tον προσκαλώ, έπειτα, να ανατρέξουμε μαζί στη βιβλιογραφία του, από το Σπίτι της σιωπής (1983) μέχρι το Χιόνι (2002). Δεν στέκομαι πολύ στην εκλεκτικιστική ακτινογράφηση των αμφίθυμων δεσμών Ανατολής και Δύσης. «Κύριε Παμούκ, σε εμένα που σας διαβάζω δείχνετε ότι η Τουρκία είναι όντως μια σύνθετη χώρα. Υπό αυτή την έννοια, αναρωτιέμαι, δεν είστε και εθνικός και πολιτικός συγγραφέας;» τον ρωτώ. Ο Παμούκ υψώνει τα φρύδια του, κοιτάζοντάς με, μειδιώντας, μέσα από τα γυαλιά του. «Ναι, το “Χιόνι” και απομόνωση έχει στην Ανατολία, και συνιστά μια πιο καθαρή πολιτική αλληγορία που συνδέεται με το Ισλάμ. Οι “Νύχτες πανούκλας” είναι επίσης μια πολιτική αλληγορία, ως έναν βαθμό ωστόσο επικεντρώνεται στη δόμηση των εθνικών συλλογικοτήτων. Αλλά δεν είναι όλα μου τα βιβλία έτσι. Το “Μουσείο της αθωότητας”, λόγου χάριν, που έχει γίνει τηλεοπτική σειρά στην πλατφόρμα του Netflix και την έχουν ήδη παρακολουθήσει εκατομμύρια χρήστες, είναι μια ερωτική ιστορία, δοσμένη στις συντεταγμένες μιας κοινωνικής, εθιμικής πίεσης. Ξέρετε κάτι; Ειλικρινά, δεν θέλω να είμαι περίπλοκος αλλά πειστικός, θέλω να αφηγούμαι τις ιστορίες μου όσο πιο απλά γίνεται, τιμώντας παράλληλα, προσέξτε, τις κατακτήσεις της λογοτεχνίας. Η αντίληψη που έχουμε για την ανθρώπινη ζωή, τον ανθρώπινο χαρακτήρα, την ανθρώπινη ευαισθησία ανατράπηκε μετά τον Σαίξπηρ. Δεν γίνεται να πάμε πίσω, να τα ξανακάνουμε όλα βολικά, καλά ή κακά, άσπρα ή μαύρα» αναπτύσσει τον συλλογισμό του ο συγγραφέας.
Και συνεχίζει. «Εχω αφιερωθεί, παραπάνω από μισό αιώνα, στη συγγραφή μυθιστορημάτων. Αυτή είναι η δουλειά μου, η ζωή μου. Τα μυθιστορήματα δεν είναι ενσαρκώσεις ή εφαρμογές συγκεκριμένων ιδεών. Τα μυθιστορήματα είναι αναζητήσεις κάποιων ιδεών τις οποίες, συνήθως, συναντάς στον δρόμο σου. Εγώ γράφω αργά, βασανιστικά αργά, και έχω διαπιστώσει πως, όσο κι αν έχουν μετασχηματιστεί η φαντασία μου, το ύφος μου, η τεχνική μου, η φόρμα του μυθιστορήματος αποδεικνύεται πάντοτε πιο πλούσια και ελαστική ώστε να τα αγκαλιάζει όλα αυτά. Οι αλληγορικές διαστάσεις στα βιβλία αποτελούν κλειδιά, ναι, αλλά δεν μπορούν να ξεκλειδώσουν τα πάντα. Ο,τι επιθυμούμε να ξεκλειδώσουμε είναι συνολικότερο και ταυτόχρονο, επιθυμούμε να κατανοήσουμε τον άνθρωπο, τους εαυτούς μας, τους άλλους, την κουλτούρα μας, τη χώρα μας. Είμαι εθνικός συγγραφέας, ασφαλώς. Επειδή γράφω στα τουρκικά. Ομως θέλω να με διαβάζουν κυρίως επειδή γράφω για την αγάπη, την ευτυχία και τη μελαγχολία, όχι για την τουρκική αγάπη, την τουρκική ευτυχία και την τουρκική μελαγχολία. Με καταλαβαίνετε; Τα μυθιστορήματα, τα ωραία μυθιστορήματα, είναι ο πιο πολυδιάστατος τρόπος να νιώσουμε ότι η ανθρώπινη καρδιά πάλλεται παντού, με τον ίδιο, απαράλλαχτο τρόπο».
Το μέλλον ενός είδους
Ανησυχεί άραγε ο Παμούκ για το μέλλον του μυθιστορήματος; «Οι εκδότες και φίλοι μου στις ΗΠΑ με πληροφορούν ότι οι πωλήσεις δεν πάνε προς τα κάτω, πάνε προς τα πάνω. Δεν είναι απλώς η ιδέα μου, ισχύει γενικότερα για το μυθιστόρημα παγκοσμίως. Αυτό, βεβαίως, συμβαίνει παράλληλα με μια άλλη εξέλιξη που είναι δεδομένη πια. Οι άνθρωποι, για τις πολιτιστικές δραστηριότητες, για την ψυχαγωγία τους, τη διασκέδασή τους, δίνουν περισσότερο χρόνο στις οπτικοακουστικές αφηγήσεις, στα ψηφιακά μέσα και στον τουρισμό, μάλλον δεν ψάχνουν καινούργιους τρόπους να στοχαστούν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Το μυθιστόρημα δεν είναι πλέον στην πρώτη γραμμή των πολιτισμικών εξελίξεων. Και εγώ ο ίδιος, τα βράδια, αν είμαι πολύ κουρασμένος, θα προτιμήσω μια τηλεοπτική σειρά» τονίζει.
