Πέντε άλμπουμ συνδέουν το παρελθόν και το παρόν της μουσικής, πιάνοντας το νήμα από την αρχή. Καθένα έχει κάτι να δώσει και να πει, προσπαθώντας πρωτίστως να είναι αντικατοπτρισμός των επιθυμιών των δημιουργών τους.
The Format| «Boycott Heaven»
Ο τραγουδιστής Nate Ruess ενώνεται με το συγκρότημα του, τους Format, για ένα γεμάτο πάθος τρίτο άλμπουμ που κυκλοφορεί 20 χρόνια μετά το αμέσως προηγούμενό τους. Πριν ενώσει τις δυνάμεις του με τον Jack Antonoff, ο Ruess ηγήθηκε των Format με τον συμπατριώτη του από την Αριζόνα, πολυοργανίστα Sam Means.
Κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ, το «Interventions + Lullabies» του 2003 και το «Dog Problems» του 2006, πριν διαλυθούν (ή τουλάχιστον κάνουν εκτεταμένη παύση) το 2008. Η εκ νέου συνάντησή τους, τους «αναγκάζει» να εμβαθύνουν στον emo/indie pop ήχο που υπερασπίστηκαν στα δύο πρώτα άλμπουμ τους. Εντυπωσιάζει η γλυκιά και καλοδουλεμένη φωνή του Ruess η οποία έχει και δόση νοσταλγίας, θυμίζοντάς μας την δεκαετία του 2000. Ενίοτε το άλμπουμ θυμίζει Pixies και οι Weezer, χωρίς αυτό να είναι κακό. Οι Ruess και Means προσφέρουν ένα εμπνευσμένο τρίτο άλμπουμ που μοιάζει σαν δύο παλιοί φίλοι που επανασυνδέονται και ανακαλύπτουν ότι έχουν ακόμη περισσότερα κοινά από ότι είχαν στο παρελθόν.
+: η φωνή του τραγουδιστή
-: άργησαν πολύ για το 3ο άλμπουμ
4/5
Jana Horn | «Jana Horn»
Η Αμερικανίδα μουσικός της folk, καθηγήτρια και συγγραφέας με έδρα το Ωστιν του Τέξας, μας παρουσιάζει την τρίτη σόλο εύθραυστη και απόκοσμη εργασία της. Μινιμαλιστική με ανήσυχο ήχο, σπάει σιωπές, το μπάσο ακολουθεί τον… λήθαργό της, ενώ τα τριξίματα και οι κυματισμοί αποτελούν το σήμα κατατεθέν της. Τα φωνητικά της δένουν με τους σπαρακτικούς στίχους της. Έργο πληγωμένο αλλά και ιδιαίτερο τόσο στη μουσική του όσο και στα μηνύματά του, το ομώνυμο άλμπουμ της συγγραφέως προορίζεται για ιδιωτικές (ακουστικές) στιγμές. Το μικρό αυτό αριστούργημα, σε οδηγεί στην ενδοσκόπηση και στην ανάλυση του εαυτού σου. Σε εποχές που η μουσική είναι «μαζοποιημένη» είναι καλό τέτοιες σκοτεινές ηλιαχτίδες να μας ζεσταίνουν την καρδιά.
+ : η μινιμαλιστικά απόκοσμη προσωπικότητα του άλμπουμ
5/5
Lucinda Williams | «World’s Gone Wrong»
Στην ουσία, η Αμερικανίδα τραγουδοποιός Lucinda Williams είναι τραγουδίστρια της μπλουζ. Η μπλουζ δεν είναι το σύνολο των επιρροών και των παθών της, αλλά είναι η ραχοκοκαλιά της μουσικής της και ποτέ δεν απέχει πολύ από αυτό που έχει να πει. Η μπλουζ είναι η μουσική που μιλάει για τις ζωές των απλών ανθρώπων, τις επιθυμίες και τους αγώνες τους, και έτσι είναι λογικό να βρεθεί στην ανάγκη να γράψει για τις πραγματικότητες της αμερικανικής ζωής με την δρώσα πολιτική να διχάζει τον λαό και την οικονομική ανισότητα να διευρύνει το χάσμα μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων. Το «World’s Gone Wrong», ακούγεται τόσο επίκαιρο όσο και το πρωινό δελτίο ειδήσεων. Υπάρχουν πολλά για τα οποία η Williams είναι αναστατωμένη. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, βλέπει έναν κόσμο όπου η βασική ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η δικαιοσύνη έχουν παραμεριστεί, και αυτά είναι τα θέματα που κυριαρχούν σε αυτά τα τραγούδια.
Το εναρκτήριο κομμάτι, «The World’s Gone Wrong», στήνει το σκηνικό με την ιστορία δύο σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων που προσπαθούν απλώς να τα βγάλουν πέρα και να τα βγάλουν πέρα μέχρι το τέλος της ημέρας, με φόντο βρώμικες κιθάρες και R&B. Στο «How Much Did You Get for Your Soul» είναι μια αιχμηρή επίθεση στους ανθρώπους που βρίσκονται στην εξουσία και έκαναν όλα αυτά να συμβούν, και τα «Something’s Gotta Give» και «We’ve Come Too Far to Turn Around» είναι κραυγές συσπείρωσης για να ξεσηκωθούν ενάντια στις δυνάμεις του σκότους. Η Williams συνέγραψε εννέα από τα δέκα τραγούδια του άλμπουμ, με εξαίρεση μια διασκευή του «So Much Trouble in the World» του Bob Marley με guest φωνητικά από τη Mavis Staples , η οποία τραγουδάει ενάντια στον διχασμό.
