Πώς θα έμοιαζε σήμερα η πριγκίπισσα Νταϊάνα στα 65 της χρόνια; Πώς θα ήταν η βρετανική μοναρχία, το στέμμα αλλά και οι δεσμοί ανάμεσα στα μέλη της βασιλικής οικογένειας;
Θα εξακολουθούσε άραγε να απολαμβάνει ακόμα τη φρενήρη δημοφιλία, την οποία πολλοί μέμφονται για τον θάνατό της, θα ήταν ακόμα η πριγκίπισσα του λαού ή δεν θα είχε καταφέρει να βρει τη θέση της σε έναν κόσμο με περισσότερους επιδραστικούς από όσους μπορεί να «καταναλώσει»;
Οι παραπάνω ερωτήσεις είναι καταδικασμένες να μείνουν αναπάντητες. Καθένας μπορεί να κάνει τις υποθέσεις και τις εικασίες του για το πώς θα ήταν και τι θα έκανε η πριγκίπισσα Νταϊάνα, εάν το νήμα της ζωής της δεν είχε κοπεί βίαια το βράδυ της 31ης Αυγούστου 1997.

Οι μόνες βεβαιότητες που μπορούμε να έχουμε σχετικά με τη λαίδη Σπένσερ είναι πως ο θεσμός της μοναρχίας και η σχέση του με τα media και τους πολίτες άλλαξαν χάρη αλλά και εξαιτίας εκείνης.
Τα παιδικά χρόνια της Νταϊάνα: Η εκκωφαντική σιωπή του Park House
Η αρχή της ιστορίας της πριγκίπισσας Νταϊάνα είχε ως ιδανικό σκηνικό τους ψυχαναγκαστικά περιποιημένους κήπους του Park House, το οποίο συνόρευε με το βασιλικό κτήμα του Σάντριγχαμ στο Νόρφολκ.
Η Νταϊάνα γεννήθηκε την 1η Ιουλίου του 1961, τέταρτο παιδί του υποκόμη Άλθορπ, Τζον Σπένσερ, και της Φράνσις Ρος.
Η γέννησή της, σύμφωνα με βιογράφους της οικογένειας, συνοδεύτηκε αρχικά από απογοήτευση, καθώς η οικογένεια χρειαζόταν απεγνωσμένα έναν άρρενα κληρονόμο για να συνεχιστεί η γραμμή διαδοχής του τίτλου – μια πίεση που είχε ήδη δημιουργήσει τριγμούς στον γάμο των γονιών της.

Παρά τον πλούτο και την κοινωνική επιφάνεια των προγόνων της, η παιδική ηλικία της Νταϊάνα σημαδεύτηκε από αυτή τη ρήξη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η μητέρα της εγκατέλειψε τον πατέρα της για τα μάτια του εύπορου επιχειρηματία Πίτερ Σαντ Κιντ.
Ακολούθησε μια σκληρή δικαστική διελκυστίνδα για την επιμέλεια των παιδιών, την οποία κέρδισε ο πατέρας της Νταϊάνα, με τη συγκλονιστική μάλιστα κατάθεση της γιαγιάς της, Λαίδης Φέρμοϊ, υπέρ του γαμπρού της και εναντίον της κόρης της.
Τα χρόνια που ακολούθησαν στο Park House περιγράφονται από τους βιογράφους της πριγκίπισσας ως βαθιά μοναχικά. Η Νταϊάνα μεγάλωσε υπό την επίβλεψη μιας ατελείωτης σειράς από νταντάδες, τις οποίες τα αδέλφια Σπένσερ συχνά απέρριπταν ή σαμποτάριζαν.

