Φωκίωνος Νέγρη: το παρελθόν, το παρόν και τα στέκια του θρυλικού πεζόδρομου της Κυψέλης

Ένα οδοιπορικό στη Φωκίωνος Νέγρη, τον θρυλικό πεζόδρομο της Κυψέλης που κάποτε στέγασε την αθηναϊκή ελίτ και σήμερα αποτελεί μια από τις πιο πολυπολιτισμικές και αυθεντικές γειτονιές της πρωτεύουσας. Τα στέκια και οι άνθρωποι που κρατούν τον μύθο της ζωντανό.

Φωκίωνος Νέγρη: το παρελθόν, το παρόν και τα στέκια του θρυλικού πεζόδρομου της Κυψέλης

Και ξαφνικά, όλοι ανακαλύψαμε την Κυψέλη. Της γράφουσας μη εξαιρουμένης. Αρχίσαμε να συχνάζουμε και πάλι στο Au revoir, θυμηθήκαμε τις ρετρό πάστες του Μπόζα, απαντήσαμε στα νεότευκτα micro-bakeries με καρβέλια και μουστοκούλουρα από τον Φούρνο του Ρεμούνδου. Οι πλατείες γέμισαν με new age καφενεία και καφέ. Ύστερα από δεκαετίες υποβάθμισης και απαξίωσης από όσους την έκριναν από απόσταση, η πιο ανεπιτήδευτη και αυθεντική γειτονιά της Αθήνας απέκτησε και πάλι φανατικό κοινό. 

Ίσως επειδή μεγάλο μέρος πια της πρωτεύουσας μοιάζει απρόσιτο. Τα ενοίκια ανεβαίνουν, τα καταστήματα μαζικής κατανάλωσης κυριαρχούν, πολλές γειτονιές χάνουν τον χαρακτήρα τους. Έτσι αρκετοί στρέφονται στην Κυψέλη. Σε έναν τόπο που πάντοτε χωρούσε ανθρώπους διαφορετικών καταβολών. Μετανάστες, πρόσφυγες, καλλιτέχνες, φοιτητές,  ΛΟΑΤΚΙ+, παλιούς Αθηναίους, που έχουν φτιάξει μια δική τους, σφιχτή κοινότητα.

Στο επίκεντρό της, η Φωκίωνος Νέγρη. Η λεγόμενη Via Veneto της Αθήνας, ο μόνος δρόμος της πόλης που σχεδιάστηκε από αρχιτέκτονες, πάνω στον ποταμό Λεβίδη και κάποτε στέγαζε την απόλυτη ελίτ της χώρας, από πρωθυπουργούς, όπως ο δικτάτορας Μεταξάς που έμενε στην αρχή της, και δημάρχους (Κοτζιάς), μέχρι τις ισχυρότερες οικογένειες της βιομηχανίας και αγαπημένους καλλιτέχνες. 

Όταν ο Έρικ Κλάπτον τραγουδούσε στο Igloo και ο Ομάρ Σαρίφ διασκέδαζε στην Quinta

Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που δεν άφησαν ποτέ την γειτονιά. Τώρα αποτελούν μάρτυρες της ιστορίας της. Ένας από αυτούς ο σκηνοθέτης Μενέλαος Καραμαγγιώλης, ο «Κυψελάρχης», όπως τον αποκάλεσε ο άνθρωπος που μου τον σύστησε.

Τον συνάντησα στο διαμέρισμα του, στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας που βρίσκεται πάνω από το Σελέκτ, το εμβληματικό ζαχαροπλαστείο-καφέ της Φωκίωνος Νέγρη και είναι χτισμένη το 1952, στη θέση που κάποτε βρισκόταν το  θέατρο  «Φαντασία». Διαθέτει και καταφύγιο, κατάλοιπο της μεταπολεμικής Ελλάδας. «Αν πας στην άκρη ακούς το νερό του ποταμού από κάτω», μας λέει ο κ. Καραμαγγιώλης.

Βγαίνουμε στο μπαλκόνι. «Απέναντι είναι η πολυκατοικία Λαναρά (χτίστηκε το 1938)», συνεχίζει με μια ιδιότυπη ξενάγηση από ψηλά. 

