«Όχι» στην αλλαγή του υφιστάμενου μοντέλου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, επικρίσεις για το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα αμφισβητεί ανοιχτά τον θεσμό της Δικαιοσύνης, αλλά και για παράγοντες της δίκης που, σε πολύκροτες υποθέσεις, κάνουν λόγο για «πουλημένους δικαστές», καθώς και η θέση ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είχε καμία αρμοδιότητα να ανανεώσει τη θητεία των εντεταλμένων εισαγγελέων Πόπης Παπανδρέου, Χαρίκλειας Θάνου και Διονύση Μουζάκη, που υπηρετούν στο ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ήταν μερικά από τα σημαντικά σημεία της συζήτησης που είχαν η Κατερίνα Σακελλαροπούλου, τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ., και ο Ιωάννης Σαρμάς, τ. υπηρεσιακός Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ε.τ.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε υπό τον συντονισμό της δημοσιογράφου Ιωάννας Μάνδρου, στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, υπό τον γενικό τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας».
«Δεν μπορούμε να λέμε τη Δευτέρα έχουμε Δικαιοσύνη και την Τετάρτη όχι»
Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου ξεκίνησε την παρέμβασή της υπενθυμίζοντας ότι η «φιλελεύθερη δημοκρατία, η δημοκρατία δυτικού τύπου» είναι το θεμέλιο της Ευρώπης, σημειώνοντας πως «παρά τα προβλήματα, οι αντοχές της είναι εντυπωσιακές». Ωστόσο, δεν έκρυψε τον προβληματισμό της για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια συζήτηση, υπογραμμίζοντας ότι στην εποχή μας «στρώνεται το κλίμα για κάποιες θέσεις» μέσα από ένα αρνητικό περιβάλλον που εκκινεί από το πολιτικό φάσμα, τα ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία χαρακτήρισε «πολύ άρρωστα μετά από ένα σημείο».
Η τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας άσκησε κριτική στην τάση να «αποφαίνονται όλοι για το τι θα γίνει σε υποθέσεις που είναι εκκρεμείς ενώπιον της δικαιοσύνης», εξηγώντας: «Δεν μπορούμε να λέμε τη Δευτέρα έχουμε Δικαιοσύνη και την Τετάρτη όχι, ανάλογα εάν η απόφαση άρεσε ή δεν άρεσε στους μισούς». Διαχώρισε απόλυτα την υγιή κριτική από την ισοπέδωση, τονίζοντας ότι άλλο είναι η κριτική σε μια απόφαση και άλλο η επίθεση στον ίδιο τον θεσμό, «διότι τότε ροκανίζουμε το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε όλοι».
Μάλιστα, έστρεψε τα βέλη της προς το πολιτικό σύστημα, λέγοντας: «Δεν είναι δυνατόν να ακούς πολιτικούς αρχηγούς να λένε ότι δεν εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη της χώρας. Αυτοί οι άνθρωποι αύριο θέλουν να πάρουν την ψήφο του λαού και να κυβερνήσουν. Πώς ακριβώς; Θα ξηλώσουν τον θεσμό;».
Αναφερόμενη στα αρνητικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων, η κυρία Σακελλαροπούλου παραδέχτηκε ότι «και οι δικαστές έχουν κάποιο μερίδιο ευθύνης», αλλά εστίασε σε βαθύτερα φαινόμενα θεσμικής παρακμής: «Όταν βλέπει κανείς μια πολύ σημαντική ποινική δίκη και να μπαίνουν μέσα οι πληρεξούσιοι, οι διάδικοι, οι δικηγόροι, ο δικηγορικός σύλλογος και να λένε “είναι πουλημένοι οι δικαστές” και δεν κουνιέται φύλλο και δεν ανησυχεί κανείς, αυτό είναι πιο ανησυχητικό από τα σημερινά ευρήματα».
«Η ευρωπαϊκή εισαγγελία δεν είχε καμία αρμοδιότητα να ανανεώσει τη θητεία των εντεταλμένων εισαγγελέων»
Από την πλευρά του, ο Ιωάννης Σαρμάς προσέγγισε το ζήτημα της κρίσης αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης διαχωρίζοντας την «εμπιστοσύνη» από την «αποτελεσματικότητα». Όπως εξήγησε, το πρόβλημα δεν αφορά το σύνολο των 4.000–5.000 δικαστών της χώρας, αλλά εντοπίζεται σε «μερικές υποθέσεις που έχουν πολιτική σημασία». Στις περιπτώσεις αυτές, σημείωσε, ορισμένοι πολιτικοί σπεύδουν να βγάλουν ετυμηγορία προκαταβολικά, με αποτέλεσμα «όταν έρχεται η δικαιοσύνη και είτε δεν ασκεί ποινική δίωξη είτε δεν καταδικάζει αυτούς, τότε έχει θέμα η δικαιοσύνη».
