Υπάρχει θεσμικό αντίδοτο στις πελατειακές πρακτικές;

Το ρουσφέτι και η σύμφυτη (ενίοτε) διαφθορά, ίσως να μειώνονταν αν η ηγεσία της Δικαιοσύνης επιλεγόταν με αυξημένη πλειοψηφία από την Βουλή ώστε να ενισχυόταν η ανεξαρτησία της.

Υπάρχει θεσμικό αντίδοτο στις πελατειακές πρακτικές;

Ο Πρωθυπουργός πρότεινε μερικό ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή, για όσο διάστημα ένας βουλευτής ασκεί καθήκοντα υπουργού. Σε περίπτωση απομάκρυνσης από την κυβέρνηση, θα επιστρέφει ξανά στη Βουλή. Σκοπός είναι να εξαλειφθεί έτσι το κίνητρο του υπουργού για διατήρηση εκλογικής πελατείας.

Μόνο που δύσκολα θα εξαλειφθεί έτσι. Αν κάθε υπουργός χάνει την έδρα μόνο προσωρινά, το πελατειακό κίνητρο διατηρείται.

Θεωρητικά θα είχε νόημα ένα πλήρες ασυμβίβαστο: όλοι οι υπουργοί να είναι εξωκοινοβουλευτικοί.

Ωστόσο, όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης έχουν αξιοποιήσει εξωκοινοβουλευτικούς, χωρίς οι πελατειακές πρακτικές να μειωθούν. Διότι ακόμα κι αν δεν εκλέγονται οι υπουργοί, θα εκλέγονται πάντα ο πρωθυπουργός και οι βουλευτές στην εμπιστοσύνη των οποίων βασίζεται κάθε κυβέρνηση.

Επίσης το πλήρες ασυμβίβαστο θα προκαλούσε πρόβλημα συνοχής στην (εκάστοτε) κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οι βουλευτές πειθαρχούν στην κυβέρνηση προσδοκώντας παραμονή στα ψηφοδέλτια και υπουργοποίηση. Αν το δεύτερο εκλείψει, το πρώτο δεν θα αρκεί για την απρόσκοπτη ψήφιση και εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.

Όλες οι προτάσεις βέβαια στηρίζονται στην παραδοχή ότι κάθε βουλευτής υποκύπτει σε πελατειακές πιέσεις λόγω του σταυρού προτίμησης. Για αυτό κι επανειλημμένως έχει προταθεί από πολλές πλευρές η κατάργησή του.

Και αυτή η λύση όμως έχει δοκιμαστεί στη Μεταπολίτευση χωρίς αποτέλεσμα. Οι εκλογές του 1985 έγιναν με λίστα χωρίς σταυρό προτίμησης. Την είχε προωθήσει η τότε κυβέρνηση του ΠαΣοΚ πριν επαναφέρει το σταυρό λίγο πριν τις κάλπες του 1989. Οι πελατειακές συναλλαγές ωστόσο δεν μειώθηκαν. Απλώς μετατοπίστηκαν: από τα πολιτικά γραφεία στην κομματική γραφειοκρατία.

Παράλληλα, τυχόν θέσπιση εκλογής με λίστα σήμερα, θα ενίσχυε περαιτέρω τον αρχηγικό χαρακτήρα των κομμάτων καθώς τους υποψηφίους θα επέλεγαν οι ηγεσίες. Αν πάλι για την επιλογή διεξάγονταν εσωκομματικές εκλογές, τότε ο σταυρός προτίμησης που θα «έβγαινε» από την πόρτα, θα γύριζε από το παράθυρο.

Υπάρχει βεβαίως και η ιδέα της καθιέρωσης αποκλειστικά μονοεδρικών περιφερειών, όπως συμβαίνει στη Βρετανία στο πλαίσιο του πλειοψηφικού συστήματος. Κάθε κόμμα έχει έναν υποψήφιο και όποιος κερδίζει, λαμβάνει την έδρα ανεξαρτήτως ποσοστού. Ωστόσο, όπως δείχνει η βρετανική εμπειρία, για την επιλογή κάθε υποψηφίου λαμβάνεται υπόψη η γνώμη της τοπικής κομματικής οργάνωσης. Αν εφαρμοζόταν σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, ο πελατειακός ομφάλιος λώρος θα παρέμενε.

Το ρουσφέτι και η σύμφυτη (ενίοτε) διαφθορά, ίσως να μειώνονταν αν η ηγεσία της Δικαιοσύνης επιλεγόταν με αυξημένη πλειοψηφία από την Βουλή ώστε να ενισχυόταν η ανεξαρτησία της. Όπως επίσης αν άλλαζε το άρθρο 86 και οι ποινικές ευθύνες υπουργών ελέγχονταν απευθείας από τα δικαστήρια παρακάμπτοντας πλήρως το κοινοβούλιο.