«Ήταν οι μεγαλύτεροι βιομήχανοι της εποχής και η τελευταία απόγονος, σε πολύ μεγάλη ηλικία, ζει ακόμη στο ισόγειο. Το κτίριο νοικιάζεται για γυρίσματα και εκεί έχει γυριστεί το Tehran (η παραγωγός της σειράς Ντάνα Έντεν πέθανε σε ξενοδοχείο στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο) με την Γκλεν Κλόουζ και τον Χίου Λόρι. Ο Άστον Κούτσερ έμεινε επίσης εκεί όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα».

Στη διπλανή πολυκατοικία διηγείται πως έμεναν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Θύμιος Καρακατσάνης, ο Κώστας Καζάκος. Λίγο παραπέρα βρίσκεται το κτίριο που φιλοξένησε τη μάντρα του Αττίκ. 

«Όμως, αυτό που είναι το πολύ ενδιαφέρον για μένα στη Φωκίωνος Νέγρη και την Κυψέλη», μας λέει ο κ. Καραμαγγιώλης, «είναι ότι τα ίχνη της υπάρχουν παντού.

Υπάρχουν στο κομμωτήριο που κάποτε στέγαζε την Κουίντα (Quinta) το θρυλικό μπαρ που σύχναζαν οι σταρ των 70s (λέγεται ότι την έχουν επισκεφθεί, μεταξύ άλλων, οι Αριστοτέλης Ωνάσης, Ομάρ Σαρίφ, Τζούντι Γκάρλαντ Ζαν Πολ Μπελμοντό, Λούτσιο Ντάλα), και οι νέοι ένοικοι έχουν αφήσει ατόφια κάποια στοιχεία του. Εκεί ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Ντέμης Ρούσσος, ηχογραφούσαν. Στο Igloo, από την άλλη, τραγούδησε ο Έρικ Κλάπτον.

Μου λείπουν πάρα πολύ μαγαζιά όπως το Φλόκα, όπου μπορούσες να πας, να διαβάσεις, να γράψεις. Ο Σακελάριος έγραφε στο Σελέκτ, ο Γκάτσος και ο Καμπανέλλης στο Φλόκα».

Μας περιγράφει επίσης τις αναμνήσεις του από την «Θράκα» το αστικό εστιατόριο στο οποίο πήγαινε με τον πατέρα του μικρός, πριν ακόμη φύγει από τη γενέτειρά του τη Θήβα και μετακομίσει στη γειτονιά. «Τα τραπέζια ήταν στη μέση του δρόμου, όπως όλων των μαγαζιών τότε, και θυμάμαι ότι από τότε σχεδίαζα στο μυαλό μου πως θα ερχόμουν να μείνω εδώ. Το κατάφερα στα 14 μου».

Το μπουλβάρ των αρχιτεκτόνων και η αντίστροφη μέτρηση

Η Φωκίωνος Νέγρη άρχισε να μεταμορφώνεται από ένα αγροτικό τοπίο στην πιο όμορφη αστική γωνιά της Αθήνας στα τέλη του 19ου αιώνα. Υπήρχε μια αρχιτεκτονική τόλμη που ξεπερνούσε ακόμα και το Βερολίνο επειδή οι ιδιοκτήτες ήταν υψηλής κοινωνικής στάθμης και επέλεγαν πρωτοπόρους αρχιτέκτονες. Έτσι, γέμισε με μοντερνιστικά διαμάντια, όπως το κτίριο του Προβελέγγιου στην Κυκλάδων —μαθητή του Λε Κορμπυζιέ— ή το σπίτι του Κανελλόπουλου, από όπου, όπως μας λέει ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης, έφυγε η ανιψιά του νύφη για να παντρευτεί τον Καραμανλή.

«Παιδάκι ακόμη, πρόλαβα τη Φωκίωνος με αυτοκίνητα. Ήταν ένα αληθινό μπουλβάρ, σχεδιασμένο από Γερμανούς αρχιτέκτονες, με δέντρα και κήπους που φρόντιζε ο γεωπόνος παππούς μου. Το βράδυ έκλεινε και οι άνθρωποι περπατούσαν ανάμεσα στα τραπέζια. Ήταν το εμπορικό και κοινωνικό κέντρο της Αθήνας, μαζί με τη Βουκουρεστίου και την Πατησίων».

