Γελώ με τον κύριο Πιερρακάκη που επέμενε από την «Εφσυν» (25.4.26) να μου λύσει την απορία για το «Τι είναι πρόοδος σήμερα;» (sic), ως εάν να αγνοώ ότι η πρόοδος δεν κατατείνει απλώς στη βελτίωση ενός στατικού συστήματος αλλά αντίθετα, συνιστά μια διαρκή φυγή από κατεστημένους τρόπους ζωής. Γελώ επίσης με τον υπουργό, όταν με προτρέπει «για να αξιολογήσω το παρόν και να σχεδιάσω το μέλλον», να συμμορφωθώ, διότι «δεν θα έχω την πολυτέλεια ούτε να ξαναχάσω τον χρόνο, ούτε να τον ξανακερδίσω». Το κεντρικό επιχείρημά του και η προσφορά του άλλωστε στο Επιτελικό Κράτος, που απέτυχε να είναι και Κράτος και Επιτελικό, είναι ότι ο gov.gr του «συγκεντρώνει πλέον πάνω από 2.200 ψηφιακές υπηρεσίες».
Δεν μου λέει όμως, πέραν των παθημάτων της ψηφιακής ζωής μας, τι συμβαίνει και στην αναλογική. Φερ’ ειπείν, πόσες υπηρεσίες συγκεντρώνει η ΕΥΠ για να με καταγράφει; Ή, γιατί ενώ αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός, οι συντάξεις παραμένουν καθηλωμένες στα όρια της επιβίωσης; Ούτε γιατί η ΕΥΔΑΠ μου κόβει ανά δεκαπενθήμερο το νερό, διότι η βλάβη στη Σαρανταπήχου του Λυκαβηττού, είναι «ανήκεστος», ούτε γιατί η Αθήνα δεν διαφέρει και πολύ από τη μετεμφυλιακή. Δεν μου εξηγεί γιατί ενώ μειώνεται η φοροδιαφυγή, το μαύρο χρήμα κινεί όχι μόνο την παραοικονομία των υδραυλικών αλλά και την οικονομία των μεγαλοεπιχειρηματιών ούτε κυρίως, πώς θα δικαιολογούσε τον Βορίδη που επιμένει ότι «όσοι μάχονται κάθε μέρα και είναι στο ρινγκ λασπωμένοι, μπαρουτοκαπνισμένοι και μερικοί τραυματισμένοι, καλόν θα είναι να μη τους γίνεται κριτική αφ’ υψηλού», την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση, μετά την άρση της ασυλίας, κυβερνά με «Δεδηλωμένη υποδίκων».
«Ευθύνη μου», τονίζει ο Πιερρακάκης, είναι να μην υπονομεύω την πρόοδο του σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου ούτε του Comme Chez Soi, όπου συχνάζουν οι Επίτροποι των Βρυξελλών για μαύρη τρούφα και φουα γκρα από το Περιγκόρ.
Ως προς εμένα όμως και τη σχέση μου με την πρόοδο, η απάντηση που έδωσα σε διακεκριμένο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ για το εάν γράφοντας στο “Βήμα” θα πάρω θέση υπέρ του Ανδρουλάκη, ήταν ότι δεν ξέρω αν γράφοντας πολιτεύομαι ή αν γράφω για να μάθω γιατί δεν μπορώ να πολιτευτώ, ενώ το κάνω.
Σ’ αυτή την αντίφαση να μην πολιτεύομαι για να μάθω γιατί πολιτεύομαι κρύβεται το μυστικό μιας άλλης πολιτικής πέραν των πολιτικών και των πολιτικών τους. Αυτή έγκειται στην υποκειμενοποίησή μας στις πτυχώσεις του πολιτικού συστήματος. Ο ρόλος μας είναι στο να τις ξεδιπλώσουμε ώστε η «ενικότητά» μας να έχει συγκροτησιακό χαρακτήρα, όπως ήθελε ο Φουκώ*.
Έγραφε «το συγχρόνως πολιτικό, ηθικό, κοινωνικό και φιλοσοφικό πρόβλημα που τίθεται σ’ εμάς σήμερα δεν είναι να προσπαθήσουμε να ελευθερώσουμε το άτομο από το κράτος και τους θεσμούς του, αλλά να ελευθερωθούμε εμείς από το κράτος και τον τύπο εξατομίκευσης που συνδέεται με αυτό». Έναν τύπο εξατομίκευσης μου προτείνει το άρθρο του κ. Πιερρακάκη και δεν τον αποδέχομαι. Και δεν με ξενίζει αν κάθε αυθεντική σκέψη είναι αυτοβιογραφική, γιατί η ελευθερία μου εξαρτάται απο την αποκάλυψη του ιστορικά ενικού στοιχείου που διαπερνά την τάξη του λόγου και την τάξη της εξουσίας.
Επιθυμώ με τα κείμενά μου στο «Βήμα» -ως είδος “φορητής φιλοσοφίας”- να δείξω πώς δουλεύει η «μηχανή» ως επιτελεστική φιλοσοφική έννοια και ως γραφή. Πώς σώμα-νόηση-επιθυμία λειτουργούν μαζί, παραμένοντας ωστόσο διαφοροποιημένα. Ο Γκουατταρί μιλά για «Χαόσμωση», ο Φουκώ για «αισθητική της ύπαρξης». Όχι μια ζωή εκτός εξουσίας αλλά της εύρεσης «γραμμών υποκειμενοποίησης» και πάντοτε από την εκδήλωση ενός «ορίου» ανάμεσα στο «μέσα» και το «έξω», το «ίδιο» και το «άλλο», τον «κανόνα» και το «μη κανονικό», δηλαδή την παράβαση.
Άρα, πώς να μην γελάσω με το άρθρο του Πιερρακάκη; Διατυπώνει ένα ερώτημα για ένα ερώτημα.
Υ. Γ.
Έχω όμως εγώ έναν άλλον ορισμό της προόδου: «Πρόοδος είναι ένας δικαστής να κρίνει α’ , και ενας άλλος β’, αρκεί ο άλλος να έχει προοδεύσει και να είναι ανώτερος».
(*) Μ. Φουκώ, «Η μικροφυσική της εξουσίας», εκδόσεις Ύψιλον, 1991.
