Βουδαπέστη: Μια βόλτα μετά τις εκλογές

Φωτορεπορτάζ στη Βουδαπέστη: Μια μέρα στην ουγγρική πρωτεύουσα των αντιθέσεων - Από τα παλάτια της Βούδας στις σοβιετικές πολυκατοικίες

Βουδαπέστη: Μια βόλτα μετά τις εκλογές

Είναι Τετάρτη 15 Απριλίου και βγαίνουμε για μια βόλτα στη Βουδαπέστη, που αργά αλλά σταθερά προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της στην μετά-Όρμπαν εποχή. Τα αποτελέσματα των εκλογών της περασμένης Κυριακής έχουν ανακοινωθεί, πολλοί, ιδιαίτερα οι νέοι πανηγυρίζουν, αλλά επίσης πολλοί ανησυχούν για την πορεία της χώρας, σε μια εποχή κρίσιμων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.

Η Βουδαπέστη είναι μια πανέμορφη πόλη. Ήσυχη, καθαρή και φιλόξενη,προσφέρει στους επισκέπτες της ευκαιρίες για όμορφες βόλτες, στις όχθες του Δούναβη, καθώς και στο κέντρο της πόλης, με εντυπωσιακά ιστορικά κτίρια, μικρά δρομάκια και μεγάλες λεωφόρους, πλατείες και κρυφές γωνιές, παλάτια και κάστρα, μεγαλοπρεπή μνημεία και μουσεία.

Είναι η μεγαλύτερη πόλη της Ουγγαρίας, με πληθυσμό περίπου 1,8 εκατομμύρια κατοίκους εντός των ορίων της πόλης και περίπου 3,3 εκατ. στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή. Η σύγχρονη Βουδαπέστη δημιουργήθηκε το 1873, με την ένωση τριών πόλεων: της Βούδας, της Πέστης και της Όμπουδας.

Υπήρξε συμπρωτεύουσα της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας και υπέστη μεγάλες καταστροφές στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά κατάφερε να αναγεννηθεί, χωρίς να χάσει το μεγαλείο της. Το ιστορικό κέντρο, οι όχθες του Δούναβη και η Λεωφόρος Αντράσι έχουν ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την Unesco, από το 1987.

Η πόλη χωρίζεται στα δύο από τον Δούναβη. Η Βούδα προσφέρει λόφους, κάστρα και πανοραμική θέα, ενώ η Πέστη είναι πιο εμπορική, με μεγάλες λεωφόρους, υπέροχα καφέ και νυχτερινή ζωή.

18 ευρώ για δύο καφέδες

Είναι επίσης μια πολύ ακριβή πόλη. Είναι πιο ακριβή, ακόμα και από τις πρωτεύουσες της Σκανδιναβίας. όπως το Όσλο και η Στοκχόλμη. Αυτό αφορά, όχι μόνο στους επισκέπτες, αλλά και στους κατοίκους.

Ξεκινάμε τη βόλτα μας με ένα καφέ στο Central Grand Café, ένα από τα πιο ιστορικά και εμβληματικά καφέ της πόλης, που άνοιξε τις πόρτες του το 1887 και γρήγορα έγινε το αγαπημένο στέκι συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοουμένων. Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, υπέστη ζημιές, αλλά ανακαινίστηκε πιστά, στις αρχές του 2000 και ξανά το 2022. Μπαίνοντας, νιώθεις σα να γυρνάς πίσω στον χρόνο: ψηλά ταβάνια, πολυέλαιοι, δερμάτινοι καναπέδες, μαρμάρινα τραπέζια και τοίχοι γεμάτοι φωτογραφίες και πορτραίτα ιστορικών θαμώνων. Πληρώσαμε 18 ευρώ για δύο καφέδες. Είναι λιγότερο τουριστικό και πιο αυθεντικό από το New York Café, που οι ούγγροι φίλοι μας μας συμβούλευσαν να αποφύγουμε.

