Στο προηγούμενο κείμενό μου παρουσίασα συνοπτικά το νομικό καθεστώς των Στενών του Ορμούζ και το εφαρμοστέο δίκαιο, καθώς και τις διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις που φαίνεται να υιοθετούνται αναφορικά με το καθεστώς ναυσιπλοΐας στην περιοχή – θέσεις με τις οποίες το Ιράν διαφώνησε επισήμως μέσω επιστολής. Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα είναι το εξής: ακόμη και αν παραβιάζονται δικαιώματα ναυσιπλοΐας ή άλλοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, ποιος μπορεί τελικά να επιλύσει αυτές τις διαφορές;
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν αφορά πλέον μόνο τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη. Η ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας, η ανεμπόδιστη διέλευση εμπορικών πλοίων και η σταθερότητα των ενεργειακών αγορών επηρεάζονται καθημερινά από μια κατάσταση που παραμένει ρευστή και ιδιαιτέρως εύθραυστη. Κράτη των οποίων τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας ή τα οικονομικά συμφέροντα επηρεάζονται παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τις εξελίξεις στην περιοχή όσο και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, αναμένοντας μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση.
Το διεθνές δίκαιο διαθέτει κανόνες που διέπουν τη ναυσιπλοΐα στα διεθνή στενά αλλά και μηχανισμούς επίλυσης διαφορών. Ωστόσο, η παρούσα κρίση αναδεικνύει ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της διεθνούς έννομης τάξης: η διεθνής δικαιοσύνη εξακολουθεί να θεμελιώνεται πρωτίστως στη συναίνεση των κρατών. Αυτό εξηγεί γιατί, υπό τις παρούσες συνθήκες, η δικαιοδοτική επίλυση διαφορών σχετικών με τα Στενά του Ορμούζ καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής.
Η βασική αρχή του διεθνούς δικαίου παραμένει ασφαλώς η ειρηνική επίλυση των διαφορών. Το άρθρο 2§3 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών υποχρεώνει τα κράτη να επιλύουν τις διαφορές με ειρηνικά μέσα, κατά τρόπο που να μην τίθεται σε κίνδυνο η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια. Οι διαπραγματεύσεις, η διαμεσολάβηση και γενικότερα οι μη δικαιοδοτικές μέθοδοι επίλυσης διαφορών αποτελούν βασικά εργαλεία αποκλιμάκωσης διεθνών κρίσεων. Εντούτοις, σε αντίθεση με τα εθνικά δικαστήρια, τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα δεν διαθέτουν καθολική υποχρεωτική δικαιοδοσία επί των κρατών, αλλά θεμελιώνουν την αρμοδιότητά τους πρωτίστως στη συναίνεση των τελευταίων.
Ούτε το Ιράν ούτε αρκετά από τα ενδιαφερόμενα κράτη έχουν αποδεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για τέτοιου είδους διαφορές. Το Ιράν έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου μόνο για περιορισμένες και ιδιαίτερα συγκεκριμένες κατηγορίες διαφορών, γεγονός που δεν φαίνεται να καλύπτει ζητήματα σχετικά με τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας ή το καθεστώς των Στενών του Ορμούζ. Θεωρητικά, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα προσφυγής μέσω του μηχανισμού του forum prorogatum, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 38§5 του Κανονισμού του Δικαστηρίου (Rules of Court). Ένα κράτος δύναται να καταθέσει μονομερώς προσφυγή ακόμη και ελλείψει προϋφιστάμενης βάσης δικαιοδοσίας, προσδοκώντας ότι το άλλο κράτος θα αποδεχθεί εκ των υστέρων τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τη συγκεκριμένη διαφορά. Στην πράξη όμως, η διαδικασία αυτή προϋποθέτει εκ των υστέρων ρητή συναίνεση του εναγόμενου κράτους. Το Ιράν δεν θα υπείχε οποιαδήποτε διεθνή νομική υποχρέωση προς αποδοχή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και, υπό