Η Williams, τραγουδάει με όλη της την δύναμη αλλά και την συνείδήσή της σε εγρήγορση και για αυτό παρουσιάζει μερικά από τα καλύτερα φωνητικά της έργα εδώ και χρόνια. Το «World’s Gone Wrong» είναι ένα άλμπουμ της εποχής του που θίγει ζητήματα που μας συνοδεύουν εδώ και αιώνες, και σαν ένα καλό μπλουζ τραγούδι, δεν σταματούν ποτέ να είναι επίκαιρα. Αξίζει (και της αξίζει) να τραγουδηθούν δυνατά και καθαρά, όπως ακριβώς κάνει και η ίδια.
+ : καταπλητική «πολιτική» φωνή
5/5
Shintaro Sakamoto | «Yoo-Hoo»
Πρώτα να κάνουμε τις… συστάσεις. Ο Shintaro Sakamoto είναι Ιάπωνας μουσικός, τραγουδιστής, στιχουργός και παραγωγός. Ήταν ιδρυτικό μέλος και ο frontman του underground ιαπωνικού ψυχεδελικού ροκ συγκροτήματος Yura Yura Teikoku . Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος το 2010, άρχισε να παράγει ανεξάρτητα μουσική, έχοντας κυκλοφορήσει πέντε σόλο άλμπουμ μέχρι σήμερα.
Τελευταία αλλά εξίσου σημαντική είναι η «Yoo – Hoo», κάτι σαν χαιρετισμός με παιχνιδιάρικο πνεύμα, όπως είναι άλλωστε και η μουσική του. Vintage αίσθηση στο συνεχώς μεταβαλλόμενο μείγμα surf, blues, funk, disco και άλλων στυλ που τροφοδοτούν τη μουσική του. Από την αρχή, ένα πράγμα είναι σαφές: Οι ακροατές επιστρέφουν στον ξέφρενο ηχητικό κόσμο του Sakamoto, γεμάτο με αεράτα φλάουτα, «εύκαμπτες» slide κιθάρες. Όλα αυτά είναι παρόντα στο γοητευτικό εναρκτήριο κομμάτι «Dear Grandpa» όπως και στο «Ghost Town», κλασικό παράδειγμα της δονκιχωτικής ποπ του Sakamoto που διαθέτει μικρές αλλά εξαιρετικά πολύχρωμες πινελιές από τον μουσικό της μαρίμπα – κρουστό μουσικό όργανο με προέλευση από την Αφρική – Manami Kakudo.
+ : το παιχνιδιάρικο πνεύμα του
– : ο δονκιχωτισμός του
3,5/5
The Beach Boys | «We Gotta Groove: The Brother Studio Years»
Οι Beach Boys βρίσκονταν σε άσχημη κατάσταση καθώς στα μέσα της δεκαετίας του ’70 Δεν είχαν κάνει επιτυχία, δεν είδαν κάποιο άλμπουμ τους να φθάνει στην κορυφή των charts για χρόνια, τα προσωπικά προβλήματα εκτροχίαζαν τα περισσότερα μέλη και οι διαπροσωπικές τους σχέσεις είχαν φτάσει στο ναδίρ. Με κάποιο τρόπο, μέσα από όλο αυτό το χάος, κατάφεραν να δημιουργήσουν και να κυκλοφορήσουν ένα από τα καλύτερα και πιο περίεργα άλμπουμ τους, το «Love You» του 1977, σηματοδοτώντας παράλληλα την επιστροφή του Brian Wilson στις ηχογραφήσεις.
Το «We Gotta Groove: The Brother Studio Years» είναι η «εκτεταμένη» επανέκδοση του άλμπουμ του 1977 «The Beach Boys Love You». Σε μεγάλο βαθμό περιλαμβάνει ηχογραφήσεις του συγκροτήματος από το 1976 και το 1977, μια περίοδο που ο Brian Wilson επέστρεψε ως ο κύριος στιχουργός, παραγωγός και τραγουδιστής τους. Περιέχει 35 προηγουμένως ακυκλοφόρητα κομμάτια, συμπεριλαμβανομένων demos, εναλλακτικών μίξεων και outtakes από την ηχογράφηση του «Love You» μαζί με πρόσθετες επιλογές. Τέλος, η παρούσα κυκλοφορία είναι επίσης η πρώτη επίσημη κυκλοφορία των Beach Boys από τον θάνατο του Brian Wilson τον Ιούνιο του 2025.
Μεταξύ άλλων, υπάρχει και μια χούφτα ημιτελών τραγουδιών που δίνουν στους ακροατές γεύση από τα παρασκήνια. Αυτό που προκύπτει από την ακρόαση αυτής της special edition είναι ότι το συγκρότημα αγωνιζόταν για μια αγνή μορφή έκφρασης απαλλαγμένη από τη μηχανή δημιουργίας επιτυχιών. Παρόλο που έχασαν τη μάχη στο τέλος, η μάχη που έδωσαν ήταν γενναία και άφησε στους θαυμαστές τους πραγματικά υπέροχη μουσική.
5/5
