Μια ιστορία χωρίς συνοχή. Αυτό είναι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, έτσι όπως το διαχειρίζεται η κυβέρνηση: μια διαδρομή γεμάτη αντιφάσεις και παλινωδίες που εκθέτουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντας μια ομίχλη ενοχής να αιωρείται πάνω από την υπόθεση.
Η πλοκή αυτού του χειρισμού ξετυλίγεται μέσα από ένα οξύμωρο σχήμα. Από τη μία πλευρά, η Νέα Δημοκρατία υπερψήφισε την άρση
ασυλίας 13 βουλευτών της για την ίδια υπόθεση, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι υπάρχουν σκιές που απαιτούν απαντήσεις. Από την άλλη, την ίδια ακριβώς στιγμή, υψώνει τείχος προστασίας γύρω από τους πρώην υπουργούς Σπήλιο Λιβανό και Φωτεινή Αραμπατζή, απορρίπτοντας τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής. Προκύπτει έτσι μια αναντιστοιχία: η κυβέρνηση διακρίνει ενδείξεις για τα στελέχη της βάσης, αλλά δηλώνει πλήρη «έλλειψη στοιχείων» μόλις ο προβολέας πλησιάσει τον υπουργικό θώκο.
Αυτή η αμφιθυμία δεν μαρτυρά μόνο στρατηγικό έλλειμμα, αλλά και μια βαθύτερη πολιτική ανασφάλεια που τροφοδοτείται από προηγούμενες επιλογές. Στην πρώτη φάση της υπόθεσης, που αφορούσε τους κυρίους Αυγενάκη και Βορίδη, η ηγεσία της παράταξης απέφυγε να ακολουθήσει το δικό της «μοντέλο Τριαντόπουλου / Καραμανλή», απαξιώνοντας το Κοινοβούλιο και τον ρόλο των βουλευτών, τον οποίο τώρα υποτίθεται πως επείγεται να αναβαθμίσει. Σήμερα, βουλευτές παραπέμπονται και υπουργοί προστατεύονται, η βάση εκτίθεται και η ηγεσία θωρακίζεται, και όλα αυτά συμβαίνουν στο όνομα μιας «έλλειψης στοιχείων» που κανείς δεν κόπιασε να τεκμηριώσει.
Όταν η ίδια η κυβέρνηση αδυνατεί να εξηγήσει γιατί οι ίδιες ακριβώς ενδείξεις κρίνονται επαρκείς για τους βουλευτές αλλά εξανεμίζονται για τους υπουργούς, οι χειρισμοί αυτοί ενισχύουν την καχυποψία των πολιτών για το πέπλο προστασίας που απολαμβάνουν τα υπουργικά στελέχη. Παράλληλα, οι κινήσεις αυτές αφαιρούν από την αξιοπιστία της κυβέρνησης αναφορικά με το άρθρο για την ευθύνη των υπουργών, το οποίο η ίδια διατείνεται ότι επιθυμεί να αναθεωρήσει.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο αμήχανος χειρισμός της υπόθεσης καθίσταται αδιάψευστος μάρτυρας μιας στάσης που αποφεύγει να αναμετρηθεί με τη δικαστική αλήθεια. Το πρόβλημα, όμως, παύει πλέον να είναι αμιγώς πολιτικό και μετατρέπεται σε κρίση εμπιστοσύνης· και η εμπιστοσύνη, από τη στιγμή που αρχίζει να κλονίζεται, αποκαθίσταται πολύ δύσκολα. Πολλώ δε μάλλον όταν η ακολουθούμενη τακτική δεν προδίδει ούτε την ελάχιστη διάθεση για την ανασύνταξή της.
