Το 2024 η Sabrina Carpenter ήταν στο line-up του Coachella, όπου έκλεισε την εμφάνισή της με μια φράση που αποδείχθηκε προφητική: «Τα λέμε ξανά εδώ όταν θα είμαι headliner». Δύο χρόνια αργότερα, η υπόσχεση αυτή έγινε πραγματικότητα. Πριν καν εμφανιστεί στη σκηνή του 2026, η παρουσία της είχε ήδη προετοιμαστεί μέσα στο τοπίο της ερήμου, με πινακίδες που μετέτρεπαν την επιστροφή της σε σεξουαλικό σχόλιο: «she told you she’s gonna come again».
Το λογοπαίγνιο δεν αφήνει περιθώριο αμφισημίας και λειτουργεί άμεσα κι ωμά, ως επέκταση του brand που εδώ και χρόνια τη συνοδεύει. Άλλες πινακίδες κινούνταν στο ίδιο ύφος: «she is gonna make you come… to her Coachella set» και «the longer you watch her set, the better it feels», μια γλώσσα που δεν υπαινίσσεται αλλά δηλώνει ευθέως.
Επί σκηνής, ακολούθησε την ίδια αισθητική. Babydoll, κορσέδες, καλτσοδέτες, καλσόν με ζαρτιέρες, καρδιές, αναπαράσταση σεξουαλικών στάσεων, αισθητική δεκαετίας του ’60 και pin-up αναφορές συνθέτουν ένα σώμα που έχει ήδη οργανωθεί ως εμπορική εικόνα. Από κάτω, μια θάλασσα από smartphone καταγράφει λαίμαργα την κάθε της κίνηση. Από απόσταση, μοιάζουν με εικονοστάσι μιας ψηφιακής λατρείας, όπου η εμπειρία μεσολαβείται πλήρως από την καταγραφή της.
Σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες στιγμές του φεστιβάλ, η Carpenter εκτελεί ένα chair dance, σκύβοντας και ισορροπώντας πάνω στην καρέκλα με κινήσεις που αντλούν ευθέως από το burlesque. Η καρέκλα ανυψώνεται σταδιακά ενώ κάτω της ενεργοποιείται ένα συντριβάνι που την καταβρέχει, μετατρέποντας τη σκηνή σε εικόνα υπερθεαματικής υπερβολής.
Η κορύφωση του δεύτερου Σαββατοκύριακου ήρθε με την εμφάνιση της Madonna στη σκηνή. Φυσικά, η επιλογή αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Η Madonna, που τη δεκαετία του ’80 και του ’90 μετέτρεψε τη σεξουαλικότητα σε εργαλείο πολιτισμικής ρήξης, εμφανίζεται τώρα δίπλα στη Sabrina Carpenter παραδίδοντας τη σκυτάλη. Η μουσική βιομηχανία σκανδαλίζεται πλέον από μια άλλη εύστροφη ξανθιά ποπ σταρ.
Η Carpenter έχει συχνά συγκριθεί με τη Madonna, όχι μόνο λόγω της εξωτερικής τους ομοιότητας αλλά και λόγω της θέσης που καταλαμβάνει στο ποπ αφήγημα: αναπολογητικά σέξι, πλήρως ενταγμένη στη λογική της σκηνικής υπερβολής, με τον ερωτισμό της να λειτουργεί ως δημόσια γλώσσα και όχι ως ιδιωτικός υπαινιγμός. Η Madonna υπήρξε το σημείο όπου η ποπ έμαθε να εργαλειοποιεί το σοκ. Η Carpenter εμφανίζεται σε ένα περιβάλλον όπου το σοκ δεν χρειάζεται πλέον να παραχθεί ως ρήξη, αλλά να διατηρηθεί ως συνεχής αισθητική κατάσταση.
