Η λαϊκή πλευρά του Απόστολου Κίτσου

Ο ταλαντούχος τραγουδιστής, Απόστολος Κίτσος, μιλάει για τα νέα λαϊκά τραγούδια που ετοιμάζει με τον Σταύρο Τσαντέ, για τη σημασία της σωματικής μνήμης και για το κακό που κάνει το TikTok στη μουσική

Η λαϊκή πλευρά του Απόστολου Κίτσου

Μελοποιημένη ποίηση, παλιά και νέα λαϊκά τραγούδια, ακομπλεξάριστη επιμέλεια προγράμματος, μια πολύ ωραία φωνή, παρεΐστικη ατμόσφαιρα, αυτά είναι μερικά από τα συστατικά που καθιστούν τις ζωντανές εμφανίσεις του Απόστολου Κίτσου τόσο απολαυστικές εμπειρίες.

Ο ταλαντούχος τραγουδιστής ετοιμάζεται πυρετωδώς για το επόμενο live του, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στον Σταυρό του Νότου Club στις 5 Μαΐου. Εκεί θα ερμηνεύσει κομμάτια από την προσωπική του δισκογραφία αλλά και τραγούδια που πάντα είχε καημό να τα πει, αλλά δεν το είχε τολμήσει μέχρι τώρα: από το ευαίσθητο «Skinny Love» του Bon Iver και το ατμοσφαιρικό «Pagan Poetry» της Björk, μέχρι το «Όχι πια έρωτες» των Κόρε Ύδρο και το σπουδαίο «Μίσος» του Άκη Πάνου.

Θα πει επίσης και νέο υλικό από τη συνεργασία του με τον Σταύρο Τσαντέ – τον δίσκο που ετοιμάζουν ανυπομονούμε να τον ακούσουμε ολόκληρο όλοι όσοι αγαπάμε το λαϊκό τραγούδι και ψάχνουμε τους σημερινούς συνεχιστές του.

Πες μου για τη γνωριμία σου με τον Σταύρο Τσαντέ και πώς προέκυψε αυτό το νέο εγχείρημα.

Έχω πάρα πολλούς φίλους Καριώτες και ο Σταύρος είναι σε αυτόν τον κύκλο. Μου λέγανε οι κοινοί μας φίλοι «ο Τσαντές που παίζει μουσική, που γράφει τραγούδια» -και άκουγε κι αυτός για μένα. Όταν τελικά γνωριστήκαμε, μου πρότεινε να πω ένα κομμάτι του που ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει -δεν έχει βρει ερμηνευτή. Είναι ένα πολύ βαρύ λαϊκό κομμάτι. Του είπα ότι δεν ένιωθα πως μπορούσα να το υποστηρίξω και αντιπρότεινα -επειδή μου αρέσει το πώς γράφει και επειδή μου αρέσει και το είδος- να κάνουμε έναν δικό μας δίσκο με λαϊκά κομμάτια. Είναι ο καταλληλότερος άνθρωπος αυτή τη στιγμή για τέτοια τραγούδια. Κάπως έτσι ξεκίνησε αυτό το πρότζεκτ. Και είναι ωραία γιατί, μετά τη συνεργασία με τον Μιχάλη — που πάλι ήμασταν φίλοι και κάναμε έναν δίσκο μαζί -βρίσκομαι ξανά να δουλεύω με έναν φίλο, και υπάρχει μια συνεννόηση πολύ εύκολη και άμεση, μια κοινή προσέγγιση στα πράγματα.

Τι σου αρέσει στα λαϊκά τραγούδια;

Εγώ τα γούσταρα από πάντα, γιατί το background από το σπίτι μου ήταν τέτοιο. Οι γονείς μου δεν άκουγαν Χατζιδάκι, Θεοδωράκη -αυτά τα βρήκα μόνος μου. Συνήθως ακούμε στις συνεντεύξεις τραγουδιστών «στο σπίτι υπήρχε “Ο Μεγάλος Ερωτικός” και το “Άξιον Εστί”»  -καμία σχέση.