Από την άλλη μεριά, η τέχνη του μυθιστορήματος, με τις ποικίλες οπτικές γωνίες, δεν καλλιεργεί και τη δημοκρατική συνείδηση; «Σίγουρα. Και όχι μόνο αυτό. Το μυθιστόρημα δείχνει πόσο πυρηνικά μοιάζουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας, πόσο αυτά που μπορεί να θεωρεί ο καθένας λοξές ιδιαιτερότητες ή διακριτά χαρακτηριστικά ή σπάνιες μοναδικότητες είναι πολύ πιο κοινότοπα απ’ όσο πιστεύουμε. Το μυθιστόρημα δείχνει ότι το εύρος του ανθρωπίνως φυσιολογικού είναι πιο πλατύ απ’ όσο μας λένε οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι πολιτικοί και οι εξουσίες. Τα μυθιστορήματα καλλιεργούν, δηλαδή, την αξιοπρέπεια της ατομικότητάς μας».
Κριτική και ελευθερία
Ο Παμούκ, όποτε το θεωρεί σωστό, δεν κρατά το στόμα του κλειστό. Ασκεί κριτική στην Τουρκία και στην Τουρκία τού ασκούν κριτική (όταν δεν τον εγκαλούν επισήμως ή δεν τον απειλούν ανεπισήμως). «Η Τουρκία δεν είναι σήμερα μια ελεύθερη κοινωνία επειδή δεν υπάρχει η ελευθερία της έκφρασης, είναι σχεδόν ανύπαρκτη» μου λέει. «Μεγαλώνετε ωστόσο» του αντιγυρίζω. Νεύει με το κεφάλι. «Δεν έχετε κουραστεί; Σε τι φάση βρίσκεται τώρα η διάθεση απέναντι στη χώρα σας; Παραίτηση ή μήπως ένα είδος πικρής συμφιλίωσης με ό,τι κι αν είναι η Τουρκία;» τον ρωτώ. «Δεν ξέρω αν συμφιλιώνεσαι με τη χώρα σου όπως συμφιλιώνεσαι, ενδεχομένως, με τους γονείς σου. Πιστεύω ότι το να ασκείς κριτική στη χώρα σου είναι υγιές. Η κριτική είναι ένα διανοητικός μυς που δεν θέλω με τίποτα να χάσω. Από την άλλη μεριά, μου έχει περάσει από το μυαλό αυτό που λέτε. Καθώς τα χρόνια περνούν, έχουν την τάση να λιγοστεύουν! Βλέπω το ρολόι και δεν σκέφτομαι τα πολιτικά, προτρέπω τον εαυτό μου να τα αφήσει στην άκρη, σκέφτομαι τα μυθιστορήματα που δεν έχω ακόμα ολοκληρώσει, μεταξύ αυτών και ένα που εκτυλίσσεται το 1942 και αφορά τις εύπορες μειονότητες, Ρωμιούς, Αρμένιους, Εβραίους. Σε αυτή τη φάση επικεντρώνομαι πιο πολύ, στη λογοτεχνική μου κληρονομιά».
Το δώρο του Βραβείου Νομπέλ
Μια εικοσαετία έχει παρέλθει από τη χρονιά (2006) που η Σουηδική Ακαδημία απένειμε το Νομπέλ Λογοτεχνίας στον Ορχάν Παμούκ.
«Υπήρξα τυχερός που το πήρα τόσο νέος, στα 54, γιατί είχα τον καιρό να το χαρώ. Και ένιωσα ευτυχής που μου το έδωσαν. Εκανε τη ζωή μου πιο εύκολη από κάποιες απόψεις. Μου έφερε προσοχή, περισσότερους αναγνώστες, ίσως να με κατέστησε και εμένα πιο ενδιαφέροντα, ποιος ξέρει. Είπατε προτού ξεκινήσουμε τη συνομιλία μας ότι πήγατε πριν από μερικές εβδομάδες κι εσείς στο “Μουσείο της Aθωότητας”, στο Tσουκούρτζουμα, αυτή την ωραία γωνιά της Ιστανμπούλ, και ότι δίπλα σας ήταν Ιάπωνες, Ευρωπαίοι, Λατινοαμερικανοί και Τούρκοι. Αυτό είναι το πιο πολύτιμο και ουσιαστικό δώρο που μου χάρισε το Βραβείο Νομπέλ, την οικουμενικότητα, την αίσθηση ότι ως συγγραφέας έχω την ικανότητα να απευθύνομαι και να επικοινωνώ με όλους τους ανθρώπους της υφηλίου. Η αίσθηση αυτή έγινε πραγματικότητα».