Παράλληλα, οι ακαδημαϊκές της επιδόσεις σε οικοτροφεία όπως το Riddlesworth Hall και αργότερα το West Heath δεν υπήρξαν ποτέ αξιομνημόνευτες. Η Νταϊάνα προσπαθούσε να γεμίσει το μέσα της κενό με μουσική, κολύμβηση, χορό.
Εις μάτην. Η ανάγκη για αποδοχή και επιβεβαίωση, εκείνα δηλαδή με τα οποία δεν την εφοδίασαν οι γονείς της, θα την ακολουθούσε σαν πιστό σκυλί για μια ολόκληρη ζωή.
Η κληρονομιά των Σπένσερ
Η αφήγηση που καλλιεργήθηκε κάποτε στον Τύπο και παρουσίαζε την Νταϊάνα ως μια άσημη κοινή θνητή που πέρασε ως άλλη Σταχτοπούτα το κατώφλι του Μπάκιγχαμ δεν ήταν παρά ένα βολικό – για κάποιους – κατασκεύασμα.
Στην πραγματικότητα, το όνομα Σπένσερ έφερε ένα θεσμικό και ιστορικό βάρος που ελάχιστες οικογένειες στη Βρετανία είχαν. Η αριστοκρατική τους γραμμή μετρούσε αιώνες.

Οι Σπένσερ είχαν συγκεντρώσει τεράστιο πλούτο από το εμπόριο προβάτων κατά την περίοδο των Τιδόρ, διέθεταν δεσμούς αίματος με ιστορικές μορφές όπως ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, έπαιζαν – κατά το κοινώς λεγόμενο – σφαλιάρες με τους Δούκες του Μάρλμπορο και είχαν προσβάσεις στο Στέμμα πολύ πριν τα ηνία αναλάβουν οι αναβαπτισμένοι Ουίνδσορ.
Όταν ο παππούς της Νταϊάνα πέθανε το 1975, ο πατέρας της κληρονόμησε τον τίτλο του 8ου κόμη και η ίδια, σε ηλικία 14 ετών, έλαβε επισήμως τον τίτλο της λαίδης. Τότε η οικογένεια μετακόμισε από το Park House στο θρυλικό Άλθορπ, μια εντυπωσιακή, αχανή ιστορική έπαυλη στο Νορθάμπτονσαϊρ, διακοσμημένη με αριστουργήματα του Ρούμπενς και αντίκες αμύθητης αξίας.
Σε αυτό το επιβλητικό περιβάλλον, η Νταϊάνα αφομοίωσε τους άγραφους κανόνες της βρετανικής ελίτ με τον πλέον βιωματικό τρόπο.

Όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, το παλάτι αναζητούσε εναγωνίως την ιδανική νύφη για τον τότε διάδοχο του θρόνου, η λαίδη Σπένσερ πληρούσε κάθε αντικειμενικό, δηλαδή συντηρητικό κριτήριο της εποχής.
Διέθετε άμεμπτη αριστοκρατική καταγωγή, συμβάδιζε με την αυστηρή βικτωριανή απαίτηση που ήθελε τη μέλλουσα βασιλική σύζυγο να μην έχει ερωτικό παρελθόν (το λεγόμενο virginal requirement), ήταν Αγγλικανή και, κυρίως, φαινόταν αρκετά νεαρή και εύπλαστη ώστε να ενσωματωθεί πειθήνια στον μηχανισμό της βρετανικής μοναρχίας.
Το προξενιό της λαίδης Νταϊάνα
Η συνάντηση της Νταϊάνα με τον τότε πρίγκιπα Κάρολο δεν ήταν προϊόν κάποιας τυχαίας ρομαντικής συγκυρίας, βγαλμένης από σελίδες της Τζέιν Όστιν.
Μάλιστα, η πρώτη τους γνωριμία είχε γίνει ήδη από το 1977, όταν εκείνος είχε συνάψει μια βραχύβια σχέση με τη μεγαλύτερη αδελφή της Σάρα.

Το ειδύλλιο Νταϊάνα και Καρόλου υπήρξε σύντομο και κυρίως ενορχηστρωμένο από το παλάτι. Φτάνει να υπολογίσει κανείς ότι συναντήθηκαν μόλις 13 φορές πριν από την επίσημη ανακοίνωση του αρραβώνα τους τον Φεβρουάριο του 1981.
Λίγες εβδομάδες αργότερα παραχώρησαν την περιβόητη κατόπιν τηλεοπτική συνέντευξη του αρραβώνα τους, όπου σε ερώτηση του δημοσιογράφου για το εάν είναι ερωτευμένοι η Νταϊάνα απάντησε χωρίς δισταγμό «Φυσικά», ενώ ο Κάρολος πρόσθεσε την αμήχανη φράση «Ό,τι κι αν σημαίνει η λέξη ερωτευμένος».
Ήταν το πρώτο σημάδι ότι η σχέση τους δεν ήταν όσο ιδανική θα επιθυμούσαν οι ίδιοι, ο λαός και κυρίως το παλάτι.