Εσείς ακούγατε Κατερίνα Στανίση, ας πούμε;

Κατερίνα Στανίση, Άντζελα Δημητρίου, Τόλη Βοσκόπουλο  -αυτές ήταν οι κασέτες στο αμάξι του μπαμπά. Και τα κλασικά λαϊκά φυσικά: Μοσχολιού, Άκης Πάνου, Ζαμπέτας. Μέχρι Χαρούλα φτάναμε όσον αφορά το έντεχνο. Αυτά ήταν τα πρώτα μου ακούσματα και οι πρώτοι μου πειραματισμοί στο να τραγουδήσω ως παιδάκι. Και το αστείο είναι ότι όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα και πήγα να σπουδάσω τραγούδι, η φωνή μου ήταν πάρα πολύ λαϊκή -είχα γυρίσματα, έκανα τσαλκάντζες, δεν μπορούσα να κρατήσω ίσιες τις νότες, δεν μπορούσα να διανοηθώ καν πώς είναι αυτό το πράγμα. Πήγα τότε στην Πασπαλά για μαθήματα φωνητικής.

Και χρειάστηκε να το ξεμάθεις αυτό τελείως;

Η Έλλη μού έδειξε πώς περνάς από τη μία νότα στην άλλη χωρίς να κάνεις γύρισμα. Είχε μάλιστα εκπλαγεί όταν με άκουσε γιατί στην πρώτη ακρόαση της είπα κάτι λαϊκό. Μετά πέρασα κάπως στο άλλο άκρο σε τέτοιο βαθμό που λίγο ξέχασα αυτόν τον εαυτό. Απενοχοποιώντας πια τα λαϊκά τραγούδια, κατάλαβα ότι μου αρέσει να τα ερμηνεύω στη σκηνή. Αυτά τα κομμάτια έχουν μια αμεσότητα και μια άλλη συμμετοχή από τον κόσμο. Είναι πολύ ωραίο να εμφανίζεσαι κάπου και να σε ακούνε όλοι ήσυχοι αλλά συμβαίνει κάτι πολύ ωραίο όταν λες ένα τραγούδι που προκαλεί μια άμεση αντίδραση.

Ήταν εύκολο να ξαναβρείς αυτόν τον εαυτό που είχες ξεχάσει;

Πιο εύκολο απ’ όσο νόμιζα, γιατί η φωνή είναι μύες -υπάρχει η σωματική μνήμη. Όπως μου είχε πει η Γιώτα Νέγκα, αυτό που σε επηρεάζει τελικά περισσότερο είναι αυτό που έχει περάσει μέσα σου ερήμην σου. Επειδή εμένα αυτά τα λαϊκά τραγούδια είχαν περάσει μέσα μου χωρίς να το καταλάβω και εντυπωσιάστηκα κι εγώ με την ευκολία που είχα όταν τα ξαναδοκίμασα. Ξαφνιάστηκαν και οι άλλοι. Θυμάμαι σε κάποιες πρόβες που έκανα με την Ελένη Δήμου, την έκπληξη της. Την πρώτη φορά «Το Μίσος» του Καζαντζίδη -γιατί το προηγούμενο που είχα πει ήταν «Η Μαρμαρωμένη» του Σπανού. Μου άρεσε αυτή η έκπληξη.

Ο προηγούμενος δίσκος σου δεν είχε ωστόσο καθόλου τέτοια στοιχεία.

Όχι, ήταν στο άλλο άκρο. Μέχρι τα τελευταία δύο χρόνια δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου ότι θέλω να ηχογραφήσω και λαϊκά τραγούδια. Πάντα μου άρεσαν, πάντα ευχαριστιόμουν ένα λαϊκό κομμάτι, αλλά δεν είχα καταλάβει πόσο καλά περνάω με αυτό το ρεπερτόριο. Ο προηγούμενος δίσκος, η «Αναχώρηση» είναι ακριβώς στον αντίποδα  -τελείως έντεχνος, μελοποιημένη ποίηση, πολλές φορές δύσκολη ποίηση. Το ατυχές είναι ότι, ολοκληρώνοντάς τον, είχα ήδη ξαναβρεί τη σχέση με το λαϊκό.