Υπήρχε πάντα αυτή η υπερσεξουαλικοποίηση στις γυναίκες της ποπ ή έχει μετατοπιστεί κάτι βαθύτερο; Στη Madonna ο ερωτισμός λειτουργούσε ως σύγκρουση με τα όρια του mainstream, ως πράξη ελέγχου πάνω στο ίδιο το σοκ. Στο παρόν, η ίδια γλώσσα επιστρέφει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η εικόνα κυκλοφορεί αδιάκοπα, καταναλώνεται πριν προλάβει να σημαίνει κάτι, και η σεξουαλικότητα ενσωματώνεται όχι ως σύγκρουση με το υπάρχον σύστημα, αλλά ως συνεχής ροή περιεχομένου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συνύπαρξη Madonna–Carpenter στη σκηνή του Coachella λειτουργεί σαν συμπύκνωση μιας μετατόπισης που αφορά όχι μόνο την ποπ, αλλά τον τρόπο που μιλάμε για τη γυναικεία σεξουαλικότητα κι επιθυμία σήμερα.
Ποπ ερωτικές επιτελέσεις – Μια σύντομη ιστορία
Τη δεκαετία του ’80, η Madonna επινόησε μια μορφή πρόκλησης που λειτουργούσε ως γλωσσικό σύστημα. Κάθε εικόνα, κάθε περφόρμανς, κάθε στίχος έφερε ένα φορτίο που αφορούσε τη θρησκεία, την εξουσία και τη γυναικεία επιθυμία. Η πρόκληση είχε κατεύθυνση και δεν εξαντλούνταν στην επιφάνεια.
Το 1990, στο θρυλικό Blond Ambition Tour, η σκηνική παρουσίαση του “Like a Virgin”, με τη Madonna να αναπαριστά αυνανισμό πάνω σε ένα κρεβάτι, προκάλεσε άμεση κινητοποίηση των αρχών στο Τορόντο, όπου η αστυνομία εξέτασε ακόμη και το ενδεχόμενο σύλληψης της τραγουδίστριας για προσβολή δημοσίας αιδούς (πόσα πολλά της χρωστούν οι σημερινές ποπ σταρ!). Την ίδια περίοδο, το “Justify My Love” (1990) και αργότερα το άλμπουμ “Erotica” (1992) λειτούργησαν ως διπλή τομή: το πρώτο βίντεο απαγορεύτηκε από το MTV λόγω της έντονης σεξουαλικής εικονογραφίας, ενώ το δεύτερο διαμόρφωσε έναν ολόκληρο κώδικα ερωτισμού που δεν στόχευε απλώς στο σοκ, αλλά στην ανασύνταξη του τρόπου με τον οποίο η ποπ κουλτούρα επιτρέπει τη θέαση της γυναικείας επιθυμίας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το φωτογραφικό βιβλίο της, “Sex” (1992), ένα έργο που έφερε την πορνογραφική αισθητική μέσα στην καρδιά της ποπ βιομηχανίας, μετατοπίζοντας ακόμη περισσότερο τα όρια ανάμεσα στην τέχνη, την πρόκληση και την εμπορική εικόνα.
Στη συνέχεια, η βιομηχανία του θεάματος ανέλαβε να τυποποιήσει αυτή τη γλώσσα. Η Britney Spears παρουσιάστηκε ως επιθυμητό σώμα μέσα από μια αυστηρά ελεγχόμενη κατασκευή, όπου η νεότητα, η αθωότητα και η σεξουαλικότητα συγχωνεύονταν σε ένα προϊόν υψηλής κατανάλωσης. Εκεί όπου η Madonna διέσχιζε έναν εντελώς δικό της ερωτικό δρόμο, η Spears ενσωμάτωνε μια ήδη διαμορφωμένη φαντασίωση. Από εκεί και έπειτα, η εξέλιξη ακολούθησε μια λογική κλιμάκωσης, με περισσότερη έκθεση, περισσότερα σύμβολα και, τελικά, λιγότερη ένταση.