Ο γάμος τους, ο οποίος τελέστηκε στις 29 Ιουλίου 1981 στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου αντί για το Αβαείο του Ουέστμινστερ (λόγω χωρητικότητας), μεταδόθηκε τηλεοπτικά σε όλον τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι τον παρακολούθησαν 750 εκατομμύρια τηλεθεατές.
Εκτός από ένα χαρμόσυνο γεγονός για τη βασιλική φαμίλια, η τελετή λειτούργησε και ως μια κίνηση αντιπερισπασμού για τους πολίτες. Υπενθυμίζεται ότι την εποχή εκείνη η Μεγάλη Βρετανία υπό την πρωθυπουργία της Μάργκαρετ Θάτσερ μαστιζόταν από υψηλή ανεργία, πληθωρισμό και σφοδρές κοινωνικές αναταραχές.
Η εικόνα της πριγκίπισσας, η οποία έφτασε στον ναό μέσα σε άμαξα φορώντας το ογκώδες, σχεδόν θεατρικό νυφικό των σχεδιαστών David και Elizabeth Emanuel με την ουρά των 7,6 μέτρων, ήταν το επιστέγασμα ενός παραμυθιού που κανείς δε χρειαζόταν αλλά οι περισσότεροι κατανάλωσαν ασμένως.

Στο παρασκήνιο βέβαια η πραγματικότητα ήταν κατά τι διαφορετική. Η παρουσία της Καμίλα Πάρκερ Μπόουλς, πρώην συντρόφου και παντοτινού alter ego του Καρόλου καθόριζε ήδη τις ισορροπίες.
Η Νταϊάνα είχε ανακαλύψει, λίγες μόλις ημέρες πριν από την τελετή, ένα χρυσό βραχιόλι με τα αρχικά F και G (Fred και Gladys, τα μυστικά χαϊδευτικά Κάρολου και Καμίλα).

Με άλλα λόγια ξεκινούσε μια νέα ζωή, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε συναισθηματικό αδιέξοδο. Βρισκόταν υπό τέτοια ψυχολογική πίεση ώστε στη διάρκεια του ταξιδιού του μέλιτος στη βασιλική θαλαμηγό Britannia η 20χρονη τότε Νταϊάνα είχε την πρώτη από μια σειρά βουλιμικών κρίσεων που αντιμετώπισε στη διάρκεια της ζωής της.

Η Νταϊάνα ως μητέρα: Η ρήξη με το πρωτόκολλο
Αν ο ρόλος της ως συζύγου του διαδόχου είχε ανυπέρβλητες δυσλειτουργίες, η προσέγγισή της στη μητρότητα υπήρξε ριζοσπαστική και ανέτρεψε παραδόσεις αιώνων για τον οίκο των Ουίνδσορ.
Η γέννηση του πρίγκιπα Ουίλιαμ το 1982 και του πρίγκιπα Χάρι το 1984 –αμφότεροι γεννημένοι στο Νοσοκομείο St. Mary’s, σε αντίθεση με την παράδοση των κατ’ οίκον γεννήσεων στο παλάτι– επαναπροσδιόρισαν τον πυρήνα της ύπαρξής της.

Από την πρώτη στιγμή η Νταϊάνα αρνήθηκε να ακολουθήσει τη συναισθηματική απόσταση που χαρακτήριζε ιστορικά την ανατροφή των βασιλικών γόνων, επιλέγοντας τα ονόματά τους και προσλαμβάνοντας η ίδια τις νταντάδες τους.
Κατά την ιστορική και εξαιρετικά επιτυχημένη περιοδεία της με τον Κάρολο στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία το 1983, η Νταϊάνα απαίτησε να πάρει μαζί τον εννέα μηνών Ουίλιαμ, διακόπτοντας οριστικά την παράδοση που ήθελε τους διαδόχους να παραμένουν στο Λονδίνο και να γαλουχούνται από γκουβερνάντες.

