Στις μέρες μας θεωρούμε κάπως δεδομένο το καθεστώς των ειδικών, περιορισμένων εκδόσεων των αυτοκινήτων καθώς αν ανατρέξει κανείς τους καταλόγους προϊόντων των αυτοκινητοβιομηχανιών θα διαπιστώσει ότι κάποια στιγμή στη «ζωή» τους τα περισσότερα μοντέλα, από το πιο ταπεινό έως το πολυτελέστερο/ισχυρότερο, έχουν αξιωθεί μια τέτοια έκδοση, η οποία συνήθως συνοδεύεται από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σχεδιαστικά και μη, τα οποία υπακούν σε μια κεντρική ιδέα, δίνοντας στους ιδιοκτήτες τους μια αίσθηση επιπλέον «μοναδικότητας» για το αυτοκίνητο που έχουν επιλέξει.

Μπορεί η συγκεκριμένη ιδέα να ακούγεται κάπως αυτονόητη στη σύγχρονη εποχή όπου οι μυριάδες επιλογές εξατομίκευσης και οι παντός είδους ειδικές και περιορισμένες εκδόσεις επιτρέπουν στους ιδιοκτήτες να αποκτήσουν ένα «μοναδικό» προϊόν, ωστόσο αυτό κάθε άλλο παρά ίσχυε από πάντα.

Μια ελίτ τάση
Για την ακρίβεια, πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, τόσο η έννοια της εξατομίκευσης και οι ειδικές εκδόσεις αποτελούσαν μεν μια παράπλευρη δραστηριότητα των αυτοκινητοβιομηχανιών, συνήθως αφορούσαν δε ακριβοθώρητα αυτοκίνητα όπως για παράδειγμα η Ferrari 250 GTO του 1962, η οποία δημιουργήθηκε ως το απαραίτητο, νόμιμο για τον δρόμο, «παρακολούθημα» της αγωνιστικής έκδοσης, ή η Rolls-Royce Silver Ghost των αρχών του αιώνα που αν και ξεκίνησε ως μια ειδική κατά παραγγελία έκδοση από στέλεχος της φίρμας, έγινε τόσο δημοφιλής που οδήγησε στη μετονομασία του μοντέλου το οποίο από τότε παγιώθηκε ως Ghost.
Αν και υπάρχουν αρκετά άλλα παραδείγματα hi-end μοντέλων που αξιώθηκαν από νωρίς στην ιστορία της αυτοκίνησης αντιστοίχως ή λιγότερο διάσημων περιορισμένων ειδικών εκδόσεων, είναι εξίσου σαφές ότι μέχρι και τη δεκαετία του 1960 ο πρωταρχικός στόχος της αυτοκινητοβιομηχανίας ήταν καθιέρωση του αυτοκινήτου ως μαζικού μέσου, οριοθετώντας τις ειδικές και περιορισμένες εκδόσεις στο περιθώριο και ως αποκλειστικό προνόμιο μιας ευάριθμης ελίτ.

Μια από τις πρώτες φίρμες που διέβλεψε τη δυναμική των περιορισμένων ειδικών εκδόσεων ως εργαλείου marketing ικανού να διεισδύσει στην πλατιά μάζα ήταν η Citroen. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και ενώ το εμβληματικό 2 CV έχει πλέον αρκετά χρόνια στην «πλάτη» του από το 1949, από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, οι ιθύνοντες της γαλλικής φίρμας αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους να τονώσουν τις πωλήσεις του. Την ίδια εποχή ο σχεδιαστής Serge Gevin, ο οποίος θεωρούνταν ειδικός σε ζητήματα «brand image» πολύ πριν ο όρος αποτελέσει το απόλυτο ζητούμενο, υποβάλλει δύο ερμηνείες του 2 CV με τη δική του ματιά.
Εικόνες που αφηγούνται ιστορίες
Εχοντας στο βιογραφικό του μια πολύτιμη θητεία ως υπεύθυνος για τις βιτρίνες της ναυαρχίδας των καταστημάτων Printemps στο Boulevard Hausmann, γνώριζε προφανώς πώς να δημιουργεί τις κατάλληλες εντυπώσεις με βάση ένα concept.
Aν δεν είστε εξοικειωμένοι με τα πρωτοπόρα από κάθε άποψη γαλλικά πολυκαταστήματα, αξίζει να γνωρίζει κανείς ότι συγκεκριμένα τα Printemps ήταν αυτά που καθιέρωσαν εφευρέσεις του 19ου αιώνα όπως ο ηλεκτροφωτισμός και τα ασανσέρ στα καταστήματα, τις εποχικές εκπτώσεις αλλά και τις μη στατικές βιτρίνες ούτως ώστε κάθε «παράθυρο» του καταστήματος στον δρόμο να αποτελεί ένα δρώμενο. Για την ιστορία, ακόμα και σήμερα οι βιτρίνες των Printemps εξακολουθούν να στολίζονται με χειροποίητα φτιαγμένες μαριονέτες προσφέροντας ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό σόου ιδίως τις ημέρες των γιορτών – αν και αλλάζουν εντελώς κάθε μερικές εβδομάδες ακολουθώντας τάσεις, εποχές και σημαντικά καλλιτεχνικά και άλλα γεγονότα. Κάπως έτσι ο σαφώς πεπειραμένος στη μετατροπή αντικειμένων σε ιστορίες, Serge Gevin, δεν άργησε να πάρει επίσημη έγκριση για ένα από τα σχέδια που υπέβαλε στην Citroen. Η «ιστορία» που επελέγη έδινε έμφαση στην καλοκαιρινή πλευρά του μοντέλου αντικατοπτρίζοντας την αδυναμία του γάλλου σχεδιαστή για τη θάλασσα και όσα συνειρμικά έχουμε συνδέσει με αυτήν ως «τόπο» θερινών διακοπών.

