Χίλια τετρακόσια χρόνια συμπληρώνονται από τη χρονιά που για πρώτη φορά ακούστηκε ο Ακάθιστος ύμνος και που σήμερα θα ψαλεί για μία ακόμη χρονιά σε όλες τις Ορθόδοξες Χριστιανικές Εκκλησίας.
Ο Υμνος προς την Παναγία ονομάζεται «Ακάθιστος» γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, οι πιστοί στην Κωνσταντινούπολη έψαλαν τον ύμνο όρθιοι για να ευχαριστήσουν την Παναγία για τη σωτηρία της Πόλης τους.
Ο Ακάθιστος Υμνος ψάλλεται σήμερα, όπως κάθε χρόνο, ακριβώς δύο εβδομάδες πριν τη Μεγάλη Παρασκευή – συνοψίζοντας τους ψαλμούς των τεσσάρων ακολουθιών των Χαιρετισμών στην Παναγία.
Πρόκειται για το σύνολο των στίχων που απαγγέλθηκαν στις ακολουθίες των τεσσάρων προηγουμένων Παρασκευών, αρχής γενομένης από την πρώτη Παρασκευή της Σαρακοστής μεταξύ των οποίων και το κοντάκιο: «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ».
144 «Χαίρε» στην Παναγία
Ολος ο ύμνος αποτελείται από 24 στροφές (οίκους) και περιέχει συνολικά 72 στίχους, ενώ το «Χαίρε» απευθύνεται στην Παναγία συνολικά 144 φορές.

Απεικόνιση της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολής από τους Αβάρους το 626 από το χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή.
Πώς όμως συνδέεται ο Ακάθιστος Υμνος και η απότιση φόρου τιμής στην Παναγία Θεοτόκο με την ιστορία του Βυζαντίου και τη διάσωση της Κωνσταντινούπολης από τους Αβάρους πολιορκητές;
Το ιστορικό του Ακάθιστου Υμνου
Σύμφωνα με το Συναξαριστή, το κοντάκι που περιέχεται στον ύμνο δημιουργήθηκε το 626, μετά τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αβάρων και των Περσών, οπότε και οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης τον έψαλαν για πρώτη φορά στην ολονύκτια ακολουθία, στη Μονή της Βλαχέρνας.
Οι στίχοι του, τιμούν την «Υπερμάχο Στρατηγό Θεοτόκο», στην οποία η Πόλη της – οι πιστοί της Κωνσταντινούπολης – απέδωσε τα «νικητήρια» για τη διάσωση της από τον εχθρό αλλά και τα «ευχαριστήρια» διότι τους λύτρωσε από τα δεινά τους ενώ επιπλέον της ζητούν να τους ελευθερώσει από κάθε άλλο κίνδυνο. Και το τροπάριο κλείνει με σθεναρό χαιρετισμό προς την Παναγία: «Ινα κράζω σοι, Χαίρε Νύμφη, Ανύμφευτε».
Το μήνυμα Βαρθολομαίου για τα 1400 χρόνια

Ο Ακάθιστος Ύμνος, ρωσική εικόνα του 14ου αιώνα. Στο κέντρο εικονίζεται η Παναγία, ενώ καθεμιά από τις μικρές περιφερειακές εικόνες αφορά τη διήγηση ενός από τους 24 «οίκους» του Ακαθίστου Ύμνου
«Εάν σε όλους τους ναούς του ορθόδοξου κόσμου η ακολουθία των Χαιρετισμών προς την Υπέρμαχον Στρατηγόν της Πόλεως του Κωνσταντίνου συγκινεί τις καρδιές όλων των χριστιανών, το άκουσμα του εξαίσιου αυτού ύμνου προς την Παναγία μητέρα μας σε αυτό εδώ το ιερό αγίασμα των Βλαχερνών, όπου εψάλη πρώτο πριν από ακριβώς 1.400 έτη, μας οδηγεί σε άλλους κόσμους και μας κάνει να αναλογισθούμε και να βιώσουμε βαθύτερα αυτό το θαύμα της επιβιώσεώς μας στον ευλογημένο αυτό τόπο των Πατέρων μας, παρά τους χαλασμούς των καιρών και τις εναλλαγές των περιστάσεων».
Αυτό ήταν το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τους πιστούς που πήγαν στην Παναγία των Βλαχερνών για να παρακολουθήσουν την ακολουθία του Ακάθιστου Yμνου στην Γ΄ Στάση των Χαιρετισμών.
Οι Πέρσες εισβολείς
Τον 7ο αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εκτεινόταν σε Ευρώπη και Ασία. Μεταξύ των ορίων της βρίσκονταν και οι Αγιοι Τόποι. Τον 7ο αιώνα οι Πέρσες καταπάτησαν τις ανατολικές ακτές της Αυτοκρατορίας. Εισέβαλαν στα Ιεροσόλυμα και άρπαξαν τον τίμιο Σταυρό που βρίσκονταν εκεί από τον καιρό που τον είχε βρει η Αγία Ελένη.