Στη σύγχρονη ποπ, η σεξουαλικότητα εμφανίζεται πρωτίστως ως αισθητική επιφάνεια. Καθώς οι κανόνες γύρω από τη σεξουαλική έκφραση στην τέχνη γίνονται πιο «φιλελεύθεροι», το όριο του τι θεωρείται «σκανδαλώδες» διευρύνεται συνεχώς.
Το twerk της Miley Cyrus στα VMAs, δύσκολα θα γίνονταν πρωτοσέλιδο το 2025. Και γιατί να γινόταν, άλλωστε, όταν το εγχειρίδιο της ποπ στην οικονομία της προσοχής λειτουργεί πια ως αγώνας δρόμου προς ολοένα και πιο αχαρτογράφητα νερά; Η ικανότητα διάκρισης ανάμεσα στο «υπαινικτικό» και τη soft πορνογραφία, μοιάζει όλο και πιο δυσδιάκριτη, σαν να θεωρείται δεδομένο πλέον ότι κάθε ποπ σταρ θα πρέπει να προσφέρει κι από λίγο ερωτικό υπερ-θέαμα επί σκηνής.
Η Carpenter, η Tate Mcrae ή η Charli XCX, κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο όπου το σεξ λειτουργεί ως στυλιστικό εργαλείο. Το σεξ προηγείται ως εικόνα και έπεται ως εμπειρία. Έτσι, η υπερδιέγερση, αποτέλεσμα μιας αδιάλειπτης ροής περιεχομένου, οδηγεί σε μια μορφή αισθητηριακής κόπωσης.
Η υπερσυσσώρευση σεξουαλικών σημάτων έχει αποσυνδέσει την ερωτική αναπαράσταση από την ίδια την εμπειρία του ερωτισμού. Με άλλα λόγια, όταν τα πάντα γίνονται σεξουαλικά γύρω μας, τίποτα δεν είναι τελικά σεξουαλικό. Η υπερπροσφορά δημιουργεί αναγκαστικά ύφεση και η σεξουαλικότητα γίνεται ουδέτερο νόμισμα μέσα σε ένα σύστημα συνεχούς κυκλοφορίας.
Η εξιδανίκευση του σεξ
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά στοιχεία στη σχέση αυτών των σταρ με τη σεξουαλικότητα είναι η συνολική εξιδανίκευση του σεξ ως ενδυναμωτικής φαντασίωσης και ως εμπειρίας διαρκώς θετικής για τη γυναίκα. Αυτή η ιδέα προσκρούει σε μια ευρύτερη αλήθεια γνωστή σε κάθε σεξουαλικά ενεργή γυναίκα: το σεξ δεν είναι πάντα καλό. Μπορεί να είναι επώδυνο, ταπεινωτικό, μη συναινετικό κι όχι πάντα απολαυστικό.
Στον κόσμο των ποπ σταρ της Gen Z, αντίθετα, προβάλλεται μια καλογυαλισμένη κι άνευρη εκδοχή του σεξ, αθώα, ευχάριστη, πλαστική κι αποστειρωμένη. Παραβλέπεται έτσι η εγγενής εμπειρία που μπορεί να συνοδεύει το σεξ για μια γυναίκα κοινωνικοποιημένη σε ένα πλαίσιο που επιβάλλει άνισους κανόνες. Της ζητείται, επομένως, να αναστείλει όσα γνωρίζει εμπειρικά. Αυτές οι πολυπλοκότητες παραχωρούν τη θέση τους σε μια κουλτούρα υπερσεξουαλική και ταυτόχρονα βαθιά αντιερωτική.
Πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι η Sabrina Carpenter, εν αντιθέσει με άλλες συναδέλφους της, δεν επιτελεί τον ερωτισμό της για χάρη του «ανδρικού βλέμματος», γιατί απευθύνεται πρωτίστως σε γυναίκες. Δεν «το παίζει σέξι» αλλά η υπερσεξουαλική περσόνα της είναι μια προσπάθεια ragebait στους σεξιστές κι ένα «κλείσιμο ματιού» στις γυναίκες, που έχουν βιώσει στο πετσί τους τη σκληρότητα των έμφυλων στερεοτύπων.