Ένιωθα δηλαδή μια αμηχανία μαζί του, ήμουν έτοιμος για άλλα πράγματα. Όμως στήνοντας τα live που κάνω τώρα, όπου προσπάθησα να παντρέψω αυτές τις δύο πλευρές μου – δεν ξέρω αν έχω βρει τη χρυσή ισορροπία, αλλά το ψάχνω- συνειδητοποίησα ότι και τα δύο είναι κομμάτια μου. Το θέμα είναι να βρεθεί τρόπος να συνυπάρχουν. Είναι ένας άξονας που θέλει προσοχή: το πώς, ας πούμε, από τον Jacques Prévert θα φτάσουμε μέσα σε δύο ώρες στον Άκη Πάνου. Για μένα τελικά δεν είναι μεγάλη απόσταση. Είναι και η εποχή τέτοια  -δύσκολα θα σου φανεί παράταιρο κάτι. Αυτό ίσως βασίζεται σε μια παλιότερη ανησυχία που πια δεν ισχύει, γιατί όλοι τα ακούμε όλα. Τα Spotify Wrapped μας φανερώνουν πολύ συχνά παράνοια  -έτσι είναι το ανθρώπινο γούστο. Πρέπει να είσαι πολύ μονόχνωτος για να ακούς μόνο ένα είδος.

Προσωπικά, έχοντας δει αρκετές εμφανίσεις σου μέσα στα χρόνια θα σχολιάσω ότι έχεις αποκτήσει πια φοβερή άνεση επάνω στη σκηνή. Αυτή πώς προέκυψε;

Αυτές τις δουλειές -την περφόρμανς, το θέατρο, το τραγούδι, τον χορό- τις μαθαίνεις κάνοντάς τες. Όλο αυτό είναι θέμα εμπειρίας. Δεν αρκεί να σκεφτείς τι θα κάνεις σε ένα μεγάλο θέατρο, πρέπει να πας να τραγουδήσεις σε ένα μεγάλο θέατρο για να εξοικειωθείς με την εμπειρία. Η προηγούμενη γενιά, η Αρβανιτάκη ή η Γαλάνη, για παράδειγμα, τραγουδούσαν έξι φορές την εβδομάδα σε κάποιο κέντρο και την έβδομη μπορεί να πηγαίναν για μια εμφάνιση και στην επαρχία. Έτσι μαθαίνεις τη δουλειά.

Το να μπλέκεις τα είδη επίσης σε βοηθάει να ψηθείς;

Σίγουρα. Τα έντεχνα τραγούδια απαιτούν μια συγκέντρωση μεγαλύτερη -και από το κοινό και από τον ερμηνευτή. Είναι μια άλλη διαδικασία, μια άλλη επικοινωνία. Σ’ αυτό ήμουν πιο συνηθισμένος. Για να το πω σχηματικά: το έντεχνο τραγούδι είναι σαν να κάνεις μια διάλεξη, ενώ το λαϊκό είναι σαν να κάνεις μια συζήτηση με το κοινό. Είναι ένα τελείως άλλο ζητούμενο από σένα. Κατάλαβα ότι μου αρέσει κι αυτό -δεν μου αρέσει μόνο να δίνω διάλεξη, τελικά με ενδιαφέρει πολύ και η κουβέντα.

Ανήκεις σε μια γενιά νέων καλλιτεχνών που είστε και φίλοι μεταξύ σας. Μπορεί μέσα σ’ αυτή τη κοντινή σχέση να υφίσταται και ένα πλαίσιο εποικοδομητικής κριτικής;

Νομίζω πως ναι. Όταν φτιάχνω κάτι ή όταν παρουσιάζω κάτι, έχω κατά νου το πώς θα φανεί σ’ αυτούς τους ανθρώπους – υπάρχουν σαν κριτές στο μυαλό μου . Σίγουρα υπάρχει μια κοινή καταγωγή, μια κοινή βάση, ένας κοινός τόπος αισθητικός, οπότε πολλές φορές συμφωνούμε. Αλλά υπάρχει και κριτική ουσιαστική, γιατί αυτή ζητείται. Θα μου πει ο Σταύρος «ξέρεις τι, ρε, πώς σου φαίνεται αυτό; δεν τρελάθηκα πολύ», ή θα του πω εγώ «αυτό είναι σπουδαίο» και να μην το πιστεύει ο ίδιος αρκετά. Αυτό συνέβη στη διαδικασία του δίσκου: ήταν τραγούδια που ο Σταύρος τα πίστευε λίγο, και εγώ ένιωθα κάτι σπουδαίο εκεί πέρα. Όπως ένα κομμάτι που λέγεται «Τεκνοποίηση», που μου το έστειλε λέγοντας «άκου ένα περίεργο πράγμα που έγραψα και δεν ξέρω πώς είναι». Πρόκειται για πολύ σοβαρή ποίηση. Νομίζω ότι αυτό κυρίως κάνει η ουσιαστική, αληθινή ανταλλαγή: διαμορφώνει μια αισθητική, έναν δρόμο, και κρατάει τον πήχη ψηλά, γιατί προσπαθούμε ο ένας να εντυπωσιάσει τον άλλον.