Οι Πέρσες εισβολείς μετέφεραν το Σταυρό στην πρωτεύουσά τους, την Κτησιφώντα. Κατόπιν αυτής της εισβολής ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος εκστράτευσε προς την Ανατολή και έφτασε μέχρι την Κτησιφώντα, επιτέθηκε στους Πέρσες και πήρε πίσω τον Τίμιο Σταυρό (14 Σεπτεμβρίου 628).
Η εκστρατεία του Ηράκλειου στην Ανατολή
Στον ίδιο χρόνο όμως που ο Ηράκλειος εκστράτευε, οι Αβαροι, βρήκαν την ευκαιρία να παραβιάσουν προηγούμενη συμφωνία τους με την Αυτοκρατορία και επιχείρησαν να κατακτήσουν την πρωτεύουσά της, την Κωνσταντινούπολη.
Η άμυνα της Πόλης ήταν ιδιαίτερα ασθενής καθώς ο στρατός βρισκόταν μακριά, σε εκστρατεία. Ο Βώνος, στενός συνεργάτης του Ηράκλειου με πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες και ο πατριάρχης Σέργιος έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να σώσουν την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη.
Ο Ηράκλειος από την πλευρά του όταν έμαθε για την επίθεση των Αβάρων βρισκόταν στην Σεβάστεια και προκειμένου να κατορθώσει η Πόλη να αντισταθεί, έστειλε δώδεκα χιλιάδες στρατό ώστε να την οχυρώσει.
Η περιφορά της εικόνας της Παναγιάς της Βλαχέρνας στα τείχη της Πόλης

«Θεοτόκος Δεομένη», ρωσική εικόνα του 13ου αιώνα, με πρότυπο την περίφημη εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών
Από τη δική του πλευρά ο πατριάρχης Σέργιος δεν άφησε την υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης μόνο στο μειωμένο και ακέφαλο στράτευμα. Κάλεσε τους πιστούς της να προσευχηθούν γονυπετείς στην Παναγία και να της ζητήσουν τη συνδρομή της, στη διάσωση της Πόλης.
Ο ίδιος περιγράφεται ότι περιέφερε την εικόνα της Παναγίας από τη Μονή της Βλαχέρνας κατά μήκος των τειχών της Κωνσταντινούπολης ώστε να εμψυχώσει το σχετικά μικρό αριθμό των υπερασπιστών της.
Ο ανεμοστρόβιλος και η αντάρα
Και παρά το γεγονός ότι η διάσωση της Κωνσταντινούπολης φάνταζε ιδιαιτέρως δύσκολη, αν όχι ακατόρθωτη, τελικώς συνέβη. Στην Πόλη τη νύχτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου του έτους 626, σηκώθηκε μεγάλος ανεμοστρόβιλος, η θάλασσα ανταριάστηκε για τα καλά και τα πλοία του εχθρού καταποντίστηκαν, μαζί και οι πολιορκητές της πόλης. Όλοι μίλησαν για «θαύμα». Κάποιοι από αυτούς που αντιστέκονταν στους επιδρομείς είπαν ότι κατά την ώρα της πολιορκίας στα τείχη της Κωνσταντινούπολης εμφανίστηκε η Παναγία.
Κατόπιν της αδόκητης σωτηρίας της Πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου οι κάτοικοί της συγκεντρώθηκαν στην Παναγία των Βλαχερνών και με εμφανή συγκίνηση έψαλαν στη Θεοτόκο μεγάλη ευχαριστία για τη βοήθεια που τους προσέφερε.
Η ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Με αφορμή τη συμπλήρωση των 1400 χρόνων από την πρώτη φορά που ακούστηκε ο Ακάθιστος Υμνος το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναφέρει:
«Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια ἀναγράφω Σοι ἡ Πόλις Σου, Θεοτόκε!»
Ἐφέτος συμπληροῦνται χίλια τετρακόσια ἔτη ἀφ’ ὅτου, εἰς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ἐψάλη ἐπισήμως ἐπ’ ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα ὀρθίων ἱσταμένων πάντων τῶν πιστῶν, τὸ σήμερον παγκοίνως γνωστὸν ὡς ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος» Κοντάκιον, ποίημα ὑψήγορον καὶ διθυραμβικόν, ἀναφερόμενον, ἱστορικῶς καὶ θεολογικῶς, μὲ μοναδικὸν πλοῦτον καλλιε-πείας, εἰς τὴν Ἔνσαρκον Θείαν Οἰκονομίαν καὶ τὴν εἰς αὐτὴν μοναδικὴν συμβολὴν τῆς Παναχράντου Θεομήτορος.