Δημήτρης Γαλάνης

Άλλα καφέ που αξίζει κανείς να επισκεφθεί είναι το Café Gerbeaud, που φημίζεται για την εξαιρετική ποιότητα των γλυκών του. Άνοιξε το 1858 και βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της Πέστης.
Το πιο παλιό καφέ της πόλης είναι το Ruszwurm Cukraszda, που άνοιξε το 1827, στον λόφο της Βούδας, κοντά στο Κάστρο και στον Προμαχώνα των Ψαράδων. Μικρό, οικογενειακό, με αυθεντική μπαρόκ ατμόσφαιρα και έναν ξύλινο πάγκο 200 ετών.

Ακόμα δύο καφέ που προσελκύουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών, για το ιδιαίτερο χρώμα τους είναι Parisi Passage Café, με τον εντυπωσιακό γυάλινο θόλο του και την αρ νουβό διακόσμηση και το Gerloczy Café, με την γαλλο-ουγγρική ατμόσφαιρα.

Κόστος ζωής

Καθώς απολαμβάνουμε τον καφέ μας, η συζήτηση με τους φίλους μας, τον Κώστα, που είναι ελληνικής καταγωγής και ζει στην Ουγγαρία, τα τελευταία 19 χρόνια και τη σύζυγό του Αλίνα, γέννημα θρέμμα της Βουδαπέστης, στρέφεται στις πρόσφατες εκλογές.

«Μια από τις μεγαλύτερες ανησυχίες μας είναι το θέμα της ενέργειας», μας λέει ο Κώστας. «Εμείς μένουμε σε ιδιόκτητο σπίτι 120 τετραγωνικών, στα περίχωρα της πόλης. Εξ αιτίας του γεγονότος ότι η Ουγγαρία έπαιρνε απευθείας φθηνό φυσικό αέριο από την Ρωσία, τον περασμένο Ιανουάριο, που είχαμε μια από τις μεγαλύτερες κακοκαιρίες των τελευταίων 10 ετών, πληρώσαμε για φυσικό αέριο 50 ευρώ. Δε γνωρίζουμε ακόμα ποιες θα είναι οι πολιτικές της νέας κυβέρνησης, αλλά πολύ φοβάμαι ότι το κόστος της ενέργειας θα αυξηθεί, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά το ούτως ή άλλως αυξημένο κόστος ζωής».

Όπως μας λέει η Αλίνα, ένα μέσο ενοίκιο για ένα δυάρι, στο κέντρο της πόλης, κυμαίνεται από 900 – 1200 ευρώ. «Πολλοί νέοι ή εργαζόμενοι σε πολυεθνικές στην Ουγγαρία, επιλέγουν το μοντέλο της συγκατοίκησης, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στα έξοδα. Ένας μέσος μισθός είναι περίπου 800-1000 ευρώ», μας εξηγεί, ενώ οι συντάξεις είναι στα όρια της φτώχιας.

«Τον τελευταίο καιρό, ο Ορμπαν υποχρέωσε της τράπεζες να δώσουν στεγαστικά δάνεια με χαμηλό επιτόκιο και πολλοί κάτοικοι της Βουδαπέστης αγόρασαν διαμερίσματα στις γιγαντιαίες, σοβιετικού τύπου, πολυκατοικίες που βρίσκονται στα περίχωρα και χτίστηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, για να στεγάσουν τους ανθρώπους που άφηναν την ύπαιθρο για τις πόλεις. Σήμερα, ένα διαμέρισμα 70 τετραγωνικών σε αυτές τις πολυκατοικίες πωλείται από 190.000 έως 220.000 ευρώ περίπου», λέει ο Κώστας.

«Οι τιμές στα σουπερμάρκετ είναι περίπου όπως και στην Ελλάδα. Αν βγεις για φαγητό, θα πρέπει να υπολογίζεις περίπου 70-80 ευρώ το άτομο, σε ένα μεσαίο εστιατόριο. Σήμερα, βάλαμε βενζίνη με 1,57 το λίτρο, που είναι και το κυβερνητικό ανώτατο όριο από τον Μάρτιο, για οχήματα με ουγγρικές πινακίδες. Για νοικιασμένα από τουρίστες αυτοκίνητα ή για οχήματα με ξένες πινακίδες, η τιμή της βενζίνης μπορεί και να φτάσει το 1,70 ανά λίτρο», μας λέει η Αλίνα.