Από τα πράγματα που έχουν αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική μουσική, τι σε αγγίζει περισσότερο και τι σε προβληματίζει;

Θα μιλήσω για αυτό που με ανησυχεί: για την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και δη του TikTok. Έχει ελαχιστοποιήσει το attention span, τον χρόνο που αφιερώνουμε σε κάτι. Ο αλγόριθμος του TikTok θέλει max 13 δευτερόλεπτα. Στα 13 δευτερόλεπτα τι να πεις, τι να αναπτύξεις; Ψάχνουμε το punchline, το πάρα πολύ εύκολο, το πάρα πολύ άμεσο. Όσο και να προσπαθήσουμε να το αποτρέψουμε, δεν αποτρέπεται -διαμορφώνει μια αισθητική και επηρεάζει τον πολιτισμό μας γενικότερα. Πάει το πράγμα κάπου που δεν μου φαίνεται πολύ φωτεινό. Έχει ως αποτέλεσμα να επικρατούν πράγματα εύκολα και πολλές φορές φτηνά.

Για την τραπ είναι μπανάλ να το πω την άποψη μου, αν και νομίζω ότι έχει αρχίσει να ξεφουσκώνει ως φαινόμενο. Κάθε εποχή έχει την υποκουλτούρα της -απλώς η τραπ έχει κι ένα περιεχόμενο στιχουργικό που είναι οριακά ποινικά κολάσιμο. Μιλάμε για κάτι που μπορεί να γίνει επικίνδυνο και το ακούν και παιδιά.

YouTube video player

Πες μου άλλα πράγματα  -άλλες τέχνες που σε συγκινούν ή σε εμπνέουν στην Ελλάδα.

Μου αρέσει πάρα πολύ το θέατρο, και παίρνω συχνά έμπνευση από αυτό και ως τραγουδιστής. Άλλωστε το τραγούδι είναι και θέατρο: μια crossover τέχνη. Έχεις το μουσικό κομμάτι -είσαι ένα όργανο που πρέπει να παίξει μια μελωδία- αλλά ταυτόχρονα έχεις κι έναν λόγο που πρέπει να υπερασπιστείς και να κατανοήσεις και να αναδείξεις. Εκεί είναι το μυστικό του τραγουδιστή. Όπως μας είχε πει η Φριντζήλα κάποτε σε ένα σεμινάριο, ο καλός ηθοποιός είναι αυτός που έχει μουσικότητα, και ο καλός τραγουδιστής αυτός που έχει θεατρικότητα. Στον τραγουδιστή νομίζω αυτό είναι πολύ σημαντικό: το να καταλάβει ότι εκείνη τη στιγμή παίζει κάτι, χωρίς θεατρινισμούς και υπερβολές. Πολλές φορές μπορεί να δω μια παράσταση και να πω «α, αυτό είναι μια ωραία συνθήκη να σκέφτομαι για το τάδε τραγούδι». Και νομίζω ότι το θέατρο στην Ελλάδα είναι από τα πράγματα που είναι πολύ δυνατά -βλέπω συνεχώς νέους ηθοποιούς πολύ καλά εκπαιδευμένους, νέους σκηνοθέτες, πράγματα που με εντυπωσιάζουν.

Φέτος τι σου άρεσε πολύ;

«Το Συμπόσιο» που έκανε η Άννα Κοκκίνου. Νομίζω ότι είναι από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα που έχω δει -και αυτή ίσως η καλύτερη ηθοποιός που έχω παρακολουθήσει να παίζει μπροστά μου. Μου άρεσε και ο «Ιβανώφ». «Το Συμπόσιο» όμως ξεχωρίζει γιατί ήταν πάρα πολύ δύσκολο εγχείρημα  -τρεις ώρες χωρίς διάλειμμα και παρ’ όλα αυτά δεν ήταν κουραστική παράσταση. Την Κοκκίνου την κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό. Κρεμόμουν από τα χείλη της. Είχε καταφέρει να δημιουργήσει σασπένς -να βλέπει κανείς «Το Συμπόσιο» του Πλάτωνα και να έχει αγωνία για το πού θα το πάει. Νομίζω ότι ήταν επίτευγμα παραστατικής τέχνης σπάνιο.

Αγοράστε εισιτήρια για τη συναυλία του Απόστολου Κίτσου από το InTickets.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version