Τους δικούς της όρους επέβαλε και στην εκπαίδευση που ακολούθησαν τα πριγκιπόπουλα. Για πρώτη φορά γαλαζοαίματοι γόνοι φοίτησαν σε δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα εκτός παλατιού, αρχής γενομένης από το νηπιαγωγείο της Jane Mynors και το Wetherby School.
Ο ελεύθερος χρόνος των πριγκίπων περιλάμβανε δραστηριότητες κοινές για τα παιδιά της εποχής αλλά αδιανόητες έως τότε για τα πρότυπα του παλατιού. Επισκέψεις σε πάρκα, εξόδους στο σινεμά, βόλτες για αγορές σε μεγάλα πολυκαταστήματα και γεύματα στα McDonald’s έγιναν εκ των ων ουκ άνευ της καθημερινότητάς τους.

Ωστόσο, η πραγματική καινοτομία αφορούσε την κοινωνική παιδεία του Γουίλιαμ και του Χάρι. Η Νταϊάνα συνοδευόταν συχνά από τους γιους της σε τακτικές, ανεπίσημες επισκέψεις σε καταφύγια αστέγων, όπως το Centrepoint, σε νοσοκομεία και κλινικές.
Η επιδίωξή της ήταν σαφής: να προσφέρει στους μελλοντικούς εκπροσώπους του θεσμού μια ρεαλιστική, ανόθευτη εικόνα του αληθινού κόσμου.
Η σχέση με την Ελισάβετ: Το αγεφύρωτο χάσμα
Η δυναμική της σχέσης μεταξύ της Νταϊάνα και της βασίλισσας Ελισάβετ ανέδειξε τη σύγκρουση δύο ριζικά διαφορετικών εποχών αλλά και αντιλήψεων περί καθήκοντος.
Η Ελισάβετ είχε γαλουχηθεί μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ορκιστεί να υπηρετήσει στο στέμμα σε ηλικία μόλις 26 ετών και κυρίως είχε υιοθετήσει απόλυτα το δόγμα «never complain, never explain» («ποτέ μην παραπονιέσαι, ποτέ μην εξηγείς»).

Η δημόσια έκφραση συναισθήματος, η ψυχολογική ευαλωτότητα, ακόμα και η εξωστρέφεια από τα μέλη της βασιλικής οικογένειας θεωρούνταν μορφές αδυναμίας ή, ακόμη χειρότερα, θεσμικά ατοπήματα.
Όταν η Νταϊάνα άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρή επιλόχεια κατάθλιψη, συναισθηματική εξάντληση και διατροφικές διαταραχές υπό το βάρος του κλυδωνιζόμενου γάμου της και της πίεσης που δημιουργούσαν τα media, ο μηχανισμός του παλατιού αποδείχθηκε τραγικά ανεπαρκής.

Οι ιστορικές αναφορές και οι μαρτυρίες της εποχής κάνουν λόγο για συναντήσεις των δύο γυναικών στις οποίες η μονάρχης εμφανιζόταν αμήχανη και απόμακρη απέναντι στα δάκρυα και την ψυχολογική κατάρρευση της νύφης της.