Στη Φωκίωνος Νέγρη άνοιξε το πρώτα κατάστημα Σότρις με εισαγώμενα ρούχα. Με την παρακμή όμως των γύρω εμπορικών κέντρων, της Πατησίων, της στοάς Μπρόντγουεϊ κ.ά., αναπόφευκτα ακολούθησε και η ερήμωση της Φωκίωνος Νέγρη.

Η πτώση ξεκίνησε στα 80s και τα 90s. Παραδόξως, συνδέθηκε με τις αποτυχημένες προσπάθειες πεζοδρόμησης. «Μόλις έγινε πεζόδρομος, τα μαγαζιά άρχισαν να κλείνουν», λέει ο κ. Καραμαγγιώλης. 

Σε συνδυασμό με τα εύκολα στεγαστικά δάνεια που έσπρωχναν τους Αθηναίους προς τα νέα προάστια, η Κυψέλη άρχισε να αδειάζει από τους παλιούς της ενοίκους.

Τότε ήρθε η αλβανική και αργότερα η αφρικανική διασπορά. Η περιοχή απέκτησε τη ρετσινιά της «επικίνδυνης». «Μην ξεχνάς ότι η Χρυσή Αυγή εδώ ξεκίνησε και μετά κατέληξε στον Άγιο Παντελεήμονα». 

Για τον συνομιλητή μου, η αντίστροφη μέτρηση για την αναγέννηση ξεκίνησε γύρω στο 2009-2010, μέσα από την ανάγκη των καλλιτεχνών να προστατεύσουν την πολυπολιτισμικότητα της γειτονιάς τους. Θυμάται μια εμβληματική βόλτα με τους Atenistas, την Κική Δημουλά και τον Μένη Κουμανταρέα που άνοιξε έναν διάλογο στην χώρα. 

Η Κυψέλη άρχισε να γίνεται ξανά ελκυστική όταν το διεθνές περιοδικό Flaneur αφιέρωσε ένα τεύχος του στη Φωκίωνος Νέγρη. «Στο launch του περιοδικού ήρθαν άνθρωποι που είχαν να πατήσουν στη γειτονιά είκοσι χρόνια. Την ίδια βραδιά, τέσσερις-πέντε από αυτούς αγόρασαν σπίτια». Από τότε, ο σκηνοθέτης μετρά δεκάδες φίλους και συνεργάτες από όλο τον κόσμο που επέλεξαν να ζήσουν εδώ, στην πιο φτηνή αλλά και πιο ζωντανή γειτονιά της Αθήνας.

Πολυκατοικία Λαναρά

Σήμερα, η Κυψέλη σφύζει από δράσεις. Το Άσυλο Ανιάτων (το παλιό σπίτι του Χαρίλαου Τρικούπη) ανοίγει τις πόρτες του σε παραστάσεις, η Δημοτική Αγορά ξαναζεί μέσα από συλλογικές προσπάθειες καλλιτεχνών και κοινωνιολόγων, και η ομάδα Døcumatism, της οποίας είναι συνιδρυτής ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης, δίνει φωνή στην αφρικανική διασπορά και ειδικά στην δεύτερη γενιά που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει εδώ και νιώθει -όπως και είναι-, την Κυψέλη σπίτι της. 

«Η Κυψέλη έγινε ένας φιλόξενος τόπος για όποιον νιώθει ξένος, όπως έλεγε ο Σαχτούρης», καταλήγει ο ίδιος. «Είτε είσαι επαρχιώτης, είτε μετανάστης, είτε κάποιος που οι σεξουαλικές ή καλλιτεχνικές του επιλογές τον έκαναν να νιώθει εκτός κέντρου. Στην Κυψέλη δεν ξιπάζεται κανείς. Είναι η γειτονιά που σου επιτρέπει να είσαι ο εαυτός σου».