Μιλώντας εν συνεχεία για την υπόθεση των υποκλοπών, ο κ. Σαρμάς έριξε φως στον μεθοδολογικό τρόπο λειτουργίας των δικαστικών αρχών. Ανέφερε ότι το γεγονός πως 30 παρακολουθήσεις της ΕΥΠ συνέπεσαν με τις στοχεύσεις του Predator γέννησε ένα «μυστήριο» ή τη λύση που προκρίνουν ορισμένοι πολιτικοί, ότι δηλαδή «δε γίνεται να μην το ήξερε το κέντρο της εξουσίας, και συνεπώς υπάρχει ενοχή στο κέντρο της εξουσίας». Απαντώντας σε αυτό το σκεπτικό, ο τ. Υπηρεσιακός Πρωθυπουργός ξεκαθάρισε τις κόκκινες γραμμές: «Κάθε ψηφίδα απόδειξης, υπόνοια, κάθε εικασία θεωρείται από ορισμένους ότι πρέπει να ερευνάται τόσο για να δούμε πόσο ψηλά θα φτάσουμε. Όμως, η ποινική δικαιοσύνη δε λειτουργεί έτσι».
Στο ίδιο μήκος κύματος, εντόπισε την τοξικότητα της πολιτικής ζωής ακριβώς εκεί «που το ποινικό δίκαιο χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης», συμπληρώνοντας ότι η μαχητικότητα και η επιθετικότητα είναι ανεκτές στο πολίτευμα, αρκεί να μην οδηγούν στη βία.
Ο κ. Σαρμάς τοποθετήθηκε και για το ζήτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ξεκαθαρίζοντας: «Η ευρωπαϊκή εισαγγελία δεν είχε καμία αρμοδιότητα να ανανεώσει τη θητεία των εντεταλμένων εισαγγελέων. Οι εντεταλμένοι εισαγγελείς προτείνονται από το κράτος μέλος και διορίζονται από το κολλέγιο. Ειδικά δε για τους εντεταλμένους εισαγγελείς, προβλέπεται ή αναθεώρηση της θητείας ή μη ανανέωση της θητείας και ανανέωση της θητείας σημαίνει 5ετία».
«Όχι» στην αλλαγή του μοντέλου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης
Η συζήτηση στράφηκε και στο μέλλον του θεμελιώδους νόμου της χώρας, ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης. Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου τόνισε ότι το Σύνταγμά μας «άντεξε 55 χρόνια και προσέφερε στον τόπο παρά τις κρίσεις», υπογραμμίζοντας ότι τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας δε σχετίζονται με αυτό και ότι η αναθεώρηση πρέπει να γίνεται «πολύ προσεκτικά και με φειδώ», ενώ εκτίμησε ως «απίθανο να βρεθούν 180 βουλευτές» στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή.
Η κυρία Σακελλαροπούλου εξέφρασε τη διαφωνία της με την πρόταση του κυβερνητικού εισηγητή Ευριπίδη Στυλιανίδη για την αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δηλώνοντας πως «μια χαρά είναι το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, αρκεί να γίνεται προσεκτική επιλογή».
Ακολούθως, ο κ. Σαρμάς σημείωσε ότι, αν και δε θεωρεί απαραίτητη την αναθεώρηση των σχετικών άρθρων, η δημόσια συζήτηση για το άρθρο 86 (περί ευθύνης υπουργών) και την επιλογή της ηγεσίας έχει ζωηρέψει τόσο, που «κάτι πρέπει να γίνει». Για το άρθρο 86, δήλωσε ότι δεν τάσσεται υπέρ της κατάργησής του «αμελλητί», αλλά προτείνει την «ύπαρξη μιας δικαστικής επιτροπής που θα το εξετάσει μυστικά, ως απολύτως απόρρητο». Επιπλέον, εμφανίστηκε σκεπτικός απέναντι σε προτάσεις όπως το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή για την καταπολέμηση του πελατειακού κράτους, τονίζοντας ότι δε χρειάζονται πειραματισμοί που αλλοιώνουν το κοινοβουλευτικό πολίτευμα.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Σαρμάς σημείωσε ότι «η αναθεώρηση θα είχε νόημα αν αποκτούσαμε ένα πραγματικό Συνταγματικό Δικαστήριο».
