Την ανάγκη διαφύλαξης των προοπτικών περαιτέρω μεγέθυνσης και ενίσχυσης της αποδοτικότητάς των τραπεζών στην τρέχουσα συγκυρία γεωπολιτικής αστάθειας, υπογραμμίζει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) Γιάννης Στουρνάρας.
Μέσω της Έκθεσης του Διοικητή που έδωσε χθες στη δημοσιότητα, κάνει λόγω για αυξημένες αβεβαιότητες στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι οποίες «αποτελούν πηγές ενδεχόμενων κινδύνων για τις τράπεζες της ευρωζώνης και τον ελληνικό τομέα».
Στο πλαίσιο αυτό, ο κεντρικός τραπεζίτης σημειώνει πως είναι σημαντική η δημιουργία αναχωμάτων, μέσω της διαρκούς βελτίωσης των αποτελεσμάτων των εγχώριων ομίλων και της περαιτέρω αναβάθμισης του αξιόχρεού τους.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, η συνταγή του κ. Στουρνάρα για τις τράπεζες περιλαμβάνει τα εξής:
- Διατήρηση υψηλών κεφαλαιακών αποθεμάτων
- Χορήγηση νέων δανείων με συντηρητικά κριτήρια
- Επίτευξη διατηρήσιμων δεικτών αποδοτικότητας
Κατά το διοικητή της ΤτΕ, οι θετικές επιδόσεις ως προς τους επιχειρησιακούς στόχους και την πιστοληπτική τους ικανότητα θα αποτελέσουν «σταθερό υπόβαθρο προκειμένου οι τράπεζες να χρηματοδοτήσουν απρόσκοπτα τις επιχειρήσεις και να συμβάλουν στην αύξηση των επενδύσεων και του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης».
Η χρήση του 2026
Πάντως, η νομισματική αρχή εμφανίζεται αισιόδοξη για την εφετινή χρήση.
Συγκεκριμένα, αναμένει νέα βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων, καθώς όπως επισημαίνεται σχετικά στην έκθεση, «οι τράπεζες θα μείνουν προσηλωμένες στη βελτίωση των καθαρών εσόδων από τόκους, τη συγκράτηση των λειτουργικών εξόδων και τη μεγαλύτερη αύξηση των εσόδων από προμήθειες».
Παράλληλα, ο κ. Στουρνάρας τονίζει πως η ενισχυμένη ανθεκτικότητά τους «δημιουργεί προϋποθέσεις για την επέκταση των δραστηριοτήτων τους και τη διαμόρφωση νέων στρατηγικών εξωστρέφειας», σε συνέχεια των συνεργασιών και των εξαγορών τραπεζών του εξωτερικού και εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα που ξεκίνησαν ή ολοκληρώθηκαν τα τελευταία τρίμηνα.
Η πιστοληπτική αναβάθμιση
Η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει επίσης την αναγνώριση της θετικής πορείας του εγχώριου τραπεζικού τομέα στις επίσημες εκθέσεις θεσμικών φορέων και οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Συγκεκριμένα, αναφέρει πως τα αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) του 2025 επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητά του, καθώς ακόμη και στο δυσμενές σενάριο διατηρεί επίπεδα ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνουν τις κανονιστικές απαιτήσεις και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σημειώνει δε πως οι θετικές δε εξελίξεις στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ελληνικών τραπεζών πέρυσι (αναβαθμίσεις από τους οίκους S&P τον Ιανουάριο, Morningstar-DBRS τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, Moody’s τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο και Fitch τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο) συνεχίστηκαν και το 2026.
Συγκεκριμένα, τον Ιανουάριο ο S&P προχώρησε σε αναβάθμιση των προοπτικών τους σε θετικές, αντανακλώντας τις εκτιμήσεις για αύξηση της κερδοφορίας, που θα επηρεάσει θετικά τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας, καθώς και την ποιότητα του ενεργητικού.
Από την άλλη, η Moody’s αναθεώρησε τις προοπτικές για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα σε σταθερές (από θετικές), τονίζοντας ωστόσο ότι αναμένει πως τα θεμελιώδη μεγέθη του θα παραμείνουν ισχυρά στο μεσοπρόθεσμο διάστημα και η ποιότητα του ενεργητικού να βελτιωθεί περαιτέρω εν μέσω ευνοϊκών μακροοικονομικών συνθηκών.
Πλέον, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις για τους 4 συστημικούς ομίλους είναι εντός της επενδυτικής κατηγορίας, με τις βέλτιστες αξιολογήσεις να είναι στο ΒΒΒ+, δηλαδή μία βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α.
Τα κέρδη ρεκόρ
Στην Έκθεση του Διοικητή παρουσιάζονται και οι επιδόσεις του τραπεζικού τομέα στη χρήση του 2025.
Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η νομισματική αρχή, προκύπτουν τα εξής:
Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 4,72 δισ. ευρώ αυξημένα κατά 13% σε σχέση με το 2024.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν κατά 3,8%, ωστόσο η μείωσή τους αναπληρώθηκε από το μη έντοκο εισόδημα και τα λοιπά έσοδα.
Ο δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε σε 11,7% έναντι 9,5% στην ευρωζώνη
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποχώρησε σε 3,3% από 3,8% το 2024 έναντι 2,2% στην ευρωζώνη. Ωστόσο ο δείκτης για δάνεια Stage II είναι χαμηλότερος στην Ελλάδα (6,6% έναντι 9,3%).
Ο δείκτη CET1 βρίσκεται στο 15,2% έναντι 16,2% στη ζώνη του ευρώ
Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας βρίσκεται στο 200%, σημαντικά πιο υψηλά από το μέσο όρο στην Ευρωζώνη, ενώ ο δείκτης δάνεια προς καταθέσεις διαμορφώνεται σε 70,6% έναντι 100%, καταδεικνύοντας την υπερβάλλουσα ρευστότητα των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων.
Πηγή: OT.GR
