Νικολέτα Παράσχη: «Η ανάγκη και η έλλειψη σεβασμού ευτελίζουν την ομορφιά και τον πολιτισμό»

Tο ντοκιμαντέρ «Ιερά Οδός, 21 χλμ.» της Νικολέτας Παράσχη ξεκινά την πορεία του στις ελληνικές αίθουσες, με την πρόθεση να επανασυστήσει στο ελληνικό κοινό τα πολλαπλά πρόσωπα της πιο παλιάς Ιεράς Οδού του κόσμου.

Νικολέτα Παράσχη: «Η ανάγκη και η έλλειψη σεβασμού ευτελίζουν την ομορφιά και τον πολιτισμό»

Σε ύφος road movie, το ντοκιμαντέρ «Ιερά Οδός 21 χλμ.» της Νικολέτας Παράσχη, ξεδιπλώνει μια προσωπική ματιά της πάνω στη σύγχρονη Ιερά Οδό, καθώς την ακολουθούμε σ’ ένα οδοιπορικό από τον Κεραμεικό έως την Ελευσίνα. «Για τους αρχαίους Μύστες, η διαδρομή αυτή ήταν μια πορεία τελετουργίας και μύησης που κορυφωνόταν στην αποκαλυπτική εμπειρία των Ελευσινίων Μυστηρίων» λέει η ίδια. «Σήμερα είναι ένας αδιάφορος αυτοκινητόδρομος, τον οποίο όλοι προσπερνάμε αλλά σπάνια τον «βλέπουμε».

Άραγε υπάρχει ακόμη κάτι «Ιερό» εκτός από το όνομά του;»

Η απάντηση αντανακλάται μέσα από τις σύντομες εξομολογήσεις των ανθρώπων που βιώνουν καθημερινά το δρόμο. Έμποροι, μικροπωλητές, οδηγοί νταλίκας, καλλιτέχνες, αρχαιολόγοι, επιστήμονες, ερευνητές, αγρότες, άνθρωποι όλων των ηλικιών, φύλων και κοινωνικών στρωμάτων συνθέτουν ένα μωσαϊκό μέσα στο οποίο όλοι, παρά τις διαφορές τους, μοιάζει να αναζητούν κάτι κοινό: μια εσωτερική ανάγκη για ισορροπία, θέση και νόημα σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

YouTube video player

Πως θα περιγράφατε με λόγια αυτή την εσωτερική επιθυμία σας να κάνετε την κινηματογραφική διαδρομή της Ιεράς Οδού από την Πειραιώς στην Ελευσίνα;

Αρχικά δε νομίζω πως είχα κάποια εσωτερική επιθυμία. Είχα απλή περιέργεια, να δω αν υπάρχει ακόμη κάτι ιερό σ’ αυτήν την οδό που συνεχίζουμε ν’ ονομάζουμε Ιερά. Ενδόμυχα ίσως και μία θλίψη για την εποχή που διανύουμε και δεν την καταλαβαίνω. Ξεκινώντας όμως την αναζήτηση, πολύ σύντομα ο δρόμος με συνεπήρε. Τόσο η ιστορία του όσο και οι άνθρωποι που τον βιώνουν σήμερα. Ακόμη και το αντιφατικό τοπίο που συναντούσα, η αλήθεια που κρύβει. Καταλάβαινα σταδιακά πως δεν υπήρχε επιστροφή, η διαδρομή γίνονταν ανάγκη και ήταν αδιαπραγμάτευτη.

Γυρίζοντας αυτήν την ταινία, μάθατε κάτι παραπάνω από όσα δεν γνωρίζατε ήδη;

Φυσικά. Δεν ξεκίνησα τη διαδρομή ως κάποιος που γνωρίζει αλλά ως κάποιος που αναζητά να μάθει, να κατανοήσει. Και ο δρόμος μου έδωσε το πεδίο. Όσο πιο πολύ παρατηρούσα τα σημεία, τόσο περισσότερα ερωτήματα μου δημιουργούνταν. Κι όσο ανέτρεχα στις πηγές τόσο πιο μακριά πήγαινα, συμπληρώνοντας σταδιακά τα κενά της ιστορίας που μου διέφευγαν αλλά και βρίσκοντας μέσα μου απαντήσεις σε φιλοσοφικά ζητήματα που πάντα με απασχολούσαν. Με κάποιο τρόπο θα έλεγα ότι οδηγήθηκα σε μια, αν όχι γνώση, σίγουρα κατανόηση, που δεν θα αποκτούσα αν δεν περνούσα από αυτό το βίωμα για την κατασκευή της ταινίας. Ήταν ένας τρόπος. Ακόμη περισσότερο μία γέφυρα για να συνδεθώ με το παρόν του πολύπαθου αυτού τόπου και να τον δω κάπως με μεγαλύτερη συμπάθεια, αντί με θλίψη.