Το εξώφυλλο του περιοδικού Flaneur που ήταν αφιερωμένο στη Φωκίωνος Νέγρη.

Οι άνθρωποι και τα καταστήματα που άντεξαν στα δύσκολα

Αν θέλεις όμως να καταλάβεις τη Φωκίωνος Νέγρη, πρέπει να την περπατήσεις. Να καθίσεις σε ένα από τα τραπέζια των μαγαζιών της και να παρατηρήσεις τον κόσμο που περνά. Θα δεις την παλιά αριστοκράτισσα με το σκυλάκι της (στην Φωκίωνος Νέγρη τα σκυλιά είναι ισάριθμα με τους ανθρώπους και μάλιστα έχουν το δικό τους άγαλμα φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Ευριπίδη Βαβούρη), να κάνει τον περίπατό της δίπλα στον μετανάστη δεύτερης γενιάς που μιλάει τέλεια ελληνικά, και τον φοιτητή που μόλις μετακόμισε από τη Γλυφάδα γιατί τα ενοίκια είναι πιο φτηνά και η περιοχή σφύζει από ζωή. 

Ο Βασίλης Δενδρινός, συνιδιοκτήτη του Morning Sweetie πάνω στη Φωκίωνος Νέγρη, θυμάται όμως πολύ καλά την εποχή που τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Τα χρόνια, κοντά δύο δεκαετίες, που η περιοχή βίωσε μια σκληρή κρίση και οι καταστηματάρχες δοκιμάστηκαν. Έμειναν όσοι είχαν μικρές επιχειρήσεις και τις δούλευαν οικογενειακώς. Μαζί τους και οι αφοσιωμένοι κάτοικοι: «Είχαν μέσα στα χρόνια αμέτρητες  ευκαιρίες και λόγους για να φύγουν, αλλά δεν το έκαναν, όπως η Άννα Καλουτά που ερχόταν και έπινε εδώ συχνά τον καφέ της», μας λέει ο κ. Δενδρινός.

Ο ίδιος, μεγαλωμένος στην Κηφισιά, ζει την περιοχή από κοντά τα τελευταία 20 χρόνια, από τότε που άνοιξε το μαγαζί και μετακόμισε στη γειτονιά. Πέρασε από την εποχή των μεγάλων μπαρ και «αφτεράδικων» του 2004 που ολόκληρη η Αθήνα διασκέδαζε στη Φωκίωνος Νέγρη, στην απότομη πτώση του 2008 και την ερήμωση που ήρθε με την κρίση, τότε που έβρισκες μεγάλα διαμερίσματα με 320€ γιατί κανείς δεν ήθελε να μείνει στην Κυψέλη.

Η Άννα Καλουτά ήταν πιστή στην Φωκίωνος Νέγρη όπου έζησε μέχρι τον θάνατό της σε ηλικία 103 ετών.

Σήμερα, όπως μας λέει, ο δρόμος ζει μια νέα έκρηξη και οι αλυσίδες «μυρίζονται» την κίνηση, όμως η ψυχή του παραμένει στα οικογενειακά μαγαζιά που άντεξαν παρά τις δυσκολίες. Όπως λέει: «Οι περισσότεροι μιλούν με ρομαντισμό για τα μικρά μαγαζιά, κρίνουν το gentrification, αλλά αν δεν στηρίζουν τα μικρά μαγαζιά δεν μπορεί να αλλάξει αυτό. Δυστυχώς δεν είδα κανέναν από αυτούς στη δύσκολη 20ετία να κάνουν στέκια τους τα μαγαζιά της Κυψέλης». 

Ένα από τα πράγματα στη γειτονιά που αρέσουν στον κ. Δενδρινό είναι η πολυπολιτισμικότητα: «Υπάρχουν τα έθνικ παντοπωλεία όπου μπορείς να βρεις ό,τι θέλεις από διάφορες χώρες του κόσμου. Έχεις το μαγαζί με τον ιδιοκτήτη από το Μπαγκλαντές, για παράδειγμα, με τις σπάνιες πρώτες ύλες και τα μπαχαρικά που δεν υπάρχουν σε κανένα σούπερ μάρκετ. Με τη σύζυγό μου ψωνίζουμε συχνά από αυτά και φτιάχνουμε πιάτα από διάφορες κουζίνες». Για τον ίδιο η Κυψέλη είναι η γειτονιά που σε αναγκάζει να είσαι ανοιχτός σε ανθρώπους από κάθε μέρος του πλανήτη. 

