Κάθε αντιπολίτευση επιχειρεί να φθείρει πολιτικά την εκάστοτε κυβέρνηση αναδεικνύοντας στην ατζέντα θέματα που παράγουν αρνητική δημοσιότητα.
Συνήθως επενδύει σε σκάνδαλα, πραγματικά ή μη. Ειδικά αν οι κυβερνήσεις βρίσκονται στη δεύτερη θητεία και ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος τους. Για παράδειγμα ο πατέρας Μητσοτάκης κέρδισε τις εκλογές του 1989 με το αφήγημα της «κάθαρσης» για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Ο Καραμανλής εξελέγη το 2004 με το αφήγημα περί «διαπλοκής». Σε ένα βαθμό παρόμοια προσέγγιση ακολούθησε ως αντιπολίτευση στο παρελθόν και το ΠαΣοΚ (1993, 2009).
Άλλες εποχές όμως. Τότε υπήρχε ισχυρός δικομματισμός. Ότι έχανε ο ένας, το κέρδιζε ο άλλος.
Σήμερα οι συνθήκες διαφέρουν. Δικομματισμός δεν υπάρχει, το ΠαΣοΚ είναι δεύτερο λόγω κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ και στις μετρήσεις έχει χαμηλό διψήφιο ποσοστό. Επίσης η διάκριση δεξιά-αριστερά επισκιάζεται από το δίπολο «συστημισμός-αντισυστημισμός».
Ζητούμενο για το ΠαΣοΚ, είναι να ανακτήσει status κόμματος εξουσίας. Εάν στόχος συνεπώς είναι η πρώτη θέση και η προσέλκυση ψηφοφόρων του μεσαίου χώρου, τότε προτεραιότητές του θα ήταν λογικά η οικονομία και ο πληθωρισμός που απασχολούν περισσότερο την κοινή γνώμη. Θέματα άλλωστε που φθείρουν περισσότερο και την κυβέρνηση. Τα άλλα ζητήματα θα λειτουργούσαν συμπληρωματικά.
Τέτοιου τύπου επιλογές ωστόσο είναι δύσκολες καθώς απαιτούν άλλη οργάνωση και άλλες διεργασίες. Άρα μένει η έμφαση σε σκάνδαλα ακόμα κι αν τα δημοσκοπικά οφέλη δεν είναι ορατά. Μέχρι τώρα τουλάχιστον οι αντισυστημικές δυνάμεις ευνοούνται περισσότερο.
Ενδεχομένως η στρατηγική του ΠαΣοΚ γίνεται κατανοητή αν εξεταστεί με γνώμονα τον ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση. Διότι αντλεί ψηφοφόρους από δύο δεξαμενές: το κέντρο και την κεντροαριστερά. Στους κεντρώους, βάσει της Metron Analysis (17/3), υπολείπεται της ΝΔ, ενώ στους κεντροαριστερούς προηγείται της Πλεύσης Ελευθερίας.
Όμως τα επικείμενα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού καταγράφουν απήχηση στη δεύτερη δεξαμενή. Στην ίδια μέτρηση, από όσους θεωρούν πολύ/αρκετά πιθανό να στηρίξουν ένα κόμμα Τσίπρα (20%), περίπου τέσσερις στους δέκα δηλώνουν κεντροαριστεροί. Επίσης όσοι προέρχονται από το ΠαΣοΚ υπολογίζονται περίπου σε δύο μονάδες του εκλογικού σώματος. Αντιστοίχως από όσους θεωρούν πολύ/αρκετά πιθανό να στηρίξουν ένα κόμμα Καρυστιανού (27%), περίπου τρεις στους δέκα δηλώνουν κεντροαριστεροί. Όσοι προέρχονται από την αξιωματική αντιπολίτευση υπολογίζονται και πάλι σε δύο μονάδες.
Κατά συνέπεια η μάχη είναι σκληρή και το ΠαΣοΚ επιχειρεί να περιφρουρήσει το ζωτικό του χώρο. Για την ώρα φαίνεται πως διατηρεί ένα τριπλό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών.
Πρώτον, σε αντίθεση με την Πλεύση Ελευθερίας, κατέχει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεύτερον, σε αντίθεση με τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού, διαθέτει παρουσία στη Βουλή.
Τρίτον, διατηρεί ισχυρή οργανωτική δικτύωση σε όλη την επικράτεια. Για αυτό άλλωστε και πιέζει για πρόωρες κάλπες, πριν οι άλλοι προλάβουν να οργανωθούν επαρκώς.
Ο Μητσοτάκης ωστόσο δεν δείχνει να βιάζεται. Διότι όποιος μιλά για «σταθερότητα», δεν προκαλεί «αστάθεια».
Επομένως, μένει να φανεί εάν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του ΠαΣοΚ θα αποδειχθούν σε βάθος χρόνου αρκετά για να κατοχυρώσει τη δεύτερη θέση.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.