Πως έγινε η επιλογή των προσώπων που μιλούν στην ταινία;

Η ανθρωπογεωγραφία του δρόμου είναι ποικιλόμορφη και αντιφατική όπως άλλωστε είναι και το τοπίο. Μικροέμποροι, καλλιτέχνες, φοιτητές, ρακοσυλλέκτες, αρχαιολόγοι, μαγαζάτορες της νύχτας, ερευνητές, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, ρομά, γιόγκηδες, αγρότες, όλοι με κάποιον τρόπο συνυπάρχουν. Ωστόσο η πρόθεσή μου δεν ήταν να κάνω ένα κοινωνιολογικό ντοκιμαντέρ, αλλά μια δοκιμή επανερμηνείας του δρόμου μέσα από το σύγχρονο τοπίο και την κοινωνία που σήμερα τον βιώνει.

Τι σας ενδιέφερε να αποσπάσετε, κυρίως, από όλους αυτούς τους ανθρώπους;

Μ’ ενδιέφερε κυρίως να ξεδιπλωθούν οι αντανακλάσεις, οι συνέχειες ή ασυνέχειες της πνευματικής και φιλοσοφικής διάστασης που χαρακτήριζε κάποτε την διαδρομή. Από τις πρώτες κιόλας μοναχικές μου βόλτες, το πιο σημαντικό ήταν να εντοπίσω το ιστορικό και μυθολογικό παρελθόν στα διαφορετικά σημεία. Στη συνέχεια επέλεγα σε ποιο από τα πολλαπλά νοηματικά επίπεδα θα εστίαζα και έθετα τη θεματική για την κάθε περιοχή. Συνεπώς άρχιζα να δημιουργώ μία εικόνα για τους τύπους των χαρακτήρων που θα ήθελα να συναντήσω και για το τί περίπου θα ήθελα να εκμαιεύσω. Στην πραγματικότητα οι περισσότερες συναντήσεις προκέκυπταν τυχαία. Δεδομένου ότι κινηματογράφηση γινόταν με συμμετοχική παρατήρηση, είχαμε γίνει -μαζί με τον Θ. Γκίνη στην φωτογραφία και τον Α. Βασιλάκο στον ήχο- το επίκεντρο ενδιαφέροντος του δρόμου. Οι άνθρωποι άρχιζαν να αισθάνονται οικεία με την παρουσία της κάμερας στον δρόμο και μας έπιαναν την κουβέντα αυθόρμητα. Ήταν συγκινητικό το πως συναντιόντουσαν τα βλέμματα. Δίναμε λοιπόν χώρο και συγχνωτιζόμασταν, αποβάλλοντας το άγχος και την ιδιοτέλεια της λήψης.

Σταδιακά παρατήρησα ότι οι περισσότεροι ήταν μοναχικοί ή μειοψηφία, οι οποίοι όμως εξέφραζαν μία εσωτερική αναζήτηση. Όπως άλλωστε και οι καλλιτέχνες, μια άλλη κοινότητα του δρόμου. Ακόμη και οι πιο ακαδημαϊκοί χαρακτήρες όπως ο αρχιτέκτονας τοπίου, ο συλλέκτης ή ο ερευνητής της αυτοσχέδιας ξενάγησης, έφεραν τη συγκίνηση εκείνων των ολίγων που προσπαθούν ανιδιοτελώς να κάνουν κάτι για τον τόπο, ν’ αφήσουν ένα θετικό πρόσημο στο πέρασμά τους.

Πως έγινε η επιλογή των αποσπασμάτων από γραπτά κορυφαίων εκπροσώπων της λογοτεχνίας προκειμένου να είναι η εισαγωγή στον κάθε «σταθμό» της Ιεράς Οδού;

Δεν είμαι σίγουρη ότι θα είχα ξεκινήσει τη διαδρομή αν δεν έπεφτε στα χέρια μου το κείμενο του Χένρι Μίλλερ, ίσως από τους τελευταίους διανοούμενους περιηγητές που έγραψαν για την Ιερά Οδό, στον Μεσοπόλεμο. Έκτοτε, ειδικά μετά το ΄60-΄70, δεν βρήκα ούτε λέξη. Κάπως έτσι ξεκίνησε η περιέργεια. Ερευνώντας περαιτέρω, άρχισα να εντοπίζω γραπτά Ευρωπαίων συγγραφέων, απεσταλμένων κι έργα καλλιτεχνών από τον 18ο έως τον 20ο αι.. Δηλαδή την περίοδο των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών όταν η Ελλάδα λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς για τον δυτικό πολιτισμό και την δημοκρατία, οπότε αρκετοί από τους Ευρωπαίους την επισκέπτονταν για να αφουγκραστούν.

