Έναν περίπου χρόνο πριν τις εκλογές, οι συνθήκες για την ίδρυση νέων πολιτικών φορέων είναι ευνοϊκές. Παρά τη δημοσκοπική ενίσχυση της κυβέρνησης λόγω του πολέμου, η φθορά της δεν έχει ακόμη αναστραφεί. Το ΠΑΣΟΚ ταλανίζεται από εσωστρέφεια και η αντιπολίτευση συνολικά είναι κατακερματισμένη.
Ωστόσο, ισχυρή πολιτική δυναμική για τα νέα κόμματα δεν έχει μέχρι στιγμής καταγραφεί. Σύμφωνα με έρευνα της Pulse (11/3), όσοι δηλώνουν θετικοί απέναντι σε νέα σχήματα υπό τον Σαμαρά, τον Τσίπρα ή την Καρυστιανού υπολογίζονται σε 5%, 12% και 13% αντίστοιχα.
Βεβαίως, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Όλες όμως εμφανίζουν κοινές αδυναμίες.
Κατ’ αρχάς, τα κόμματα δεν έχουν ακόμα ιδρυθεί. Η πρόθεση έχει διατυπωθεί, αλλά το ουσιαστικό αποτέλεσμα απουσιάζει. Έχει χαθεί έτσι το στοιχείο του επικοινωνιακού αιφνιδιασμού που θα πυροδοτούσε ίσως προσδοκίες. Επίσης η καθυστέρηση εκλαμβάνεται από την κοινή γνώμη ως ένδειξη πολιτικού δισταγμού και αμφιβολίας. Όταν οι αρχηγοί δείχνουν να αμφιβάλλουν, δύσκολα οικοδομείται εμπιστοσύνη με τους πολίτες.
Δεύτερον, δεν επενδύουν συστηματικά σε θέματα που απασχολούν την πλειοψηφία. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις, οι πολίτες προτάσσουν το ζήτημα της οικονομίας και ειδικότερα του πληθωρισμού. Ωστόσο, ο Σαμαράς ασχολείται με τη Chevron, ο Τσίπρας με την «ενεργειακή δημοκρατία» και η Καρυστιανού με τις αμβλώσεις. Όταν το γήπεδο της οικονομίας παραχωρείται σχεδόν εξ ολοκλήρου στον Πρωθυπουργό, δύσκολα αλλάζουν οι συσχετισμοί.
Τρίτον, τα πιθανά νέα κόμματα δεν απαντούν στο ερώτημα της διακυβέρνησης. Στο τέλος της ημέρας οι ψηφοφόροι επιλέγουν κυβέρνηση. Κι αν δεν προκύψει αυτοδυναμία, ίσως χρειαστούν συνεργασίες. Τέτοια διάθεση όμως είτε δεν υπάρχει είτε δεν βρίσκει αποδέκτες. Ο Σαμαράς έχει προσωπική αντιπαράθεση με τον Μητσοτάκη με συνέπεια πιθανή συνεργασία μετεκλογικά να είναι πρακτικά αδύνατη. Ο Τσίπρας θεωρητικά απευθύνεται στο ΠαΣοΚ χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ η Καρυστιανού αποδοκιμάζει συνολικά το πολιτικό σύστημα. Συνεπώς η κυβερνησιμότητα μοιάζει να διεκδικείται αποκλειστικά σχεδόν, από τη ΝΔ.
Τέταρτον, τα πρόσωπα παίζουν ρόλο. Όπως άλλωστε έπαιζαν πάντα στην Ελλάδα, όπου τα κόμματα είναι κυρίως αρχηγικά. Σήμερα όμως η προσωποποίηση της πολιτικής είναι εντονότερη. Διότι οι κομματικές ταυτότητες έχουν αδυνατίσει ενισχύοντας τον ρόλο των ηγεσιών. Επίσης, media και social media δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εικόνα και κατά συνέπεια στα πρόσωπα. Έτσι, η πολιτική αξιολόγηση προκύπτει κυρίως από την εικόνα των αρχηγών. Σαμαράς και Τσίπρας έχουν δοκιμαστεί στην εξουσία ήδη και το αποτύπωμά τους είναι τόσο έντονο που δύσκολα αλλάζει. Η Καρυστιανού από την άλλη πλευρά δεν είναι πολιτικός. Είναι όμως ταυτισμένη με τα Τέμπη, ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό αλλά όχι κεντρική προτεραιότητα της κοινής γνώμης.
Συνολικά, παρότι η πολιτική ζήτηση είναι υπαρκτή, η πολιτική προσφορά έως τώρα δεν έχει ανταποκριθεί με τρόπο πειστικό.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London, ερευνητής στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του ΕΑΠ και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.