Το περιβάλλον των ανώτερων αυλικών –αυτοί που η Νταϊάνα ονόμαζε «men in grey suits» (οι άνδρες με τα γκρι κοστούμια)– άρχισε να αντιμετωπίζει την πριγκίπισσα όχι ως ένα μέλος της οικογένειας που χρειαζόταν βοήθεια, αλλά ως έναν απρόβλεπτο παράγοντα αστάθειας, οδηγώντας στη σταδιακή και συστηματική απομόνωσή της.
Η ιδιωτική ζωή: Υπό την πολιορκία των ταμπλόιντ
Το 1992, μια χρονιά-ορόσημο για το παλάτι αφού η ίδια η βασίλισσα τη χαρακτήρισε δημοσίως ως annus horribilis, τα εσωτερικά προβλήματα του στέμματος έλαβαν παγκόσμια δημοσιότητα, αποδομώντας την αλλοτινή έξωθεν καλή μαρτυρία.
Η κυκλοφορία του εκρηκτικού βιογραφικού βιβλίου του δημοσιογράφου Άντριου Μόρτον «Diana: Her True Story» ήταν το σημείο καμπής. Το βιβλίο, το οποίο, όπως επιβεβαιώθηκε αργότερα, γράφτηκε με την πλήρη –αν και κρυφή– συνεργασία της ίδιας της πριγκίπισσας, η οποία έστελνε ηχογραφημένες κασέτες μέσω του στενού της φίλου, Δρα Τζέιμς Κόλθαρστ, αποκάλυψε για πρώτη φορά τις απόπειρες αυτοκτονίας, τη βουλιμία και τον ρόλο της Καμίλα.

Ακολούθησε η εξευτελιστική δημοσιοποίηση υποκλαπεισών, άκρως ιδιωτικών τηλεφωνικών συνομιλιών, τόσο του Καρόλου με την Καμίλα, όσο και της Νταϊάνα με τον στενό της φίλο Τζέιμς Γκίλμπι.
Η προσωπική ζωή της λαίδης Σπένσερ βρέθηκε στο επίκεντρο μιας μιντιακής φρενίτιδας χωρίς προηγούμενο. Η πενταετής σχέση της με τον αξιωματικό του ιππικού και εκπαιδευτή ιππασίας Τζέιμς Χιούιτ ακτινογραφήθηκε με περίσσευμα κιτρινισμού από τον Τύπο.

Ισχυροί διευθυντές εφημερίδων όπως ο Κέλβιν ΜακΚένζι της Sun και αργότερα ο Πιρς Μόργκαν της Daily Mirror, ανέδειξαν τον βασιλικό χωρισμό σε ένα καθημερινό, εξαιρετικά προσοδοφόρο για τις πωλήσεις τους σίριαλ.
Μια επιθετική στρατιά από παπαράτσι συγκρότησε μια εξαιρετικά επικερδή βιομηχανία γύρω από την εικόνα της Νταϊάνα, καταγράφοντας κάθε της έξοδο, από το γυμναστήριο μέχρι τις διακοπές της, καθιστώντας την έννοια της ιδιωτικότητας πρακτικά ανύπαρκτη.
Η καθοριστική συνέντευξη στο Panorama του BBC
Τον Νοέμβριο του 1995 η Νταϊάνα αποφάσισε να μιλήσει. Χωρίς τη διαμεσολάβηση ghost writers, δημοσιογράφων ή εκπροσώπων. Αλλά αξιοποιώντας εκείνους που την είχαν πάρει στο κατόπι.
Υπό καθεστώς πλήρους μυστικότητας, ένα συνεργείο του BBC με επικεφαλής τον δημοσιογράφο Μάρτιν Μπασίρ κατάφερε να περάσει την εξώθυρα του παλατιού Κένσιγκτον και να δώσει βήμα στη λαίδη Σπέσνερ.

Η εκπομπή, την οποία παρακολούθησαν σχεδόν 23 εκατομμύρια τηλεθεατές (σχεδόν ο μισός πληθυσμός του Ηνωμένου Βασιλείου), περιελάμβανε σοκαριστικές δηλώσεις με πιο χαρακτηριστική τη φράση «Ήμασταν τρεις σε αυτόν τον γάμο, οπότε υπήρχε συνωστισμός».
Στην ίδια συνέντευξη η Νταϊάνα αμφισβήτησε την καταλληλότητά του Καρόλου για τον θρόνο, ενώ συζήτησε με πρωτοφανή – για μέλος της βασιλικής οικογένειας – ειλικρίνεια ζητήματα όπως η βουλιμία, οι αυτοτραυματισμοί αλλά και η δική της εξωσυζυγική σχέση με τον Τζέιμς Χιούιτ.