Στο Floca σύχναζαν ο Γκάτσος και ο Καμπανέλλης.

Το ίδιο γίνεται και με τα εστιατόρια. Ανατολίτικες κουζίνες ανακατεύονται με εκείνες της Αφρικής και της Ελλάδας. Τα κλασικά σουβλατζίδικα στέκονται δίπλα σε σύγχρονες πιτσαρίες και τα παραδοσιακά καφέ σε new age καφενεία. Με έναν τρόπο όμως αυτό λειτουργεί. 

Ξεχωρίσαμε μερικά από τα στέκια που μας τράβηξαν το ενδιαφέρον στη βόλτα μας.

Morning Sweetie 

Δημιούργημα της Ολίνας Αγγελίδου και του Βασίλη Δενδρινού είναι ένας χώρος που κατάφερε να παντρέψει την αισθητική των σύγχρονων καφέ του Βερολίνου με τη ζεστασιά της γειτονιάς. Specialty Καφές με χαρακτήρα, κουζίνα με σπιτικές συνταγές από ένα μενού που ανανεώνεται καθημερινά με βάση την εποχικότητα και την έμπνευση, healthy και vegan επιλογές, νεώ αξίζει να δοκιμάσετε και το brunch. Και όλα αυτά έχοντας τη συνείδησή σας ήσυχη καθώς πρόκειται για ένα μαγαζί που προμηθεύεται πρώτες ύλες από τα γύρω μανάβικα και παντοπωλεία, στηρίζει την τοπική αγορά και διέπεται από τις αρχές της συμπερίληψης και της αποδοχής.

Φωκίωνος Νέγρη 34

¡Topa!

Ένα από τα new entries από τον Αρη Σκλαβενίτη και τον Γιάννη Τσικουδάκη, οι οποίοι σκέφτηκαν να συνδυάσουν την κρητική κουζίνα με εκείνη της χώρας των Βάσκων; Ένα καφενείο λίγο διαφορετικό από όσα έχουμε συνηθίσει με πιάτα όπως ψάρι με mojo (πικάντικη κουβανέζικη σάλτσα), κρέμα καταλάνα που κάνει ντουέτο με σφακιανή πίτα και το υπέροχο cheesecake τους. Επίσης, δοκιμάστε την τσικουδιά αλλά και txakoli (τσάκολι, αφρώδες ξηρό κρασι) για μια πιο αυθεντική εμπειρία. 

Φωκίωνος Νέγρη 43 

Γεύσεις της Δαμασκού

Μια οικογένεια από τη Σύρια με παράδοση στην εστίαση (το πρώτο τους κατάστημα το άνοιξαν στην Κρήτη) βρίσκεται πίσω από αυτό το μοναδικό εστιατόριο με το χορτοφαγικό μενού. Στην κουζίνα η μητέρα της οικογένειας, η Ντουρεϊτά που φτιάχνει τις συνταγές της πατρίδας της. Πέρα από τις υπέροχες γεύσεις, όπως η πικάντικη μουχαμάρα, η δροσερή φατούς και τα φαλάφελ, το εστιατόριο λειτουργεί και ως μια σχολή με κοινωνικό έργο. Μέσα από την οργάνωση Za’atar, που ίδρυσε ο γιος της Ντουρεϊτά, Χασάν με την σύντροφό του Μαρίνα, πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο εκπαιδεύονται στις τεχνικές της εστίασης και στην ελληνική γλώσσα, αποκτώντας τα εφόδια για μια νέα αρχή στην αγορά εργασίας. Είναι ένα μέρος όπου το φαγητό διατηρεί την κουλτούρα της Δαμασκού ζωντανή, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ελπίδα και «πατρίδα» σε όσους τη στερήθηκαν, ενισχύοντας τον πολύχρωμο και αλληλέγγυο χαρακτήρα της Κυψέλης.