Δεν είναι όμως σαφές αν οι αλλαγές θα ήταν λειτουργικές. Όταν για παράδειγμα οι πολιτικές δυνάμεις δεν συναινούν για τον επόμενο Συνήγορο του Πολίτη σήμερα, τότε δύσκολα θα συναινέσουν για την επόμενη ηγεσία του Αρείου Πάγου αύριο. Αν σήμερα που το άρθρο 86 είναι σε ισχύ, αμφισβητείται η νομιμοποίηση μιας πλειοψηφίας («κυβέρνηση υποδίκων»), τότε θα αμφισβητείται πολύ περισσότερο αύριο, αν κάθε καταγγελία εξετάζεται μόνο από τη Δικαιοσύνη χωρίς το φίλτρο της Βουλής.

Κακά τα ψέματα, οι πελατειακές συναλλαγές αποτελούν δυστυχώς μέρος της πολιτικής διαμεσολάβησης και αντιπροσώπευσης που προσδιορίζουν τη δημοκρατία. Εξ ου και το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Εντοπίζεται στη Νότια Ευρώπη (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), την Κεντρική Ευρώπη (Αυστρία), ενώ ήταν κεντρικό στοιχείο και στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα.  Εν μέρει παρατηρείται και στις ΗΠΑ του (20ου και) 21ου αιώνα φορώντας τα ρούχα του lobbying στο πλαίσιο δεσμών που έχουν κόμματα με ισχυρές ομάδες συμφερόντων. Πρακτικές lobbying άλλωστε διαπιστώνονται τα τελευταία χρόνια και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Όπως σημείωνε ο Φράνσις Φουκουγιάμα στο Αmerican Interest (05/2012, Τwo Europes), όσες χώρες απέκτησαν δημοκρατία πριν συγκροτήσουν κράτος, διαβρώθηκαν από την πελατειακή λογική. Η Ελλάδα (όπως και η Αμερική) θέσπισε καθολικό σχεδόν δικαίωμα ψήφου πολύ νωρίς – το 1844. Η μαζική του επέκταση του σε μια φτωχή, αγροτική κοινωνία χαμηλής μόρφωσης, ώθησε τα κόμματα τότε στην χρήση του πελατειακού κράτους ως εργαλείου πολιτικής κινητοποίησης των ψηφοφόρων. Έτσι αναπτύχθηκε μια ισχυρή πελατειακή παράδοση που κρατά, παρά τις βελτιώσεις, έως σήμερα.

Δεν έχει άλλωστε μόνο εξατομικευμένο χαρακτήρα αλλά και συλλογικό. Περιλαμβάνει πάσης φύσεως παροχές σε συντεχνίες, οργανωμένα συμφέροντα και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Εκτείνεται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και εδράζεται σε παραδοσιακές (προ-νεωτερικές) αξίες που συνυπάρχουν σταθερά και σε ένταση με τις εκσυγχρονιστικές. Συνιστά ένα από τα δομικά στοιχεία της χώρας. «Φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα και ιστορία οι παρέες»…

Άλλες χώρες βέβαια ξεπέρασαν σε σημαντικό βαθμό την πελατειακή λογική. Η οικονομική ανάπτυξη στις ΗΠΑ έφερε στο προσκήνιο ισχυρά αστικά στρώματα που πίεσαν για εκσυγχρονιστικές αλλαγές. Ανάλογες, εν μέρει, ήταν οι εξελίξεις και στην Ιταλία λόγω της αστικής παράδοσης του Βορρά.

Η Ελλάδα έμεινε πιο πίσω. Είτε λόγω μικρού μεγέθους. Είτε λόγω καθυστερημένης και ατελούς βιομηχανικής ανάπτυξης. Είτε λόγω μιας κουλτούρας χαμηλής εμπιστοσύνης που εμποδίζει τη συνεργασία μεταξύ ανθρώπων εκτός του πυρήνα της οικογένειας.

Βεβαίως σε χώρες όπως η δική μας, το ευρωπαϊκό πλαίσιο ασκεί πίεση για αλλαγές. Αλλά δεν αρκεί από μόνο του. Θεωρητικά επίσης μια οικονομική κρίση ανοίγει παράθυρο ευκαιρίας για βαθιές μεταρρυθμίσεις. Συνέβη όμως την περασμένη δεκαετία δίχως η χώρα να αλλάξει ριζικά. Έχει χρεοκοπήσει άλλωστε κι άλλες φορές στο παρελθόν χωρίς να θεραπεύσει πλήρως τα προβλήματα (1827, 1844, 1893, 1932).

Ενδεχομένως, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, να χρειάζεται μια θεραπεία-σοκ. Και αυτή η συνταγή όμως δοκιμάστηκε στα χρόνια των μνημονίων με συνέπεια ένα τσουνάμι λαϊκισμού που λίγο έλειψε να κοστίσει την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρώπη.

Καλώς ή κακώς, η χώρα δεν προοδεύει με άλματα αλλά με βήματα. Άλλοτε πιο γρήγορα κι άλλοτε πιο αργά, ενώ η οπισθοδρόμηση όποτε προκύπτει είναι ευτυχώς προσωρινή. Συνεπώς, ένα μόνο θεσμικό αντίδοτο για την πελατειακή παθογένεια δεν υπάρχει. Το ζητούμενο είναι ο διαρκής και επίμονος εκσυγχρονισμός σε κράτος και οικονομία μαζί με λελογισμένες και εφικτές θεσμικές βελτιώσεις που θα λύνουν προβλήματα χωρίς να παράγουν καινούργια.

Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version