Συνεχίζουμε τη βόλτα μας και κατευθυνόμαστε προς τον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης, την οδό Vaci. Στον δρόμο μας συναντάμε το δημαρχείο της πόλης και ο Κώστας μας λέει ότι ο δήμαρχος ήταν πολύ υπέρ του Όρμπαν και φανατικά κατά του Μαγιάρ, αλλά μετά τις εκλογές, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να υψώσει μπροστά στο δημαρχείο τη σημαία της Ουκρανίας.

Η οδός Vaci συνδυάζει ιστορική αρχιτεκτονική και μοντέρνα εμπορική δραστηριότητα. Εδώ θα βρείτε τις γνωστές αλυσίδες πολυκαταστημάτων που βρίσκει κανείς σε όλες της ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Θα βρείτε επίσης πολλά καταστήματα με σουβενίρ, καφέ, εστιατόρια και γκαλερί. Το βόρειο τμήμα της είναι πιο τουριστικό και πολυσύχναστο, ενώ το νότιο, που καταλήγει στην σκεπαστή αγορά, είναι πιο ήσυχο και αυθεντικό.

Το ελληνικό αποτύπωμα

Κατεβαίνουμε προς την όχθη του Δούναβη και περνάμε εμπρός από τον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου το Μεγάλο Σάββατο κάναμε Ανάσταση. Η εκκλησία χτίστηκε αρχικά από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα, μεταξύ 1791-1801. Ήταν ελληνικός ναός μέχρι το 1951, οπότε το κομμουνιστικό καθεστώς τον παρέδωσε στο Πατριαρχείο της Μόσχας. Υπήρξε έντονη δικαστική διαμάχη με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αλλά τα ουγγρικά δικαστήρια επιβεβαίωσαν την κατοχή της ρωσικής πλευράς.

Ο ναός χτίστηκε αρχικά με ελληνικά στοιχεία και αργότερα προστέθηκαν όροφοι στα δύο καμπαναριά, με σχέδια του διάσημου ούγγρου αρχιτέκτονα Miklos Ybl, ο ίδιος που σχεδίασε και την Όπερα της Βουδαπέστης, ένα από τα ωραιότερα κτίρια της πόλης.

Η ιστορία του ναού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορία της ελληνικής διασποράς στην Ουγγαρία. Στα τέλη του 18ου αιώνα, πολλοί Ελληνες, κυρίως έμποροι, εγκαταστάθηκαν στην Πέστη. Καθώς η κοινότητά τους μεγάλωνε οικονομικά και αριθμητικά, αποφάσισαν να χτίσουν τον δικό τους ναό. Το 1790, πήραν άδεια από τις αρχές και στη συνέχεια αγόρασαν το οικόπεδο δίπλα στον Δούναβη. Ο ναός άρχισε να λειτουργεί το 1801 και το εικονοστάσι, που είναι πραγματικά εντυπωσιακό, ολοκληρώθηκε το 1809. Ανάμεσα στους δωρητές ήταν και η οικογένεια Σίνα. Μέχρι το 1949, οι λειτουργίες γινόταν αποκλειστικά στα ελληνικά. Για τους πιστούς της ελληνικής παροικίας, ο ναός παραμένει σύμβολο της ελληνικής παρουσίας στην Ουγγαρία.