Φωκίωνος Νέγρη 19

Lisa

Μία από τις πιο hot αφίξεις είναι αυτή η μίνιμαλ αισθητικής πιτσαρία που φτιάχνει προζυμένια ζυμάρια και συνδυάζει ιταλικές, διεθνείς και ελληνικές γεύσεις. Πιτσαϊόλο ο Σταύρος Τσάμης, που εργάστηκε στη Νάπολι, τη Μέκκα της πίτσας. Το μενού είναι σφιχτό και πειραματίζεται με υλικά που δεν περιμένεις να δεις πάνω σε ζύμη. Η πίτσα με Μarmite (το βρετανικό άλειμμα μαγιάς) απευθύνεται στους θαρραλέους, ενώ η Μapo Τofu μεταφέρει τις πικάντικες γεύσεις της Ασίας στην καρδιά της Κυψέλης. Για τους λάτρεις των κλασικών αλλά αναβαθμισμένων γεύσεων, έχουμε την καυτερή Lucifer και την ελληνική Lisa’s Order. Αρκετές βραδιές dj ντύνει μουσικά όχι μ΄νο το κατάστημα, αλλά και ολόκληρο τον δρόμο, ενώ μπορείς στο μπαρ να απολαύσεις και καλοφτιαγμένα κοκτέιλ. 

Φωκίωνος Νέγρη 25

Σελέκτ

Λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1945 και στην αρχή ήταν ζαχαροπλαστείο, τότε που οι Αθηναίοι έβγαιναν για γλυκό. Σήμερα λειτουργεί ως all day cafe. Από τις πόρτες του έχει περάσει ολόκληρη η κοσμική Αθήνα της εποχής, αλλά μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες γύρω αό το μαγαζί έχει να κάνει με διεθνή προσωπικότητα και συγκεκριμένα την τραγουδίστρια Ροζίτα Σεράνο. Περιόδευε στην Ελλάδα και εμφανιζόταν στο «Μέντια Λουζ», ακριβώς δίπλα από το Σελέκτ. Ο ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείο, Τρύφωνας Πανταζόπουλος, εντυπωσιασμένος από την παρουσία και τη φωνή της, δημιούργησε προς τιμήν της τη θρυλική πάστα σεράνο. Σερβίρεται μέχρι και σήμερα για όσους θέλουν να πάρουν μια μικρή γεύση από εκείνη την εποχή.

Φωκίωνος Νέγρη 26

Μπακαλόγατος

Για όσους αναζητούν την αυθεντική γεύση της παράδοσης, ο Μπακαλόγατος αποτελεί σταθερή αξία από το 2008. Ο μάγειρας Γιώργος Καντέλης τιμά τις ρίζες του, σερβίροντας σπάνιες κασιώτικες συνταγές που δύσκολα βρίσκεις στην Αθήνα, όπως τα μικροσκοπικά ντολμαδάκια, παραδοσιακό πιλάφι και χειροποίητες μακαρούνες. Είναι μια κλασική ελληνική ταβέρνα με οικεία ατμόσφαιρα, όπου τα προϊόντα από κάθε γωνιά της Ελλάδας, γίνονται η αφορμή για ατελείωτες συζητήσεις γύρω από το τραπέζι.

Φωκίωνος Νέγρη 72

Foka Negra

Το όνομά του κλείνει το μάτι στην ιστορία της περιοχής, καθώς το Foka Negra ήταν η παλιά αργκό ονομασία της Φωκίωνος Νέγρη. Αυτό το all-day στέκι ανήκει σε μουσικό και η διακόσμησή του δείχνει μια ροπή προς την τέχνη. Είναι ένας χώρος που σφύζει από ενέργεια, φιλοξενώντας συχνά live μουσικές βραδιές και θεατρικά δρώμενα. Εκτός από τα δυνατά του κοκτέιλ και τα ζουμερά μπέργκερ, το μεγάλο του μυστικό κρύβεται στη χειροποίητη πίτσα, μια συνταγή που οι ιδιοκτήτες κρατούν επτασφράγιστο μυστικό.

Φωκίωνος Νέγρη 32

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version