Θα συνωστιζόσασταν στα λίγα τετραγωνικά μέτρα γης των ακτών του Αμάλφι για να βγάλετε την τέλεια selfie φωτογραφία;
Θα βάζατε τον εαυτό σας στη βάσανο που περνούν οι σαρδέλες κονσέρβας για να ζήσετε – έστω και πολτοποιημένοι – την καρτποσταλική ομορφιά της περιοχής που έχει την ευλογία αλλά και την κατάρα του σπάνιου φυσικού κάλλους;
Θα σας πτοούσαν τα βίντεο που τις τελευταίες ώρες έχουν γίνει viral απαθανατίζοντας τουρίστες να πατούν κατά κυριολεξία ο ένας τον άλλο για να πουν πως ήταν κι αυτοί εκεί, στην Κοστιέρα Αμαλφιτάνα;
@ivananolli
Οι απαντήσεις είναι πιθανότατα όχι. Τουλάχιστον αυτό μαρτυρούν τα σμήνη που δίνουν αγώνα για να περπατήσουν στα στενά και κάποτε γραφικά δρομάκια του Ποζιτάνο και καταδεικνύουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τι σημαίνει ένας τόπος να πέφτει θύμα της ίδιας της μυθολογίας του.

Ο Σαλβατόρε Γκαλιάνο, πρώην δήμαρχος της περιοχής στον απόηχο των εν λόγω εικόνων που είναι καθημερινότητα για το Αμάλφι, μίλησε για «τριτοκοσμικές σκηνές», περιγράφοντας μια κατάσταση που ξεπερνά τα όρια της δυσλειτουργίας και αγγίζει πλέον την αποσύνθεση.
Δε μιλούσε μόνο για το τουριστικό προϊόν που τρέφει (και καταστρέφει) εδώ και δεκαετίες πια τα χωριά κατά μήκος μιας ακτογραμμής 50 χιλιομέτρων στον ιταλικό νότο. Αναφερόταν στην ίδια τη λειτουργικότητα, την ταυτότητα και τελικά την ψυχή του τόπου.
Πριν και μετά το ινσταγκραμικό προσκύνημα
Η αδιανόητη κοσμοσυρροή —το περιβόητο φαινόμενο του «mordi e fuggi», ένα τουριστικό «φάε και φύγε» λίγων ωρών— φυσικά και είναι σύμπτωμα της εποχής του Instagram.
Τα τελευταία χρόνια μια selfie φωτογραφία στην καρτ-ποσταλικής ομορφιάς ακτή του Αμάλφι ήταν σχεδόν υποχρεωτική για digital creators (βλ. influencers του κιλού) που θεωρούν ιερό χρέος τους να φλεξάρουν την ζωάρα τους.

Πρόκειται όμως και για ειρωνεία της ιστορίας. Ο τόπος που σήμερα αδυνατεί να ρυθμίσει την ίδια του την καθημερινότητα, υπήρξε κάποτε ένας από εκείνους που όριζαν το εμπόριο και τους κανόνες της Μεσογείου.
Πολύ πριν η Βενετία και η Γένοβα απλώσουν την επιρροή τους στις θάλασσες, το Αμάλφι αναδεικνυόταν ως μία από τις πρώτες και κραταιές Ναυτικές Δημοκρατίες της Ιταλίας. Ήδη από τον 10ο αιώνα το τραχύ, απομονωμένο από την ξηρά κομμάτι γης, με τα απόκρημνα βράχια να καταλήγουν στο Τυρρηνικό πέλαγος, είχε αναδειχτεί σε μια αριστοκρατική, εύπορη και κοσμοπολίτικη δύναμη.

Οι Αμαλφιτανοί έγιναν αρχιτέκτονες ενός συστήματος. Εκεί συντάχθηκε η Tabula Amalphitana, ένας από τους πρώτους συστηματοποιημένους ναυτικούς κώδικες της Μεσογείου, που ρύθμιζε εμπορικές συναλλαγές, ναυτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Η επιρροή του υπήρξε μεγάλη και μακροημέρευσε, διαμορφώνοντας πρακτικές που ξεπέρασαν τα στενά γεωγραφικά όρια της περιοχής.
Ήταν μια κοινωνία που κοιτούσε προς τη θάλασσα και προς τον κόσμο. Από τα λιμάνια του Βυζαντίου, της Συρίας και της Βόρειας Αφρικής εισέρρεε πλούτος, ιδέες και τεχνογνωσία.
Στην κοιλάδα Valle delle Ferriere άνθισαν τα περίφημα χαρτοποιεία, παράγοντας τη charta bambagina —ένα από τα ποιοτικότερα χαρτιά της εποχής— ενώ η αρχιτεκτονική της πόλης κατέγραφε, σαν παλίμψηστο, τη συνάντηση επιρροών και πολιτισμών.

Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ανάγλυφη απόδειξη από τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ανδρέα, ένα αμάλγαμα αραβικών, νορμανδικών, βυζαντινών και λατινικών αναφορών. Μια ζωντανή απόδειξη ότι το Αμάλφι υπήρξε πραγματικό σταυροδρόμι μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
Όταν η γη του Αμάλφι «έφαγε» τα παιδιά της
Εκατοντάδες χρόνια πριν από τον τουριστικό εκφυλισμό η περιοχή έζησε μια άλλη συντριπτική καταστροφή.
Τη νύχτα της 24ης Νοεμβρίου του 1343, ένας ισχυρός υποθαλάσσιος σεισμός γέννησε ένα τσουνάμι που αποδείχτηκε μοιραίο για το Αμάλφι. Ο λόγιος Φραντσέσκο Πετράρχης, που βρισκόταν τότε στη Νάπολη, κατέγραψε με τρόμο το φαινόμενο. Το νερό δεν εισέβαλε απλώς στην πόλη —την έπνιξε.

Λιμενικές εγκαταστάσεις, οπλοστάσια, οχυρώσεις και παλάτια εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Το μεγαλύτερο μέρος της αστικής και εμπορικής υποδομής χάθηκε κάτω από τη θάλασσα που κάποτε χάριζε ζωή και πλούτο.
Το Αμάλφι, χωρίς τον στόλο και το εμπόριο, δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά. Από ναυτική δύναμη μετατράπηκε σε ένα σύμπλεγμα απομονωμένων και φτωχών κοινοτήτων.
Πώς η Κοστιέρα Αμαλφιτάνα έγινε κοινό μυστικό
Για αιώνες, η Ακτή Αμάλφι παρέμεινε ένας τόπος θαρρείς εκτός χάρτη. Ακόμη και οι περιηγητές του 17ου και 18ου αιώνα τον παρέκαμπταν, όχι από αδιαφορία αλλά από δυσκολία πρόσβασης. Η γεωγραφία που είχε προστατεύσει την ακτή του Αμάλφι ήταν κι εκείνη που την απομόνωνε από τον υπόλοιπο κόσμο.

Το 1852 ο Φερδινάνδος Β΄ των Δύο Σικελιών διέταξε την κατασκευή του παράκτιου δρόμου Amalfitana —ενός τεχνικού άθλου σκαλισμένου κυριολεκτικά στον βράχο— συνδέοντας επιτέλους τα χωριά.
Αλλά η πραγματική «έκρηξη» ήρθε έναν αιώνα αργότερα. Όταν ο Τζον Στάινμπεκ επισκέφθηκε το Ποζιτάνο και έγραψε το 1953 ότι «είναι ένα μέρος-όνειρο που δεν φαίνεται αληθινό όσο είσαι εκεί, αλλά γίνεται βασανιστικά πραγματικό αφού έχεις φύγει», δε μοιραζόταν απλώς μια εμπειρία. Σμίλευε έναν μύθο. Το καλά κρυμμένο μυστικό δεν έμελλε να μείνει για καιρό κρυφό.
Ο ειδυλλιακός και ακατέργαστος τόπος που υπήρξε καταφύγιο για καλλιτέχνες, συγγραφείς και τη διεθνή ελίτ —από τη Βιρτζίνια Γουλφ και τον Ρίχαρντ Βάγκνερ μέχρι τον Γκορ Βιντάλ και τη Τζάκι Κένεντι— μετατράπηκε, δεκαετία με τη δεκαετία, σε παγκόσμιο, φωτογενές τουριστικό brand.
Η κατάρα της τέλειας ομορφιάς
Σήμερα, η κραυγή αγωνίας των αυτοχθόνων δεν αφορά την απώλεια της αίγλης του Αμάλφι αλλά την απώλεια της ίδιας της ζωής τους.
Με περισσότερους από 5 εκατομμύρια επισκέπτες να συγκεντρώνονται κάθε χρόνο σε μια στενή λωρίδα γης —σε οικισμούς που δεν σχεδιάστηκαν για τέτοια πίεση— το σύστημα έχει φτάσει στα όριά του.

Τα κρουαζιερόπλοια αποβιβάζουν μαζικά χιλιάδες ημερήσιους επισκέπτες μέσα σε λίγες ώρες. Τα σπίτια έχουν μετατραπεί σχεδόν καθολικά σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, εκτοπίζοντας τους μόνιμους κατοίκους. Ο μοναδικός δρόμος της ακτογραμμής λειτουργεί σταθερά στα όρια της συμφόρησης.
Η υπερβολή και ο υπερτουρισμός καταβροχθίζουν το Αμάλφι. Είναι σαν ένα νέο παλιρροϊκό κύμα να χτυπά ξανά τις ακτές του. Μόνο που αυτή τη φορά δεν έρχεται από τα σπλάχνα της γης αλλά από αεροδρόμια, λιμάνια και βέβαια από τα feeds των κοινωνικών δικτύων.
Όλων αυτών που κατάφεραν να κάνουν ένα από τα πιο όμορφα σημεία του κόσμου απλώς ένα αβίωτο παράδειγμα προς αποφυγήν.