Όσο για τους Έλληνες, η Ιερά Οδός του Άγγελου Σικελιανού ήταν μία καθοριστική επιλογή καθώς συνδέει το τοπίο με μια πνευματική και ιδεολογική διάσταση, στοιχείο που χαρακτήριζε γενικότερα την γενιά του ΄30, φέροντάς όραμα κι ελπίδα. Αυτό ίσως ήταν το ουσιαστικό, ότι αυτά τα κείμενα δεν ήταν τόσο η περιγραφή του φυσικού κάλλους που συναντούσε κανείς στην Ιερά Οδό μέχρι το ΄50, όσο το ιδεώδες και η προσδοκία που εξέφραζαν για το μέλλον. Με αυτήν την οπτική, θέλησα να τα αντιπαραβάλλω στην εισαγωγή της κάθε στάσης, ώστε να λειτουργήσουν ως ένα είδος διαλόγου με τη σύγχρονη αντιφατική εικόνα της Ιεράς Οδού, αφήνοντας τον θεατή να δώσει την δική του ερμηνεία. Γενικότερα η σύνθεση της ταινίας ως προς τα εκφραστικά της μέσα έγινε με τρόπο ώστε, εμπνεόμενη από το παρελθόν, να δώσω τις αντανακλάσεις του παρόντος μέσω του ποιητικού λόγου και τη συμμετοχικής παρατήρησης.

Έχει ενδιαφέρον που στο ντοκιμαντέρ σας αποφύγατε την μέθοδο του «talking heads» (πρόσωπα που μιλάνε). Πολλούς ανθρώπους των οποίων τις φωνές ακούμε δεν τους βλέπουμε ποτέ. Πως φτάσατε σε αυτή την επιλογή;

Ήταν μία αισθητική επιλογή. Κυρίως στην εισαγωγή της ταινίας, όπου τίθεται έμμεσα το ερώτημα της γνώσης που εκκινεί τη δική μου αναζήτηση: τί άραγε γνωρίζουμε για την Ιερά Οδό; Στην πραγματικότητα πρόκειται για ψιλοκουβέντες με ανθρώπους που με πλησίαζαν στις πρώτες μοναχικές μου βόλτες, όταν κι εγώ η ίδια ανίχνευα το πεδίο. Το εντυπωσιακό ήταν ότι στην πλειοψηφία τους γνώριζαν συγκεχυμένα πράγματα για την ιστορία του δρόμου, παρόλα αυτά ήθελαν να καταθέσουν κάτι. Ίσως πάλι να είναι οι φωνές των ανθρώπων που έχουν ανάγκη να μιλήσουν αλλά τους προσπερνάμε χωρίς να τους βλέπουμε. Μεμονωμένες φράσεις μου έκαναν εντύπωση και τις κρατούσα. Λειτουργούσαν συνειρμικά στη σκέψη μου, σαν ψίθυροι που μου έδιναν ώθηση να συνεχίσω. Και μ΄ αυτόν τον τρόπο τις χρησιμοποίησα και στην ταινία.

Σε αρκετές σκηνές της ταινίας, εμφανίζονται γάτες. Κάποιος συγκεκριμένος λόγος;

Η αλήθεια είναι ότι εμφανίζονταν συνέχεια μπροστά μου, δεν έφευγαν απ’ το κάδρο και μάλιστα σε πολύ περισσότερα πλάνα απ’ όσα χρησιμοποιήθηκαν. Ίσως αισθάνονται οικεία στους νεκρότοπους, ποιoς ξέρει!

Βγαίνοντας ο θεατής από την αίθουσα έχοντας δει την «Ιερά Οδό» τι θα θέλατε να έχει πάρει μαζί του για να είστε εσείς απολύτως ικανοποιημένη;

Ν’ αναλογιστεί ο καθένας μας το πόσο γρήγορα η ανάγκη και η έλλειψη σεβασμού ευτελίζουν την ομορφιά και τον πολιτισμό.

Προβολές

14 -20 Μαΐου Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Αθήνα

14 -20 Μαΐου Ολύμπιον, αίθουσα «Παύλος Ζάννας», Θεσσαλονίκη

10 Μαΐου: Ειδική προβολή, Κινηματοθέατρο Ρένα Βλαχοπούλου(Αιγάλεω)

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version