Κομματικά συνέδρια: Έχουν ακόμη κάποιο νόημα;

Ένα συνέδριο όπου όλα έχουν προαποφασιστεί, όπου ο αρχηγός μιλάει και οι υπόλοιποι χειροκροτούν, δεν είναι συνέδριο. Είναι ένα ακριβοπληρωμένο ραντεβού της παράταξης με τον εαυτό της και σπανίως με την Ιστορία

Κομματικά συνέδρια: Έχουν ακόμη κάποιο νόημα;

Δύο συνέδρια σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Του ΠαΣοΚ στο Τάε Κβο Ντο στα τέλη Μαρτίου, της Νέας Δημοκρατίας στο Metropolitan Expo το επόμενο τριήμερο. Και αναρωτιέται κανείς: ποιο νόημα έχουν πια αυτές οι μεγάλες κομματικές σύναξες; Τι αποφασίζεται; Και ποιος, τελικά, τις χρειάζεται;

Τα κομματικά συνέδρια δε γεννήθηκαν ως θεατρικές εκδηλώσεις. Το πρώτο εθνικό κομματικό συνέδριο έγινε στις ΗΠΑ το 1832 από τους Δημοκρατικούς, ως ρήξη με τις κλειστές κοινοβουλευτικές «κλίκες» που επέλεγαν υποψηφίους κεκλεισμένων των θυρών. Στην Ευρώπη, τα εργατικά και σοσιαλιστικά κόμματα όπως το γερμανικό SPD και τους Εργατικούς της Βρετανίας του τέλους του 19ου αιώνα έκαναν το συνέδριο θεσμό: χώρο όπου η παράταξη διαφωνούσε, διαπραγματευόταν, αποφάσιζε.

Στην Ελλάδα η παράδοση είναι νεότερη — ουσιαστικά Μεταπολιτευτική — αλλά η λογική ήταν η ίδια: το συνέδριο ως δημοκρατικό αντίβαρο στη συγκέντρωση της εξουσίας στην κορυφή και τα κλειστά κομματικά γραφεία.

Δημιουργήθηκαν για να αντικαταστήσουν τις κομματικές «κλίκες» που επέλεγαν ηγέτες μεταξύ τους, πίσω από κλειστές πόρτες και μακριά από τη βάση. Το νόημα του κομματικού συνεδρίου ήταν, στις απαρχές του, μια δημοκρατική ρήξη: Ο χώρος όπου η παράταξη διαφωνούσε, διαπραγματευόταν, αποφάσιζε. Και που, σε κρίσιμες στιγμές, μπορούσε να αλλάξει κατεύθυνση ή να διαμορφώσει νέες εσωκομματικές συμμαχίες και ισορροπίες.

Αυτή η λειτουργία δεν έχει εξαφανιστεί εντελώς, αλλά έχει συρρικνωθεί δραματικά. Στο συνέδριο του ΠαΣοΚ συζητήθηκαν ουσιαστικά πράγματα: η διεύρυνση του κόμματος, ρυθμίσεις για θητείες βουλευτών, η προσαρμογή στα εκλογικά δεδομένα του νόμου για το μπόνους πρωτιάς. Προσυνεδριακά ψήφισαν 160.000 μέλη και εξέλεξαν 4.000 συνέδρους— αριθμός που δύσκολα χαρακτηρίζεται επίδειξη αδιαφορίας. Στο συνέδριο της ΝΔ, ο στόχος είναι διαφορετικός: εφαλτήριο για τον προεκλογικό αγώνα, «φυγή προς τα εμπρός» κατά τη διατύπωση κυβερνητικών στελεχών, επικοινωνιακή αντιστροφή μιας δυσμενούς δημοσκοπικής εικόνας.

Η διαφορά αυτή των δύο συνεδρίων είναι διδακτική. Δεν αφορά μόνο τα κόμματα — αφορά τον τρόπο που εννοούμε την εσωκομματική δημοκρατία. Ένα συνέδριο όπου όλα έχουν προαποφασιστεί, όπου ο αρχηγός μιλάει και οι υπόλοιποι χειροκροτούν, δεν είναι συνέδριο. Είναι ένα ακριβοπληρωμένο ραντεβού της παράταξης με τον εαυτό της και σπανίως με την Ιστορία.
Τα παραπάνω δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα. Διεθνώς, τα μεγάλα συνέδρια των μεγάλων κομμάτων εξουσίας είναι επιμελώς σκηνοθετημένα media events, με αποκλειστικό στόχο την τηλεοπτική εικόνα και τα viral clips. Στην εποχή των social media, ακόμα και αυτός ο στόχος αμφισβητείται: η επικαιρότητα ξεπερνά με ταχύτητες φωτός το οποιοδήποτε τριήμερο.

Ωστόσο, κάτι μένει. Τα συνέδρια είναι ακόμη ο χώρος όπου μπορούν να αναδειχθούν τα επόμενα στελέχη, όπου οι εσωτερικές ισορροπίες γίνονται ορατές, όπου μετριέται — ακόμα και με τον αριθμό των παρόντων — η πραγματική ισχύς ενός αρχηγού. Το παρασκήνιο στους διαδρόμους, πολλές φορές, μετράει περισσότερο από όσα λέγονται στην κεντρική αίθουσα.

Το ζήτημα δεν είναι αν τα συνέδρια έχουν ακόμη κάποιο νόημα στην εποχή μας. Το ζήτημα είναι αν τα κόμματα θέλουν να το βρουν αυτό το νόημα μέσα από τη σύνδεσή τους με τη βάση.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version