Οι φόβοι της γραφειοκρατίας του παλατιού πως η Νταϊάνα ήταν ο πλέον απρόβλεπτος και αστάθμητος παράγοντας είχαν επιβεβαιωθεί.
Ανεξάρτητη έρευνα του 2021 υπό τον Λόρδο Ντάισον απέδειξε ότι ο Μπασίρ είχε χρησιμοποιήσει δόλια μέσα και πλαστά τραπεζικά έγγραφα προκειμένου να πείσει τον αδελφό της, Ερλ Σπένσερ, και την ίδια την Νταϊάνα ότι το προσωπικό της την κατασκόπευε, τροφοδοτώντας την καχυποψία και την πικρία της απέναντι στο παλάτι.

Παρά τις αντιδεοντολογικές μεθόδους του BBC, η θεσμική αντίδραση το 1995 υπήρξε άμεση: ο ιδιωτικός γραμματέας της Νταϊάνα, Πάτρικ Τζέφσον, παραιτήθηκε, και λίγες εβδομάδες αργότερα, η βασίλισσα Ελισάβετ έστειλε χειρόγραφες επιστολές στον Κάρολο και την Νταϊάνα, επιτρέποντάς τους να προχωρήσουν στην οριστική έκδοση του διαζυγίου.
Πώς η Νταϊάνα έγινε η «Πριγκίπισσα του Λαού»: Η διπλωματία της φιλανθρωπίας
Με την οριστικοποίηση του διαζυγίου τον Αύγουστο του 1996, η Νταϊάνα, κατόπιν επιμονής του Καρόλου, απώλεσε τον τίτλο της Αυτής Βασιλικής Υψηλότητας (Her Royal Highness). Ωστόσο, διατήρησε τον τίτλο της πριγκίπισσας της Ουαλίας.
Η εξέλιξη αυτή τής επέτρεψε να δράσει απελευθερωμένη από τους γραφειοκρατικούς περιορισμούς του παλατιού. Αντί να αποσυρθεί, μετέτρεψε τη διεθνή αναγνωρισιμότητά της σε ένα εργαλείο ανθρωπιστικής δράσης. Έγινε μια μηχανή soft power.

Ήδη από τον Απρίλιο του 1987, στο απόγειο του παγκόσμιου πανικού για το AIDS, η Νταϊάνα είχε φωτογραφηθεί να σφίγγει το χέρι ασθενούς στο Νοσοκομείο Middlesex του Λονδίνου, χωρίς προστατευτικά γάντια, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αποστιγματοποίηση της νόσου παγκοσμίως.
Τον Ιανουάριο του 1997, η δράση της κορυφώθηκε όταν ταξίδεψε στην Ανγκόλα με τον οργανισμό HALO Trust. Η διεθνής προβολή των εικόνων της, καθώς διέσχιζε ένα ενεργό ναρκοπέδιο φορώντας βαλλιστικό γιλέκο και προσωπίδα, προκάλεσε την οργή συντηρητικών Βρετανών πολιτικών, οι οποίοι την κατηγόρησαν για ανεπίτρεπτη πολιτική παρέμβαση.

Εντούτοις, η παγκόσμια προσοχή που προσέλκυσε, επιτάχυνε ραγδαία τις διεργασίες για την υπογραφή της Συνθήκης της Οτάβα για την απαγόρευση των ναρκών, λίγους μήνες μετά τον θάνατό της.
Παράλληλα, με την προτροπή του 15χρονου τότε Πρίγκιπα Ουίλιαμ, διοργάνωσε μια ιστορική δημοπρασία στον οίκο Christie’s της Νέας Υόρκης τον Ιούνιο του 1997. Δημοπράτησε 79 από τις πιο εμβληματικές τουαλέτες της –συμπεριλαμβανομένου του Travolta dress– συγκεντρώνοντας πάνω από 3,2 εκατομμύρια δολάρια για φιλανθρωπικούς σκοπούς γύρω από τον καρκίνο και το AIDS.