Η ελληνική διασπορά

Η ιστορία της ελληνικής διασποράς στην Ουγγαρία, έχει δύο φάσεις. «Κατά τον 17ο-18ο αιώνα, πολλοί Έλληνες, κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, μετανάστευσαν στην Ουγγαρία. Ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο καφέ, υφασμάτων και καπνού. Ήταν επίσης πολλοί τεχνίτες και διανοούμενοι. Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, υπολογίζονταν σε περίπου 10.000 άτομα, με κοινότητες στη Βουδαπέστη και σε άλλες πόλεις. Ίδρυσαν ορθόδοξες εκκλησίες, όπως αυτή που βλέπουμε, σχολεία και βιβλιοθήκες. Συνέβαλαν σημαντικά στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Ο εθνικός ευεργέτης Γεώργιος Σίνας και ο γιος του Σίμωνας, χρηματοδότησαν τη Γέφυρα των Λεόντων (ή Αλυσίδων), την πρώτη γέφυρα που ένωσε την Βούδα με την Πέστη. Και οι δύο θεωρούνται έλληνες μαικήνες του ουγγρικού πολιτισμού. Ο Σίμωνας χρηματοδότησε επίσης την ανέγερση μέρους της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών», μας εξηγεί ο Κώστας.

Το δεύτερο κύμα ελλήνων προσφύγων ήρθαν στην Ουγγαρία μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Το 1950, ίδρυσαν το Ελληνοχώρι, 60 χιλιόμετρα νότια της Βουδαπέστης, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε χωριό «Μπελογιάννης», όπου αρχικά ζούσαν 1.600 με 2.000 κάτοικοι. «Σήμερα, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, στην Ουγγαρία ζουν περίπου 10.000 έλληνες, απόγονοι του δεύτερου κύματος μεταναστών, αλλά και οικονομικοί μετανάστες, που έχουν έρθει τα τελευταία χρόνια. Πολλοί από αυτούς εργάζονται σε τηλεφωνικά κέντρα πολυεθνικών και θα έπρεπε να γνωρίζετε ότι πολλοί από όσους απαντούν στα τηλέφωνα που κάνετε σε κέντρα εξυπηρέτησης μεγάλων εταιρειών, δε βρίσκονται στην Αθήνα, αλλά στην Ουγγαρία», λέει ο Κώστας.

Κτίριο του Κοινοβουλίου

Συνεχίζουμε τη βόλτα μας στην όχθη του Δούναβη και φτάνουμε στο εμβληματικό κτίριο του Κοινοβουλίου, ένα από τα πιο όμορφα κοινοβούλια του κόσμου.

Είναι το μεγαλύτερο κτίριο της χώρας και μαζί με τη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου, ένα από τα δύο υψηλότερα, με το ύψος του κεντρικού θόλου να φτάνει τα 96 μέτρα, συμβολισμός που παραπέμπει στο 896 μ.Χ, που είναι και το έτος της άφιξης των Μαγιάρων στην περιοχή. Η θεμελίωση του κτιρίου έγινε το 1885 και τα εγκαίνιά του το 1896, για την 1000η επέτειο της Ουγγρικής Πολιτείας.

Το στυλ του κτιρίου είναι νεογοτθικό, με αναγεννησιακά και μπαρόκ στοιχεία. Στο εξωτερικό του, μπορεί κανείς να δει 90 αγάλματα ιστορικών προσωπικοτήτων της Ουγγαρίας, πύργους και γοτθικά τόξα. Εσωτερικά, η διακόσμηση είναι πολυτελής με μάρμαρα, χρυσές λεπτομέρειες, πολύχρωμα βιτρό και εντυπωσιακές σκάλες. Διαθέτει δύο αίθουσες συνεδριάσεων, μια ιστορική και μια σύγχρονη. Μπορεί κανείς να το επισκεφθεί, μόνο με οργανωμένη ξενάγηση και καλό θα ήταν να κλείσετε εισιτήριο από πριν, ιδιαίτερα την άνοιξη και το καλοκαίρι.

Ο Μαγιάρ, μετά τις εκλογές δήλωσε ότι δε σκοπεύει να κυβερνήσει από το μοναστήρι των Καρμελιτών, όπως ο προκάτοχός του. «Το γραφείο του πρωθυπουργού θα επιστρέψει σε κυβερνητικό κτίριο κοντά στο κοινοβούλιο», ανέφερε σε ανάρτησή του στο Facebook.