Αύρα διακοπών και στρατηγική
Υπό αυτό ακριβώς το σκεπτικό το 2 CV4 απέκτησε μια ενδιαφέρουσα διχρωμία πορτοκαλί-λευκού – Orange Tenere και Blanc Meije στο λεξιλόγιο της Citroen – που αφορούσε και το εσωτερικό και την οποία συμπλήρωνε ιδανικά μια ριγέ, υφασμάτινη, ανοιγόμενη οροφή στους ίδιους ακριβώς χρωματισμούς και το μοτίβο που έχουμε συνδέσει με μια καλοκαιρινή ομπρέλα ή μια σεζλόνγκ απλωμένη εκεί ακριβώς που σκάει το κύμα.
Το όνομα που επελέγη για την έκδοση ήταν 2 CV4 Spot και παρόλο που οι λόγοι που ονομάστηκε έτσι παραμένουν αδιευκρίνιστοι, εκ των υστέρων μπορεί να ισχυριστεί να πει κανείς ότι όντως πρόκειται ένα δημιούργημα που χτύπησε «on the spot» στο μαλακό υπογάστριο του καταναλωτισμού του κοινού τη δεδομένη εποχή.
Σε αυτό συνέβαλε φυσικά και η στρατηγική απόφαση της Citroen να αναδείξει την πρεμιέρα της συγκεκριμένης περιορισμένης όσο και ιδιαίτερης έκδοσης στις 10 Απριλίου 1976 σε γεγονός μείζονος σημασίας με στοχευμένες κινήσεις marketing σε όλο το δίκτυό της στη Γαλλία. Το αποτέλεσμα ήταν άφθονες παραγγελίες άμα τη εμφανίσει του καλοκαιρινού 2 CV4 που τελικά εξαντλήθηκε εν ριπή οφθαλμού.

Η απήχηση ήταν τόσο μεγάλη που υπήρξε ζήτηση ακόμα και από σκανδιναβικές χώρες, με τη Citroen να βρίσκεται να στέλνει ορισμένα και πλέον – αν έχουν επιβιώσει – εξαιρετικά συλλεκτικά αντίτυπα του 2 CV4 Spot σε Βέλγιο, Μεγ. Βρετανία, Ιταλία, Ολλανδία και Ελβετία, ενίοτε με ελαφρώς διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά, καθώς πολλά από αυτά αξιοποιούσαν τον κινητήρα 636 κ.εκ. του 2 CV6 αλλά είχαν την ίδια αισθητική.
Η αρχική έκδοση πάντως εξοπλιζόταν με τον κινητήρα 435 κ.εκ. που παρά τον μικρό κυβισμό επέτρεπε στο 2 CV4 να προσφέρει μέγιστη ταχύτητα άνω των 100 χλμ./ώρα. Οπως και να έχει με τις διαφορετικές παραλλαγές του, το συνολικό τιράζ περιορίστηκε σε μόλις 1.800 αντίτυπα αποτελώντας την πρώτη limited edition στην ιστορία της Citroen και μια από τις πρώτες παγκοσμίως σε όλο το φάσμα της αυτοκινητοβιομηχανίας βάζοντας με την επιτυχία του την έννοια των αντίστοιχων εκδόσεων υψηλά στην ατζέντα των κατασκευαστών.

Από τότε ξεκίνησε ουσιαστικά η συγκεκριμένη τάση για περιορισμένες εκδόσεις που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της εικόνας που έχουμε σήμερα για κάθε αυτοκινητοβιομηχανία, διαδραματίζοντας έναν πολύ διαφορετικό ρόλο από αυτόν που προορίζουμε για τα αυτοκίνητα ως ένα κατά βάση χρηστικό αντικείμενο.

Οντας και ιδιαίτερα προσιτό – διετίθετο στην τιμή των 13.600 γαλλικών φράγκων που σήμερα αντιστοιχούν σε περίπου 10.500 ευρώ –, το 2 CV4 Spot αποτελεί την απτή απόδειξη ότι μια απλή, φρέσκια ιδέα αρκεί για να δημιουργήσει μια νέα τάση η οποία εν τέλει διαμόρφωσε τα ζητούμενα που έχουμε πλέον συνηθίσει να απαιτούμε, αλλά και που τροφοδοτούν τις αυτοκινητοβιομηχανίες με πολύτιμη ρευστότητα, ωστόσο κυρίως δύναμη σε επίπεδο εικόνας. Ετσι ακριβώς εκτός από τη διαφορετική θέση της συγκεκριμένης έκδοσης στην ιστορία του 2 CV όσο και της αυτοκίνησης, ο Serge Gevin απέκτησε τον άτυπο τίτλο του πατέρα των «περιορισμένων εκδόσεων»…