Ο χαρακτηρισμός «Πριγκίπισσα του Λαού», που χρησιμοποίησε ο τότε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Τόνι Μπλερ στο τηλεοπτικό του διάγγελμα λίγες ώρες μετά τον θάνατό της, απλώς συνόψισε την ταύτιση της δημόσιας δράσης της με το λαϊκό αίσθημα.
Ο «Mr. Wonderful»: Ο παρολίγον σύντροφος της ζωής της
Μακριά από τα πρωτοσέλιδα, τα γκαλά και την αδιακρισία των ταμπλόιντ, η πιο καθοριστική και βαθιά σχέση της Νταϊάνα μετά τη διάλυση του γάμου της υπήρξε εκείνη με τον 36χρονο Πακιστανό καρδιοχειρουργό Χασνάτ Καν.
Η γνωριμία τους τον Σεπτέμβριο του 1995 στους διαδρόμους του νοσοκομείου Royal Brompton του Λονδίνου –όπου η Νταϊάνα επισκεπτόταν τον σύζυγο της φίλης και θεραπεύτριάς της, Ούνα Τόφολο – σηματοδότησε την έναρξη ενός δεσμού που η Πριγκίπισσα πάσχισε να προστατεύσει.

Ο Καν, τον οποίο η Νταϊάνα λέγεται πως αποκαλούσε Mr. Wonderful, ενσάρκωνε ό,τι απουσίαζε από το τοξικό περιβάλλον του Μπάκιγχαμ. Κυρίως ήταν η σπάνια ευκαιρία της να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Ή σχεδόν έτσι.
Η Νταϊάνα κατέφευγε συχνά σε μεταμφιέσεις, χρησιμοποιώντας περούκες και γυαλιά ηλίου, για να τον συναντά στο μικρό του διαμέρισμα στο Τσέλσι, όπου συχνά η ίδια αναλάμβανε να καθαρίσει ή να τακτοποιήσει τον χώρο, ακούγοντας τζαζ μουσική και παραγγέλνοντας φαγητό.

Ωστόσο, η δυναμική και αυτής της σχέσης ήταν εξαρχής ναρκοθετημένη. Ενώ η Νταϊάνα τον Μάιο του 1996 ταξίδεψε στη Λαχόρη του Πακιστάν, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας, για να γνωρίσει την αυστηρά παραδοσιακή οικογένεια του Χασνάτ (προσπαθώντας να κερδίσει την έγκριση της μητέρας του), ο ίδιος παρέμενε διστακτικός.
Συνειδητοποιούσε πως η επισημοποίηση του δεσμού τους θα ακρωτηρίαζε διά παντός την επαγγελματική του ιδιωτικότητα και κυρίως την προσωπική του ανωνυμία. Η αδυναμία εύρεσης μιας ρεαλιστικής λύσης ανάμεσα στους δύο ασύμβατους κόσμους οδήγησε στον επώδυνο χωρισμό τους το καλοκαίρι του 1997.

Βιογράφοι της εποχής, καθώς και άτομα του στενού κύκλου της Νταϊάνα, όπως η Ρόζα Μόνκτον, εκτιμούν πως η μετέπειτα, έντονα προβεβλημένη και κινηματογραφική σχέση της με τον δισεκατομμυριούχο Ντόντι Αλ Φαγέντ, λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως αντίδραση σε αυτή τη ρήξη. Ήταν μια προσπάθεια να προκαλέσει τη ζήλια του Καν.
Το τελευταίο καλοκαίρι της Νταϊάνα
Το καλοκαίρι του 1997, σε ηλικία 36 ετών, η Νταϊάνα ταξίδεψε στη Νότια Γαλλία, αποδεχόμενη την πρόσκληση του δισεκατομμυριούχου ιδιοκτήτη του Harrods, Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ.
Εκεί, στο προστατευμένο περιβάλλον της υπερπολυτελούς θαλαμηγού Jonikal, ξεκίνησε με κεκτημένη ταχύτητα η σχέση της με τον 42χρονο γιο του Ντόντι Αλ Φαγέντ.