Θυμίζουμε ότι στον κόσμο των incels, η Caprenter είναι «κόκκινο πανί» και πρόσφατα είχαμε νέο κύμα αρνητικών αντιδράσεων από άντρες που χαρακτήριζαν την τραγουδίστρια μίσανδρη. Η Carpenter απευθύνεται σε ένα κοινό κατά κύριο λόγο γυναικείο, το οποίο αναγνωρίζει και αναπαράγει τους κώδικες που παρουσιάζονται. Η υπερ-θηλυκότητα λειτουργεί ως μορφή παιχνιδιού, ως επιτελεστική υπερβολή που περιλαμβάνει ειρωνεία, queer αναγνώσεις και inside jokes. Ωστόσο, η αυτοσυνείδηση αυτής της διαδικασίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα και βάθος. Η επανάληψη ενός κώδικα, ακόμη και με επίγνωση, μπορεί να παραμείνει επιφανειακή όταν δεν συνοδεύεται από ουσιαστική μετατόπιση του νοήματος.
Yπερσεξουαλική γενιά που δεν κάνει σεξ
Το παράδοξο της γενιάς που καταναλώνει αυτό το περιεχόμενο καθίσταται ολοένα πιο εμφανές. Ενώ η πολιτισμική παραγωγή κατακλύζεται από σεξουαλικά σημαινόμενα, στατιστικές ενδείξεις από δυτικές κοινωνίες καταγράφουν μείωση της σεξουαλικής δραστηριότητας σε όλες τις γενιές, αλλά ειδικά στους Gen Z. Πρόκειται για μια γενιά που περιβάλλεται από εικόνες επιθυμίας χωρίς να διαθέτει αντίστοιχες εμπειρίες οικειότητας. Η επιθυμία κυκλοφορεί ως σημείο, ως εικόνα, ως περιεχόμενο. Η επαφή, ως βιωμένη συνθήκη, αποσύρεται σε ένα πιο αθέατο πεδίο.
Όπως φαίνεται, αυτή η εμπορική, απονευρωμένη σχέση με τη σεξουαλικότητα διαχέεται από την ποπ κουλτούρα προς τα κάτω. «Αυτά τα Ριγκανόμικς της ποπ κουλτούρας έχουν διαμορφώσει μια γενιά που, στατιστικά, κάνει λιγότερο σεξ, αλλά ζει μέσα σε μια συνεχή έκθεση στα ίχνη και τα σύμβολά του», γράφει η συγγραφέας Leyla Soboh σε δοκίμιό της. Η κουλτούρα είναι υπερσεξουαλικοποιημένη και φιλική προς το σεξ, ενώ ταυτόχρονα στερείται γοητείας, αισθησιασμού, οικειότητας και της λέξης-από-κάππα-που-δε-μπορώ-να-γράψω-εδώ.
Tα vintage Playboy περιοδικά ανταλλάσσονται σε υπαίθριες αγορές ως «καλαίσθητη ερωτική τέχνη», με μια αισθητική που, σε σύγκριση με τη σημερινή, μοιάζει σχεδόν ήπια και πράγματι περιέχει υψηλού επιπέδου καλλιτεχνική διεύθυνση. Το πλαίσιο έχει καταρρεύσει. Αν το να δείχνεις σέξι έχει γίνει σήμερα σχεδόν υποχρέωση -από τις ποπ σταρ μέχρι τους κοινούς θνητούς, στα social media και τα dating apps- τότε η εικόνα έχει πάρει τη θέση της εμπειρίας.
Όλοι παίζουν τον ρόλο του επιθυμητού σώματος, όλοι εκπαιδεύονται στο βλέμμα των άλλων, αλλά η πράξη δεν ακολουθεί στον ίδιο βαθμό. Θα μείνουμε στην ιστορία ως η γενιά που είχε περισσότερες σέξι φωτογραφίες από ό,τι σεξουαλικές εμπειρίες.