Οἱ προσευχόμενοι πιστοὶ διὰ τοῦ Κοντακίου τούτου χαιρετίζουν εὐσεβῶς τὴν Παναγίαν μὲ ἀλλεπαλλήλους ἐπαναλήψεις τῆς πρώτης πρὸς τὴν Κεχαριτωμένην προσφωνήσεως τοῦ εὐαγγελιζομένου τὴν χάριν καὶ τὴν χαρὰν Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, τῆς λέξεως «Χαῖρε», δι᾽ ἧς φανεροῦται τὸ «ἀπ᾽ αἰῶνος μυστήριον» καὶ συγκροτεῖται τῆς «σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον».
Ἡ εἰς τὸν Ὕμνον τοῦτον ἐπανάληψις τοῦ «Χαῖρε» ἐπὶ ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρας φορὰς πρὸς τὴν Παμμακάριστον Παρθένον, ἔχει προδήλως μυστικὴν ἔννοιαν. Παραπέμπει εἰς τὰς ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρας χιλιάδας τῶν ἁγνῶν ἐκείνων Ἁγίων τῆς Ἀποκαλύψεως, τῶν ᾀδόντων ἐν κιθάρᾳ τὴν «καινὴν ᾠδὴν» ἐνώπιον τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ «ἀκολουθούντων τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἂν ὑπάγῃ»[1]. Ἁγνεύων ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ κατά τε τὸ ἦθος καὶ τὸ δόγμα, ἀφωσιωμένος ἕως ἐσχάτου εἰς τὸν σαρκωθέντα Θεὸν Λόγον, καὶ ἡνωμένος ἀρρήκτως μετ’ Αὐτοῦ, ὑμνεῖ τὴν σωτηριώδη Θείαν Οἰκονομίαν καὶ ταυτοχρόνως χαιρετίζει ἐν ᾠδαῖς ᾀσμάτων μουσουργικῶν τὴν Ὑπερένδοξον Μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ Μητέρα τῆς Ἐκκλησίας, τὴν κραταιὰν προστασίαν αὐτῆς καὶ τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματός της!
Ἠ Εἰσαγωγὴ τοῦ Κοντακίου, τὸ Προοίμιόν του, ἦτο ἐξ ἀρχῆς τὸ γνωστὸν «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει…», τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου, ὅπερ φανεροῖ ὅτι ὁ ὅλος ὕμνος προσιδιάζει εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν ἑορτήν, τῆς ὁποίας καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ ὅλη Ἀκολουθία τῶν «Χαιρετισμῶν» ἀποτελεῖ ὡραῖον καὶ καλλιανθῆ προεόρτιον καὶ μεθέορτον στέφανον. Ἐν τῇ πορείᾳ, καθιερώθη νέος εἰσαγωγικὸς ὕμνος, τὸ «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια», προκειμένου νὰ ἐκφρασθῇ ἡ εὐγνώμων τοῦ λαοῦ εὐχαριστία πρὸς Ἐκείνην, «δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια», «δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι!»
Ἡ σωτηρία τῆς Πόλεως καὶ τῆς ὅλης Αὐτοκρατορίας ἐκ τῆς δεινῆς ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς Ἀβάρων καὶ Περσῶν, ἀπουσιάζοντος τοῦ Αὐτοκράτορος Ἡρακλείου μετὰ τοῦ στρατοῦ, ἀγωνιζομένου μακρὰν διὰ τὴν ἐπανάκτησιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ἀπεδόθη δικαίως εἰς τὴν κραταιὰν προστασίαν καὶ βοήθειαν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, εἰς τὴν Ὁποίαν ὁ κτίτωρ Ἰσαπόστολος Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας εἶχεν εὐσεβάστως ἀφιερώσει τὴν Νέαν Ρώμην. Δεχομένη ἡ Θεομήτωρ τὴν ἀπὸ καρδίας ἀδιάλειπτον καὶ ἀγωνιώδη δέησιν κλήρου καὶ λαοῦ, ὄχι μόνον ἀνεπτέρωσε τὸ φρόνημα τῶν ὀλίγων ὑπερασπιστῶν, ἀλλὰ καὶ μέγα θαῦμα εἰργάσατο, τὴν διὰ συστροφῆς θυελλωδῶν ἀνέμων ὁλοκληρωτικὴν καταστροφὴν τοῦ στόλου τῶν πολιορκητῶν, κατόπιν τῆς ὁποίας ἐκεῖνοι ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον φυγὴν καὶ οὕτως ἐσώθη ἡ Πόλις. Ἀξιοχρέως, λοιπόν, «ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν», ἡ Θεοτοκούπολις ἀνέγραψε τὰ νικητήρια εἰς τὴν Παναγίαν, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ὠνόμασεν «Ὑπέρμαχον Στρατηγόν» της, καὶ ὡς τοιαύτην πάλιν καὶ πολλάκις ἐπεκαλέσθη κατὰ τὴν πολυκύμαντον τοῦ Γένους ἱστορίαν καὶ ἔλαβεν ἑκάστοτε γλυκεῖαν πεῖραν τῆς ἀγάπης καὶ τῆς κραταιᾶς Σκέπης Της!