Οι φωτογραφίες από τις διακοπές της στα θέρετρα της Μεσογείου, όπως το Πορτοφίνο και το Σεν Τροπέ, μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου. Οι παπαράτσι διαγκωνίζονταν για αποκλειστικά στιγμιότυπα χρησιμοποιώντας σκάφη και ελικόπτερα, αυξάνοντας δραματικά την πίεση στο ζευγάρι, ενώ το περιβόητο καρέ του «φιλιού» φέρεται να πουλήθηκε για εκατοντάδες χιλιάδες λίρες.
Η τελευταία δραματική πράξη παίχτηκε το σαββατοκύριακο της 30ής και 31ης Αυγούστου στο Παρίσι. Έπειτα από το δείπνο τους στην αυτοκρατορική σουίτα του ξενοδοχείου Ritz, το οποίο ανήκε στον Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ, η απόφαση του ζευγαριού να αποφύγει τους φωτογράφους που περίμεναν στην κεντρική είσοδο, οδήγησε στη χρήση της πίσω εξόδου.

Η Mercedes S280, την οποία οδηγούσε ο επικεφαλής ασφαλείας του ξενοδοχείου Ανρί Πολ – αργότερα οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν ότι τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και συνταγογραφούμενων φαρμάκων -, ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Η άτυπη καταδίωξη κατέληξε σε ένα σφοδρό θανατηφόρο δυστύχημα στη σήραγγα της γέφυρας Ντ’ Αλμά, όταν το όχημα που μετέφερε την Νταϊάνα και τον Αλ Φαγέντ προσέκρουσε στον 13ο πυλώνα.
Ο Ντόντι Αλ Φαγέντ και ο Ανρί Πολ βρήκαν ακαριαίο θάνατο. Ο μοναδικός επιζών ήταν ο σωματοφύλακας Τρέβορ Ρις-Τζόουνς.
Η Νταϊάνα απεγκλωβίστηκε βαριά τραυματισμένη. Η διακομιδή της στο νοσοκομείο Pitié-Salpêtrière και οι προσπάθειες των Γάλλων γιατρών να της σώσουν τη ζωή απέβησαν άκαρπες.

Η επίσημη ανακοίνωση του θανάτου της τα ξημερώματα προκάλεσε ένα πρωτοφανές παγκόσμιο κύμα δημόσιου πένθους.
Οι εικόνες με τα εκατομμύρια λουλούδια έξω από τα παλάτια του Μπάκιγχαμ και του Κένσινγκτον, καθώς και η εκκωφαντική σιωπή για μία εβδομάδα της βασίλισσας που παρέμενε στο Μπαλμόραλ, υποχρέωσαν το παλάτι να αναθεωρήσει τη στάση του απέναντι στους πολίτες.

Ο επικήδειος λόγος του αδελφού της, Τσαρλς Σπένσερ, στο Αβαείο του Ουέστμινστερ, ο οποίος στράφηκε ανοιχτά τόσο κατά του Τύπου όσο και κατά της βασιλικής οικογένειας, επισφράγισε το ρήγμα με τους Ουίνδσορ.
Η συμπλήρωση 65 ετών από τη γέννησή της πριγκίπισσας Νταϊάνα επιβεβαιώνει ότι η λαίδη Σπένσερ δεν καταγράφηκε απλώς ως ένα άβουλο, άτυχο, θλιμμένο ή ανυπεράσπιστο θύμα στα χρονικά του οίκου των Ουίνδσορ.

Μέσα από τις ρήξεις, τις βαθιές αλλά τελικά ανθρώπινες αντιφάσεις, την ενσυναίσθηση – προτού η λέξη χάσει κάθε ικμάδα νοήματος – και την αδιαμεσολάβητη, σχεδόν μαγνητική επικοινωνία της με το κοινό, δημιούργησε ένα νέο μοντέλο δημόσιας παρουσίας.
Υπήρξε επιδραστική πριν από τους επιδραστικούς και αρκετά τυχερή μέσα στην ατυχία της ώστε να μη ζήσει μια εποχή όπου καθένας μπορεί να καμώνεται τον influencer και – ακόμα χειρότερα – να πιστεύει ότι είναι.