τις παρούσες γεωπολιτικές συνθήκες, κάτι τέτοιο φαντάζει εξαιρετικά απίθανο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι το Ιράν δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Η UNCLOS δεν περιέχει μόνο ουσιαστικούς κανόνες για τη ναυσιπλοΐα και τα διεθνή στενά, αλλά και ένα ολοκληρωμένο σύστημα υποχρεωτικής επίλυσης διαφορών (Μέρος XV της Σύμβασης). Βεβαίως, πολλοί από τους ουσιαστικούς κανόνες της UNCLOS – όπως, μεταξύ άλλων, οι κανόνες που αφορούν την αβλαβή διέλευση και τη διέλευση εν πορεία (transit passage) – θεωρούνται σήμερα μέρος του διεθνούς εθιμικού δικαίου. Ως εκ τούτου, δεσμεύουν όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως του εάν έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση. Αυτό όμως δεν ισχύει για το σύστημα δικαιοδοτικής επίλυσης διαφορών της UNCLOS. Η αποδοχή της δικαιοδοσίας διεθνών δικαστηρίων ή διαιτητικών οργάνων δεν μπορεί να συναχθεί εμμέσως από την ύπαρξη εθιμικών κανόνων, αλλά προϋποθέτει ειδική και σαφή συναίνεση των κρατών. Για τον λόγο αυτό, το σύστημα του Μέρους XV της UNCLOS δεσμεύει καταρχήν μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη. Υπό προϋποθέσεις, το σύστημα αυτό επιτρέπει τη μονομερή προσφυγή ενός κράτους κατά άλλου κράτους για ζητήματα δικαίου της θάλασσας, είτε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου του Δικαίου της Θάλασσας (ITLOS), είτε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, είτε σε διεθνή διαιτησία. Εφόσον όμως το Ιράν δεν έχει επικυρώσει την UNCLOS, οι μηχανισμοί αυτοί δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν μονομερώς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υφίστανται άλλες μορφές διεθνούς αντίδρασης. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσε να ζητήσει γνωμοδότηση – μη δεσμευτική από νομική άποψη – από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης σχετικά με τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, το Συμβούλιο Ασφαλείας διατηρεί πολύ σημαντικές αρμοδιότητες όταν υφίσταται απειλή κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, αν και η πολιτική πραγματικότητα και το δικαίωμα αρνησικυρίας των μονίμων μελών περιορίζουν συχνά την αποτελεσματικότητα τέτοιων πρωτοβουλιών.
Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν ένα ευρύτερο ζήτημα: την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών διεθνούς επίλυσης διαφορών. Η διπλωματία και οι μη δικαιοδοτικές μέθοδοι επίλυσης διαφορών παραμένουν απαραίτητες για τη διαχείριση διεθνών κρίσεων και τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας μεταξύ κρατών. Όταν όμως οι μέθοδοι αυτές δεν επαρκούν, τα κράτη θα πρέπει να διαθέτουν τη δυνατότητα προσφυγής σε αξιόπιστα και αποτελεσματικά διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Ubi ius, ibi remedium: όπου υπάρχει δικαίωμα, πρέπει να υπάρχει και αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας.
Τελικά, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ υπενθυμίζει ότι, ακόμη και σε περιόδους έντονης γεωπολιτικής έντασης, το διεθνές δίκαιο παραμένει αναγκαίο εργαλείο σταθερότητας, διαλόγου και ειρηνικής διευθέτησης διεθνών εντάσεων. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους διεθνείς θεσμούς και στους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών αποτελεί, περισσότερο από ποτέ, κοινή πρόκληση για τη διεθνή κοινότητα.
Ο κ. Ιωάννης Κωνσταντινίδης είναι νομικός σύμβουλος σε υποθέσεις ενώπιον διεθνών δικαστηρίων και διαιτητικών οργάνων, διδάκτωρ δημοσίου διεθνούς δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.