Στο Κάστρο της Βούδας

Διασχίζουμε τη Γέφυρα των Λεόντων και ανεβαίνουμε προς το Κάστρο της Βούδας, ένα από τα πιο επισκέψιμα μνημεία της πόλης, με καταπληκτική πανοραμική θέα στον Δούναβη και στην Πέστη. Η πρώτη οχύρωση έγινε τον 13ο αιώνα και τον 15ο, επί βασιλείας του Ματθία Κορβίνου, μετατράπηκε σε μεγαλοπρεπές αναγεννησιακό ανάκτορο, που για πολλά χρόνια λειτούργησε σαν κέντρο πολιτισμού και τεχνών. Καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές. Το σημερινό μπαρόκ παλάτι χτίστηκε τον 18ο αιώνα, επί Αυστριακών Αψβούργων και επεκτάθηκε σημαντικά τον 19ο αιώνα.

Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου υπέστη σοβαρές ζημιές. Ακόμα και σήμερα, πολλά τμήματά του ανακατασκευάζονται σύμφωνα με τα παλιά σχέδια.

Μέσα στο κάστρο μπορεί κανείς να δει τον Πύργο των Ψαράδων, καθώς επίσης και την εκκλησία και το σιντριβάνι του Ματθία.

Το συγκρότημα περιλαμβάνει επίσης το Ιστορικό Μουσείο της Βουδαπέστης και την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας, μια από τις πλέον εντυπωσιακές εθνικές πινακοθήκες που έχουμε επισκεφθεί.

Αν βρεθείτε στη Βουδαπέστη, αξίζει οπωσδήποτε να την επισκεφθείτε και μην παραλείψετε να ανεβείτε στον θόλο του κτιρίου, απ’ όπου μπορείτε να απολαύσετε την πιο όμορφη θέα της πόλης.
Στην πινακοθήκη θα έχετε την ευκαιρία να δείτε χρονολογικά την εξέλιξη της ουγγρικής τέχνης, από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα.

Τελειώνουμε τη βόλτα μας στη Βουδαπέστη, περνώντας την γέφυρα της Ελευθερίας και κατευθυνόμενοι στον κλειστή αγορά, ένα από τα τοπ αξιοθέατα της πόλης για φαγητό, αγορές και ατμόσφαιρα.

Χτίστηκε μεταξύ 1894-1897, σε νεογοτθικό στυλ, με στοιχεία αρτ νουβό. Στο ισόγειο, μπορεί κανείς να βρει φρούτα, λαχανικά, κρέατα και παραδοσιακά ουγγρικά προϊόντα όπως πάπρικα, αλλαντικά και κρασιά. Στον πρώτο όροφο, υπάρχουν εστιατόρια, καταστήματα με σουβενίρ και χειροτεχνήματα, καθώς και πάγκοι με street food.

Κάπου εδώ ολοκληρώνεται και η βόλτα μας στη Βουδαπέστη, μια από τις πιο όμορφες και ιστορικές πόλεις της Ευρώπης, που αξίζει κανείς να επισκεφθεί είτε για λίγες, είτε για περισσότερες ημέρες.

Άλλα μέρη που οπωσδήποτε πρέπει κανείς να δει από κοντά, είναι η Οπερα της πόλης, η Βασιλική του Αγίου Στεφάνου, καθώς και η λεωφόρος Αντράσι, που αποκαλείται και Ηλύσια Πεδία της Βουδαπέστης, με μήκος περίπου 2,5 χιλιόμετρα, που ξεκινάει από το κέντρο και καταλήγει στην Πλατεία των Ηρώων. Η λεωφόρος είναι γεμάτη με νέο-αναγεννησιακά κτίρια, αρχοντικά, παλάτια και πολυτελή καταστήματα. Το όνομά της παραπέμπει στον Γκιούλα Αντράσι, έναν από τους σημαντικότερους ούγγρους πολιτικούς του 19ου αιώνα, που φημολογείται ότι υπήρξε εραστής της Αυτοκράτειρας Ελισσάβετ (Σίσυ).

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version